Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2019

Με την ίδια πήχη

Συντάκτης: Δημήτρης Νανούρης
«Τους στίχους του τούς σημείωνε πάνω στο κουτί των σιγαρέτων του. Τους ξαναδούλευε άπειρες φορές μες στο μυαλό του. Κι έπειτα, πολύ αργότερα, όταν έφτανε στο λιμάνι, τους αντέγραφε. Θυμάμαι την πρώτη φορά που μου έδειξε την καμπίνα του. Σε μια γωνιά ήταν στοιβαγμένα άπειρα αδειανά κουτιά σιγαρέτων. Ηταν τα χειρόγραφά του» λέει ο Γιώργος Σεφέρης για τον καπετάνιο-ποιητή και φίλο του Δημήτρη Αντωνίου, τον οποίο ο Ανδρέας Καραντώνης κατατάσσει μαζί με τον Γιώργο Σαραντάρη και τον Αναστάσιο Δρίβα σ’ εκείνους που μας δίδαξαν τη μοντέρνα ποίηση.
Ο Αντωνίου γεννήθηκε το 1906 στην Μπέιρα της Μοζαμβίκης, έδρα των ναυτιλιακών επιχειρήσεων του πατέρα του. Εγκατέλειψε τη Νομική Αθηνών για χατίρι της θάλασσας και των στίχων. Αναχώρησε για τα επουράνια αγκυροβόλια τέτοιες μέρες του 1994. Ιδού τι έγραφαν ορισμένα από τα αραδιασμένα πακέτα τσιγάρων:

Αυτός ο καιρός θυμίζει τα περασμένα/ σ’ έρημο πατημένο από τη θάλασσα λιμάνι πάλι ξαναγυρίζεις/ μες στη νύχτα μόνο κρώζουν οι γλάροι/ και τ’ άρμενα στενάζουν./ Η καρδιά μου κι η θάλασσα απόψε σ’ ανταπόκριση·/ κομμάτια από παλιά τραγούδια μουρμουρίζουν:/ πάλι ο βοριάς πουλάει τα ξύλα κι η φουρτούνα τ’ αγοράζει./ Μες στον αγέρα/ η μουχλιασμένη μυρωδιά της πολιτείας/ δεν ξεθυμαίνει·/ έγινα στεριανός και με διψάει·/ δίχως καράβι με στενόκαρδους φίλους/ με ανύπαρχτους εχθρούς - δίχως σημάδι/ ο τυφλός πηγαίνει μουρμουρίζοντας·/ ούτε στον ουρανό/ ούτε στη γη/ ούτε στα πέλαγα/ είναι το αβάσταχτο ενός επίλογου τραγούδι/ μα πηγαίνει στα χέρια του κρατώντας/ ιδέ τε τον εσείς που βλέπετε ακόμα/ κρατά ηλιόχαρα παραλογιστικά λουλούδια μακρινών τόπων.

Ω, πες μου αν δεν πιστεύεις ακόμη τα φαντάσματα!/ τ’ άλογα που έχουν φτερά για παραμυθένιους τόπους,/ τις μάγισσες με βότανα για το θάνατο και την αγάπη/ και το ανθρώπινο πλάσμα το απλό που μας παραδώσαν οι καιροί·/ τα μαλλιά του ήταν ο ήλιος για το σκοτεινό μας πύργο./ Mα τι λέω! Eσύ δεν είσαι ξανθή και τώρα/ όταν σε κοιτάζω είσαι η νύχτα μου/ έτσι για να σου πω απόψε:/ Eδώ ’μαι, αφού το θέλησες/ όλος για να υπάρχω μ’ εσένα·/ δες αυτό το χέρι κρατάει/ στον αγκώνα του τη μοίρα/ τα βουνά μετατοπίζει/ κι άστρα παιγνίδια στα χέρια σου απιθώνει...

Οι κακοί έμποροι Κύριε, άνθρωποι απλοί/ πουλούσαμε υφάσματα,/ (κι η ψυχή μας/ ήταν το ύφασμα που δεν τ’ αγόρασε κανείς)./ Την τιμή δεν κανονίζαμε απ’ την ούγια/ η πήχη και τα ρούπια ήταν σωστά/ τα ρετάλια δεν τα δώσαμε μισοτιμής ποτέ:/ η αμαρτία μας./ Είχαμε μόνο ποιότητας πραμάτεια./ Εφτανε στη ζωή μας μια στενή γωνιά/ – πιάνουν στη γη μας λίγο τόπο τα πολύτιμα./ Τώρα, με την ίδια πήχη που μετρήσαμε/ μέτρησέ μας· δε μεγαλώσαμε το εμπορικό μας·/ Κύριε, σταθήκαμε έμποροι κακοί!

http://www.efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια :