Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Ο Γιάνκος Τσιφλής (1876-1942)

Από το βιβλίο του Θ.Γιαννόπουλου
Γόνος φουρναδαυλαίικος, πατέρας των Τσιφλήδων και παππούς της Τούλας, ο Γιάνκος. Ψηλός, καμαρωτός σαν φορούσε τις φρεσκολουλακωμένες κι ατσάκιστες φουστανέλες του, μερακλής, χορευταράς (άσχετα αν πολλοί λέγανε πως δεν τα κατάφερνε καθόλου καλά στο χορό), μπακάλης, χασάπης ολοχρονίς κι εποχιακός τυροκόμος και κυνηγός, αποτελούσε κράμα από αγαθοσύνη – άνθρωπο δεν κακοκάρδισε –, αφέλεια και πονηριά.
Κολλητά στο σπίτι του, δεξιά από τη σημερινή εξωτερική σκάλα, ο Γιάνκος είχε ένα σανιδένιο στενό μαγαζάκι. Και πούλαγε κάμποσα είδη της εποχής εκείνης, ψιλικά, ζαχαρωτά κλπ. κλπ. Τα τότε σκολιαρούδια του ‘παίρνανε ζαχαράτα, καραμέλες και τσαπελόσυκα βερεσιέ, με την υπόσχεση πως θαν του πηγαίνανε τάχα αυγά. Ο Γιάνκος ήξερε τι τον περίμενε, μα δεν το βάσταγε η καρδιά του ν’ αρνηθεί. Για να μην ξεχνάει όμως και τους οφειλέτες, έγραφε τα ονόματά τους με κιμωλία στην πίσω μεριά της πόρτας του μαγαζιού. Εννοείται πως ποτέ δεν είχε εισπράξει χρέος, γιατί τα σκολιαρούδια, όπως στριμώχνονταν στο μαγαζί, έσβηναν επίτηδες με τα μανίκια τους τα βερεσιέδια… Και η ιστορία συνεχιζόταν. Σίγουρα το πάθημα του παππού της θα ‘χει υπόψη της η Τούλα, που δεν αφήνει σήμερα να της ξεφύγει ούτε μύγα!

Τον Γιάνκο τον λέγανε Αφέντη και Πούλο ή Ψευτοπούλο.
Το Αφέντης το κέρδισε μοναχός του. Κάποτε, καθώς – κοτζιάμ τσοπανόπουλο – έβοσκε τα γίδια στο Τριλάγκαδο, έστησε έναν κουκούγερα. Στάθηκε απέναντί του κι άρχισε το διάλογο, στην ουσία μονόλογο, αφού ο ίδιος ρωτούσε κι ο ίδιος αποκρινόταν:
- Από πού είσαι, ρε παιδί;
- Από τούτο το χωριό.
- Έχεις μάνα, έχεις πατέρα;
- Έχω.
- Και ποιος έναι ο πατέρας σου;
- Ο παπάς.
- Έρχεσαι σε μένα που είμαι αφέντης
- Έρχουμαι, μα τι να κάνω;
- Να μου σελώνεις τ’ άλογο…
Κι ενθουσιασμένος από την εξαιρετική του τύχη, έκοψε μια φούρλα τραγουδώντας: τίρι, τίρι, τίρι…
Φαίνεται, κάποιος τον παρακολούθησε, το διάδωσε στο χωριό και δεν άργησε να του κολλήσει το παρατσούκλι. Αν ήταν ποτέ δυνατόν να γλίτωνε.
Το Πούλος ή το Ψευτοπούλος το χρωστάει στον αδερφό του τον Παπαδημήτρη. Και να πώς:
Πούλος ήταν ένας αρχιψευταράς Δημητσανίτης, που γύριζε τότε γυρολόγος στα χωριά με πραμάτειες. Κι όποιον έβανε στο χέρι, μηχανευόταν ένα σωρό ψέματα να τον ξεγελάει.
Μια φορά λοιπόν συμφωνήσανε τα δυο αδέρφια, Παπάς και Γιάνκος, να πάνε στο χωράφι τους στο Φτεριά να οργώσουν. Μπροστά ξεκίνησε ο παπάς. Ύστερ’ από λίγο θ’ ακολουθούσε ο Γιάνκος, αφού πρώτα ταχτοποιούσε κάτι άλλες δουλειές. Αλλά ο Γιάνκος, για ν’ αποφύγει τη δουλειά, άργησε να πάει στο χωράφι.
Ο παπάς τον μάλωσε άσχημα. Κι ο Γιάνκος, για να δικαιολογηθεί, σοφίστηκε το ψέμα:
- Να σου ειπώ, παπά μου. Ήρθ’ ένας ξίφος να φάει τις κότες και να ιδείς τι έγινε. Οπ! ο ξίφος, τσίμπα ο κόκορης, βάρει εγώ, δεν κατάλαβα πότε πέρασε η ώρα, γι’ αυτό άργησα. Τις κότες όμως τις γλίτωσα.
- Α, ρε ψευτοπούλο! απάντησε ο παπα-Δημήτρης. Σε πίστεψα τώρα…

Τα παλιά χρόνια, οι Γλανιτσιώτες οργανωμένοι σε παρέες από λίγους άντρες και γυναίκες μαζί, φορτωμένοι τα ματαράτσια, τις αντρομίδες και λοιπά τσιόλια τους στην πλάτη, κατεβαίνανε το χειμώνα στον Πύργο ή στην Αμαλιάδα να σκάψουν τις σταφίδες. Σαν έπιαναν δουλειά, άφηναν έναν ή μία – εκ περιτροπής – στη χαμοκέλα να τη συγυράει και να φροντίζει για το βραδινό φαγητό. Το μεσημέρι ους ταΐζανε τ’ αφεντικά.
Μια μέρα ήταν η σειρά του Γιάνκου να κάτσει στη χαμοκέλα και να φροντίσει για το βραδινό φαγητό. Ο Γιάνκος πήγε στα μαγαζιά του Πύργου να ψωνίσει. Εκεί έμαθε πως είχε πεθάνει ο Σιμωτάς, αδερφός του Τζιούκα. Γύρισε στη χαμοκέλα και φυγόπονος, όπως ήταν, αντί να φροντίσει για φαγητό κλπ., χώθηκε κάτω από το ματαράτσι και κοιμήθηκε. Ήρθαν οι άλλοι το βράδυ, τηράνε και βλέπουν το Γιάνκο στο στρώμα και τίποτα έτοιμο. Ο Γιάνκος είδε πως δε θα ξεμπέρδευε εύκολα και μάλιστα από τον επικεφαλής της παρέας Γιώργη Πλιότα. Γι’ αυτό, χωρίς να βγάλει το κεφάλι έξω από το ματαράτσι, άρχισε να χουχουλιέται, να μιξοκλαίει, να βαριαστενάζει και να λέει:
- Αχ! πό ‘ναι ο Αντρίκος, κακό πο ‘παθα! Πάει ο Αντρίκος! Και δώσ’ του χουχουλητά.
Οι άλλοι δε μίλησαν ούτε κανείς τον μάλωσε. Οι τσιούπες της παρέας ταχτοποιήσανε τα πάντα γρήγορα.
Σαν αποφάγανε, ο Πλιότας δήλωσε κρυφά στους άλλους πως θα ‘κανε το Γιάνκο να χορέψει. Οι άλλοι μείνανε με το στόμα ανοιχτό.
- Μη σαν νοιάζει, τους είπε σιγανά. Κι αμέσως φώναξε δυνατά:
- Άιντε, ρε, καλός ήταν ο Αντρίκος, μα κι η φτώχεια θέλει διασκέδαση. Πιαστείτε στο χορό.
Και κάθισε δίπλα στο προσκέφαλο του Γιάνκου.
Άρχισε ο χορός, μα κανένας πρωτοχορευτής δεν άρεσε τάχα στον Πλιότα. Και κάθε λίγο έσκυβε κι έλεγε σε τόνο που ν’ ακούγεται μονάχα από το Γιάνκο:
- Άι να χαθείς, ρε, μου μαγάρισες το χορό. Ή ποτέ σου εσύ δε θα μάθεις να χορεύεις. Κι άλλα τέτοια.
Σύγχρονα ψιθύριζε στο Γιάνκο:
- Σήκω απάνω, ρε Γιάνκο, να νοστιμίσει ο χορός…
Ο Γιάνκος έβγανε λίγο το κεφάλι έξω από το ματαράτσι, τήραγε το χορό και πάλι το ‘χωνε μέσα κι επαναλάβαινε:
- Αχ, κακό πο ‘παθα! Πού ν’ Αντρίκος!...
Ο Πλιότας το βιολί του.
- Σήκω απάνω, ρε… Οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους κι οι ζωντανοί με τους ζωντανούς. Σήκω απάνω να ευχαριστηθώ λίγο χορό…
- Λες; ακούστηκε σιγανά η φωνή του Γιάνκου μέσ’ από το στρώμα.
- Λέω βέβαια! Αν δεν έλεγα, θα σο ‘λεγα;
Οπ! κάνει ο Γιάνκος στη στιγμή. Πετάγεται όρθιος, μπαίνει μπροστά στο χορό, φτύνει τα χέρια κι αρχινάει το χορό και το τραγούδι:
- Σπυρί μ’ πιπέ κι αμάν αμάν σπυρί μ’ πιπέριν έσπερνα…
Το τι χαλασμός κόσμου έγινε απ’ τα γέλια της παρέας εύκολα γίνεται αντιληπτό, πολύ δύσκολα όμως μπορεί να περιγραφεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια :