Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ κεφ Γ

Από το βιβλίο του Θ. Γιαννόπουλου
Θυμάμαι, ένα βράδυ του 1930, κανά μήνα πριν φύγουν οι χωριανοί για σκάψιμο στον Πύργο, συγκεντρωθήκανε συνωμοτικά έξω από το μαγαζί του Παπαντώνη ο ένας πίσω απ’ τον άλλον οι: Μπαρουνοκώστας, Πόταγας, Καπετογιώργης και Καγιάς. Θέμα της σύσκεψης η κατάστρωση προγράμματος για μηνύσεις, μάρτυρες, αγροζημιές και χρονολογίες. Ανάμεσα στ’ άλλα ο Μπαρουνοκώστας, αρχηγός, διάταξε τον αγροφύλακα Καπέτα:
- Θα κάνεις μήνυση του Θύμιου τον Απρίλη, γιατί τα πράματά του φάγανε το χωράφι του Σιόρμπα. Μάρτυρες θα βάλεις τον Πόταγα, τον Καγιά…
- Μα ο Καγιάς τότε θα ‘ναι στον Πύργο, παρατήρησε ο Πόταγας.
- Ας είμαι στον Πύργο, βλέπω ‘γω, τον έκοψε ο Καγιάς.
Ο υποφαινόμενος, αδιόριστος δασκαλάκος τότε, καθόμουνα σ’ έναν πάγκο δίπλα κι έκλαιγα τη μοίρα μου… Ήταν σκοτάδι και δε φαινόμουνα. Όταν άκουσα τον Καγιά να λέει ό,τι είπε, χωρίς να το θέλω, μετακινήθηκα.
- Μπρε! κάποιος έναι δίπλα και μας άκουσε, ψιθυρίσανε φοβισμένα μεταξύ τους.
- Σωπάτε, ρε, που τα κάνατ’ απάνου σας! Τηράτε πρώτε ποιος έναι και μετά βλέπουμε, λέει ο παπάς.
Ήρθε ο Καγιάς κοντά, με γνώρισε. Γύρισε και τους το ‘ειπε.
- Συνεχίστε, λέει πάλι ο παπάς. Και ν’ άκουσε ο Θόικος, δε μαρτυράει.
Κι όπως βλέπεις, το μυστικό το κράτησα 56 ολόκληρα χρόνια. Τώρα το μαρτυράω.

Το μεγάλο κακό από τη συχνή προσφυγή του Γλανιτσιώτη στη δικαιοσύνη δεν ήταν μόνο η διατάραξη των σχέσεων και η περαιτέρω όξυνση των παθών μεταξύ τους, αλλά και η οικονομική εξάντλησή τους. Το δικαστήριο ήταν μια πληγή που αιμορροούσε συνέχεια, απορροφούσε και την τελευταία δεκάρα και τους φτωχούς τους έκανε απελπιστικά φτωχότερους. Κουρέλια οικονομικά, αλλ’ αμετανόητα. Δεν είναι υπερβολή αυτό που λέγανε τα γύρω χωριά: ότι μόνη της η Γλανιτσιά συντηρούσε οικονομικά ολόκληρη την υπηρεσία του ειρηνοδικείου της περιοχής.

Το μόνο κέρδος που απόμεινε ήταν – όπως είπα πιο πάνω – ότι αρκετοί από τους πιο ταχτικούς και ποιο έξυπνους πελάτες μάθανε πολλά δικολαβίστικα τερτίπια. Και καταφέρνανε να βγαίνουν παλικαρίσια πέρα σε πολλές αναποδιές της ζωής. Μια από τις τρανές αποδείξεις είναι η επόμενη:

Κανά δυο χρόνια πριν από τον πόλεμο του 1940 ο συμβολαιογράφος του Βαλτεσινίκου Πάνος Ορφανός είχε δώσει μισιακά κάμποσα γίδια στον Ντελήμανο στον Παλιόπυργο. Ως το χειμώνα του 1941-42 ο Τάσιος ήταν απόλυτα συνεπής στις υποχρεώσεις του προς τον Ορφανό. Κι εκείνος έμενε πολύ ευχαριστημένος. Το Γενάρη του 1942 όμως με τη γερμανοϊταλική κατοχή έπεσε τρομερή πείνα στο χωριό και καθένας πάσκιζε με χίλια δυο ψέματα να πορέψει τη δική του φαμελιά. Έτσι ο Ντελήμανος έπαψε να δίνει τα οφειλόμενα στον Ορφανό. Κι εκείνος με τη δύναμη που είχε, και με τα μέσα που διάθετε στην Αστυνομία του Βαλτεσινίκου, έστειλε χωροφύλακες στον Παλιόπυργο να πάρουν δια της βίας τα γίδια του. Οι Παλιοπυργίσι`οι αντιδράσανε δυναμικά. Και μ’ επικεφαλής το Βασιλιώνη κυνηγήσανε με τις πέτρες τους χωροφύλακες.

Καλά κι άγια ως εδώ. Τι θα γινόταν όμως κατόπι; Τότε τους λύθηκε το μουσκάρι και συλλογίστηκαν οι Ντελημαναίοι τη σοβαρότητα της κατάστασης. Κουτρουβαληθήκανε γρήγορα-γρήγορα στο χωριό να συμβουλευτούν τους νομικούς συμβούλους περί του «περαιτέρω πρακτέου». Καλύτερος νομικός σύμβουλος φυσικά δεν ήταν άλλος από το νομομαθέστατο Μπαρουνοκώστα .

Τότε βρισκότανε στο χωριό ο δικηγόρος Χρήστος Παπαντωνίου (βλ. πιο κάτω), αυτός όμως δεν έδινε καμιά νομική συμβουλή χωρίς αμοιβή. Ενώ ο Μπαρουνοκώστας έδινε τις συμβουλές του εντελώς δωρεάν. Ύστερα, στην περίπτωση αυτή δε χρειαζόταν συμβουλή που να στηριζότανε σε νόμο, αλλά κάποιο σόφισμα έξω από τα όρια της νομικής επιστήμης. Και σε τέτοια σοφίσματα ο Μπαρουνοκώστας ήτανε «μανούλα».

Πριν από το μεσημέρι εγώ κι ο Γιωργίλας καθόμαστε στο μαγαζί του Χαρατσή. Και κουβεντιάζαμε για το συγκλονιστικό γεγονός της ημέρας: την εξέγερση των τσιοπάνηδων κατά της Αρχής και τις πιθανές συνέπειές της. Σε μια στιγμή βλέπουμε να ‘ρχονται κατά μας μπροστά ο Ντελήμανος, ο Πάτσης κι ο Τασιόρηγος αλαφιασμένοι, τρομαγμένοι, κατακίτρινοι σαν το φλωρί.

- Κάτσε τώρα να ιδείς, μου λέει ο Γιωργίλας. Και να μάθεις τι ακριβώς εστί Γλανιτσιώτες. Γιατί ακόμα δεν τους ξέρεις καλά.

Ανοίγει η πόρτα. Μπαίνουν μέσα ο νομικός σύμβουλος με τους δράστες. Και κάθονται σε διπλανό τραπέζι βιαστικοί και ανυπόμονοι.

- Χαρατσή, φέρε μια κόλλα χαρτί, παραγγέλνει επιταχτικά ο Μπαρούνης. Κι εσύ, δάσκαλε, έλα δω, απευθύνεται σε μένα στον ίδιο τόνο. Έχεις βολίμι;

- Έχω, αλλά τι με θέλεις εμένα. Φτάνεις εσύ και περισσεύεις, του λέω μισοειρωνικά.

Με κοίταξε καλά-καλά και είπε πιο μαλακά:

- Ας την κουβέντα, δάσκαλε, κι έλα δω. Γιατί η υπόθεση είναι πολύ σοβαρή. Και τούτοι εδώ είναι βλάκες. Μπορούσανε ναν την κάνουν αλλιώς τη δουλειά, χωρίς να κινδυνεύουνε τώρα να περάσουν από στρατοδικείο.

- Στρατοδικείο; απόρησα.

- Ναι. Στρατοδικείο. Κάνανε αντίσταση στην Αρχή τώρα που ισχύει ο στρατιωτικός νόμος.

Σηκώθηκα δισταχτικά. Ο Γιωργίλας στο μεταξύ χαμογέλασε στα μουλωχτά. Πήγα στο τραπέζι τους, κάθισα, έβγαλα το μολύβι μου, πήρα την κόλλα και περίμενα.

- Γράφε! διατάζει ο Μπαρούνης. Κι έγραψα αυτά που γράφω και τώρα, όπως ακριβώς μου τα υπαγόρεψε τότε. Βλέπεις, τέτοια συνταραχτικά γεγονότα δεν ξεχνιούνται εύκολα όσα χρόνια κι αν περάσουν.

ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ ΠΟΛΛΑΠΛΟΥΝ.

Νομαρχίαν Ακραδίας, Εισαγγελίαν Πλημμελειοδικών, Διοίκησιν Χωροφυλακής Τρίπολιν

Ένοπλοι άγνωστοι μεταμφιεσμένοι σε χωροφύλακες και υποκρινόμενοι τους αστυνομικούς του Βαλτεσινίκου επέπεσαν αιφνιδίως κατά του ποιμνίου μας εις Παλιόπυργον και αποπειράθηκαν να το απαγάγουν Stop. Προ αυτής της καταστάσεως αντιτάξαμεν νόμιμον άμυναν Stop. Ευπειθέστατοι…

Αν μπορείς, μη δοκιμάσεις κι εσύ την ίδια έκπληξη που δοκίμασα όχι μόνο εγώ, αλλά κι ο Γιωργίλας!

- Νόμιζα πως τους ήξερα τους Γλανιτσιώτες, μου λέει. Μα ως εδώ δεν το φανταζόμουνα. Έμεινα, φαίνεται, μεταξεταστέος…

[1] Ο Μπαρουνοκώστας είχε προικιστεί από το φύση – σύμφωνα με την ψυχολογική ορολογία – με παρατηρητικότητα, οξεία αντίληψη, πιστή και διαρκή μνήμη, αφομοιωτική και κριτική ικανότητα. Με τη μαθητεία του κοντά σε διάφορους πολιτικούς και ποινικούς κατάδικους, όταν ήτανε μαζί με τον Καγιά στις φυλακές του Ρίου, διδάχτηκε πολλά νομικά κυρίως τεχνάσματα και τ’ αξιοποίησε στην κατοπινή ζωή του. Ήταν ο κατ’ εξοχήν άνθρωπος της αγοράς, αρκετά δύστροπος και ζόρικος, καβγατζής, ασυμβίβαστος μ’ όποιον καταλάβαινε πως επιχειρούσε να τον βλάψει ή κι απλώς σκεφτόταν να τον κοροϊδέψει, φανατικός πάντοτε στην πολιτική του ιδεολογία και προκλητικός σε κάθε κομματικό αντίπαλό του. Υποστήριζε φανερά και ειλικρινά όποιον συμπαθούσε και καταδίωκε με πείσμα όποιον αντιπαθούσε. Έτσι κατάφερνε είτε ως μηνυτής είτε ως κατηγορούμενος είτε ως μάρτυρας να μη λείπει από τα δικαστήρια σε καμιά σχεδόν δικάσιμη και συνέχεια να πλουτίσει τις νομικές του εμπειρίες. Τον θυμάμαι πολλές φορές, σαν γύριζε από το δικαστήριο, να σχολιάζει διάφορες υποθέσεις, να κρίνει και να κατακρίνει, αλλά και να εγκωμιάζει αγορεύσεις δικηγόρων και εισαγγελέων και δικαστικές αποφάσεις με τέτοια ευχέρεια κι άνεση, που σ’ άφηνε κατάπληκτο. Δικαιολογημένα λοιπόν οι Ντελημαναίοι καταφύγανε σ’ αυτόν κι όχι στο δικηγόρο τώρα που τους βρήκε το μεγάλο ζόρι.

Δεν υπάρχουν σχόλια :