Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Ο Ματαρατσάς (1860-1931)

Από το βιβλίο του Θ. Γιαννόπουλου
Στα μητρώα της κοινότητας φέρεται γραμμένος με το όνομα Δημήτριος Ροζής του Παρασκευά. Το αρχικό οικογενειακό επώνυμό του, καθώς και των αδερφιών του, Μουρλογιώργη – πάτερα του Κοζάτου κλπ. –, ήταν Χριστόπουλος. Έγινε Παρασκευόπουλος από τον πατέρα τους Παρασκευά. και Ροζής από την παραμονή τους για ένα διάστημα στα Ροζαίικα Ηλείας, όπου είχαν σταφιδάμπελα. Το Χριστόπουλος το ξανάφερε ο γιος του Ματαρατσά Πάνος, ο γνωστός Φίλος ή Μυτίτσας.
Ο Ματαρατσάς λοιπόν ήταν ένας από τους πιο θυμόσοφους παλιότερους Γλανιτσιώτες. Προικισμένος με πολύ πραχτικό πνεύμα, που του ‘δινε τη δυνατότητα ν’ αντιμετωπίζει δυσάρεστες ή ευχάριστες στιγμές της ζωής του πολύ ψύχραιμα και στωικά.
Διατηρούσε στο Γεφύρι χάνι, αυτό που πήρε προίκα ο Μπόγιας και σήμερα, χάλασμα πια, έχει σκεπαστεί από τη λίμνη. Εκεί δεχότανε κάθε καρυδιάς καρύδι: πραματευτάδες, αγωγιάτες, κλέφτες, διακονιαραίους, ζευγολάτες κλπ. κλπ. Με τις συζητήσεις που ‘κανε μαζί τους ακόνισε πιο γερά το από φυσικού του σπιρτόζικο μυαλό του, όπως μας βεβαιώνουν τα πολλά ευφυολογήματά του. Σταχυολογώ μερικά:


Στο γάμο του Τσιριμοθανάση μάγερας ήταν ο Πανέας και κουμπάρος ο Ματαρατσάς.
Εκεί που μαγέρευε ο Πανέας, πήγανε και τριγυρίζανε στο λεβέτι τα τρία παιδιά του, ο Σειρήνης, ο Αντρέας κι ο Όθωνας. Άμα έβρασε καλά το κρέας, ο Πανέας έκοψε τρία κομμάτια ψωμί από μια πουγανιά, έβγαλε και τρία μπουκούνια από το λεβέτι, τα ‘δωσε στα παιδιά του και τους λέει θυμωμένος τάχα:
- Τσε, άντεστε από δω, παλιόπαιδα, τσε γω δεν τα θέλω τούτα.
Ο Ματαρατσάς, που παρακολουθούσε τα σκέρτσα του μάγερα, δεν κρατήθηκε και φώναξε δυνατά, για να τον ακούσουν όλοι οι καλεσμένοι:
- Έτσι φέγω κι εγώ, Πάνο, κι ας είμαι και κουμπά(ρ)ος! (Το ρ δεν το πρόφερε).

Παλιά, το σημερινό μαγαζί των Μαγκαίων το είχε ο Μπακαβαντώνης, αδερφός του Πανάγου. Ο Μπακαβαντώτης είχε το ελάττωμα να γράφει πότε πότε στα δεφτέρια του βερεσιέδια για είδη που δεν είχε δώσει. Άμα έβλεπε να ‘ρχεται στο χωριό κανένας ξώμαχος και περνούσε έξω από το μαγαζί του, τον έγραφε χωρίς ο άνθρωπος να ψωνίσει τίποτα.
Ο Ματαρατσάς είχε επισημάνει την κομπίνα του Μπακαβαντώνη. Και κοίταζε να το δοθεί ευκαιρία να τον καυτηριάσει. Έτσι, ένα βράδυ, καθώς ήρθε στο χωριό με κάμποσους Γεφυριώτες, μόλις φτάσανε στου Ντρούλια το σπίτι κι έκαναν τον ανήφορο για την αγορά, ο Δημητράκης ξέκοψε και πήρε το δρόμο για τα Μπουντρουβαλαίικα. Στου Τσίρου το σπίτι κόνευε.
- Από δω πάνε, Δημητράκη, του φωνάζει κάποιος. Τι θες από κει;
- Άμα θω από (α)υτού, θα με γάψει ο Αντώνης.
- Σώπα, καημένε, πώς θα σε γράψει;
- Θα μου ειπεί: Θυμάσαι, Δημητάκη, στις τόσες του μήνα που (ρ)θες από κάτου; Ψώνισες τότε από το μαγαζί και τ’ αλησμόνηκες…

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, του 1922, στο χωριό, για κάμποσο διάστημα, κυριαρχούσαν τα πρωτοξάδερφα παλικάρια, ήρωες του πολέμου… Φουσέκας και Κοζάτος.
Ο πρώτος είχε καταφέρει να κουβαλήσει ως το χωριό ένα μπαούλο κάποιου αξιωματικού γεμάτος από ωραίες χλαίνες, «βραχείες και μακρές», από κόκκινα σεβρά παπούτσια και γυαλιστερές μπότες κι ένα σωρό άλλα εκλεκτά είδη. Ένα ζευγάρι τέτοια παπούτσια και μπότες είχε δώσει και στον Κοζάτο. Όταν τα φοράγανε κι οι δυο μαζί κι αντιπατάγανε στην Παναγιά, τριζοβόλαγε ο τόπος και… λαχταρούσαν οι τσιούπες!
Απάνω στην ακμή τους τότε, αχώριστα τα πρωτοξάδερφα στα γλέντια και στις δουλειές, οργώνανε στον κάμπο κι αχολογούσαν τα γύρω από τις αγριοφωνάρες και το συνηθισμένο τραγούδι τους:
«Μην είδατε την πενθεράν μου που έρχεται από μακράν…».
Ο καημένος ο Δημητράκης, που τον έδερναν τα βάσανα, παρακολουθούσε τα καμώματα των ανιψιών, τα μυκτήριζε μέσα του, αλλά δε μίλαγε. Καρτέρηγε μονάχα με ενδόμυχη χαιρεκακία.
Πέρασαν μερικά χρόνια. Παντρευτήκανε τα παλικάρια, αρχίσανε τα κουτσούβελα κι η φτώχεια. Πάνε τα τριζοβολήματα, πάνε και τα τραγούδια. Κι ο Δημητράκης έβγαλε το άχτι του. Μια μέρα, όπως τους είδε με κάτι καουτσούκια ή παλιοπάπουτσα λασπωμένα να περνάν έξω από το χάνι, απευθύνεται σε κάποιον και του λέει:
- Μπε, μπε, μπε, πεθάνανε κείνοι οι τσαγκάηδες που φτιάνανε τα κόκκινα παπούτσια;
Κι άλλη μέρα, που τους είδε πάλι να οργώνουν τον κάμπο, αμίλητοι, κατάκοποι και καταϊδρωμένοι, ξανάειπε:
- Γιατί δεν ταγουδάνε τώα ο Φουσέκας με το Κοζάτο;

Έξω από το χάνι ο Ματαρατσάς είχε κάτι θεόρατες συκιές που βγάζανε μεγάλα, πεντάγλυκα και πεντανόστιμα σύκα. Στην εποχή τους ο Φλεβάρης, που διατηρούσε πάντα μαγαζάκι, έστελνε καμιά Κυριακή τον αδερφό του Μπάμπη με τον Ψαρή τους να φέρει σύκα από κει στο χωριό, για ναν τα πουλάνε. Πάει λοιπόν μια μέρα ο Μπάμπης, μαζεύει τα αποκάτου αποκάτου σύκα, λίγα πράγματα, και τα βάνει στις κασελέτες. Ψηλότερα οι συκιές ήτανε γεμάτες. Ο Μπάμπης όμως δεν μπορούσε να τα φτάσει. Φυσικά ούτε κι ο Ματαρατσάς. Κοιτάζει ολοτρόγυρα ο Μπάμπης και βλέπει πιο πέρα τον Κώστα το Μασκαρά που ‘βοσκε τα γίδια του. Το μυαλό του φωτίστηκε:
- Μπάρμπα, λέει, να φωνάξω τον Κώστα να ‘ρθει να φτάσει τα σύκα;
- Άμα θει ο Κώστας εδώ, παιδάκι μου, δε θα μείνει σύκο να πάεις εσύ. Φέγα, όπως είσαι.

Ο Ματαρατσάς έριχνε συχνά ψαροκόφινο στο ποτάμι κι έπιανε κανά ψάρι. Μια μέρα έπιασε κάτι λαχταριστές πέστροφες και νόμισε πως δεν επιτρεπόταν να τις φάει ο ίδιος, τόσο παρακατιανός άνθρωπος, αλλά να τις έστελνε πεσκέσι σε κάποιον άρχοντα. Σκέφτηκε, σκέφτηκε και τις έστειλε στον ειρηνοδίκη στα Μαγούλιανα. Καμιά εκκρεμή υπόθεση τότε δεν είχε, προνοητικός όμως, όπως ήταν, συλλογίστηκε το μέλλον.
Πού ξέρεις τι γίνεται καμιά φορά;
Εδώ όμως η προνοητικότητα του βγήκε ξινή. Σε δυο τρεις μήνες βρέθηκε κατηγορούμενος. Κι εκεί που περίμενε απαλλαγή, τιμωρήθηκε αυστηρά κι επιπλήχτηκε ακόμα αυστηρότερα.
- Για έλα εδώ εσύ, του λέει ο ειρηνοδίκης, που ξέρεις να στέλνεις πέστροφες… Τριακόσιες δραχμές πρόστιμο!
Κι ο Δημητράκης με μισοκακόμοιρο χαζό ύφος:
- Γιατί, κυρ ει(ρ)ηνοδίκη μου, σε κομπιάσανε οι πέστροφες;

1 σχόλιο :

Ανώνυμος είπε...

ερωτηση!!!τι θα ελεγε τωρα στον παπακωνσταντινου???gerolykos