Δευτέρα, 9 Μαΐου 2011

Ο ΧΑΛΒΑΣ

 Του Πολυχρονόπουλου Μαρίνη ,Φιλόλογου -Ιστορικού

Το παρακάτω συμβάν-ανέκδοτο ,που θα παρουσιάσω ,μου το διηγήθηκε πριν από πολλά χρόνια η μακαρίτισσα μητέρα μου ,η αεικίνητη και πάντα εργατική Ελένη, σύζυγος του μακαρίτη μπαρμπά Γληγόρη –Τζιντάνου , παραδοσιακού βιολιτζή και τραγουδιστή ,γνωστή περισσότερο με το παρατσούκλι της ως Τζιουκολένη, ( κόρη του Γιάννη του Τζιούκα ).
Ως γνωστό ,συνηθίζεται στο χωριό μας ,αλλά και γενικότερα στη Γορτυνία το ίδιο το άτομο να έχει δύο ονόματα ,ένα βαπτιστικό, το επίσημο κι ένα παρανόμι ,το ανεπίσημο κι αυτό για διαφόρους λόγους. ( Βλέπε σχετικά και στο βιβλίο του Θεόδωρου Γιαννόπουλου « Αναμνήσεις από τη ζωή του Χωριού μου » .Αθήνα 1987.)
Ήρωες – πρωταγωνιστές αυτού του περιστατικού ήταν οι συγχωριανοί μας –μακαρίτες προ πολλού ο Γιάννης Κομπόλης ή Πολύδωρας ή Μπλες, του Θεοδώρου και η μητέρα του η Κομπόλω.
Εποχή : λίγο πριν την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, όταν η φτώχεια, η αρχαία πενία ,η μιζέρια ,η ανέχεια ήσαν οι πιο πιστές συντρόφισσες σε κάθε Γλανιτσιώτη ,αλλά και γενικότερα σε κάθε Γορτύνιο ή Αρκάδα. Δύσκολη πράγματι εποχή !!!
Μεροκάματα και εργασίες δεν υπήρχαν εύκολα ούτε στο χωριό ούτε και γενικότερα έξω ,σ’άλλες περιοχές.Η οικονομία του χωριού μας σχεδόν κλειστή, ελάχιστα οφέλη έδινε στο βιοπαλαιστή Γλανιτσιώτη ,είτε ασχολιόταν με τη γεωργία είτε με την κτηνοτροφία ή και τις δυο μαζί .
Εκτός λοιπόν από τις ασύμφορες οικονομικά εργασίες τους στη γεωργία και την κτηνοτροφία εργάζονταν εποχιακά εκτός Γλανιτσιάς ,ιδίως στα παραλιακά μέρη της Πελοποννήσου σε διάφορες εποχιακές εργασίες όπως : στα αμπέλια –σταφίδες ( σκάψιμο-σκάλο,χαράκωμα ,τρύγο ) ,στις ελιές ( για συλλογή του κάρπου και στα λιοτριβεία ) ,ακόμη στα εσπεριδοειδή « στα ξινά »,αλλά και στο κεράσι, στο βύσσινο και μεταγενέστερα ,τη δεκαετία του ΄70 στο δασαρχείο Βυτίνας.
Άλλοι πάλι Γλανιτσιώτες ,κυρίως όμως Γλανιτσιώτισσες εξοικονομούσαν τα άκρως αναγκαία για το σπίτι « εκ των ενόντων » με το να πωλούν στη Στρέζοβα ,νυν Δάφνη Καλαβρύτων ,αλλά κυρίως στα Λαγκάδια διάφορα πρωτογενή αγαθά όπως τυρί ,μυτζήθρες, αυγά ,βορβούς και άγρια λάχανα ,ιδίως καυκαλίθρες και μυρόνια, μύγδαλα ,καρύδια κι αραποσίτι απ΄τον κάμπο της Ρουπακίνας . Τότε ο ιστορικός αυτός Δήμος βρισκόταν στις δόξες του με τις πολλές Δημόσιες Υπηρεσίες , τα μεγάλα μαγαζιά κατά μήκος του κεντρικού δρόμου Τρίπολης -Πύργου και με την πολυπληθή πελατεία τους από τα όμορα χωριά.
Εκείνο που αγόραζαν μετά βουλιμίας οι Λαγκαδινοί για να περάσουν το δρυμή και παρατεταμένο γορτυνιακό χειμώνα ήταν τα ξύλα , τα καυσόξυλα. Προτιμούσαν τα πουρναρίσια ,τα γλατζινίσια ,τα δέντρινα ,γιατί έκαναν δυνατή φωτιά και βάσταγαν περισσότερο απ΄τα ελατίσια ,τα οποία δε φτούραγαν ,επειδή καίγονταν γρήγορα.
Ξύλα αυτής της ποιότητας παρήγαγε πλουσιοπάροχα η περιοχή μας ,που γίνονταν ανάρπαστα στη λαγκαδινή αγορά- παζάρι και έδινε, σίγουρο, εξασφαλισμένο κέρδος στον πωλητή.
Μετά απ΄τη μεγάλη αυτή εισαγωγική αλλά κατατοπιστική παρένθεση ,που κρίθηκε απαραίτητη, επανέρχομαι στο θέμα μου.
Για να κυκλοφορήσει το φτωχικό της η γρια - Κομπόλω και να το εφοδιάζει με όσο μπορούσε περισσότερα αγαθά ,έστελνε σχεδόν καθημερινά το γιο της ,τον Μπλε ,να φέρνει ξύλα απ΄την « Βρυσούλα »,ένα λόγκο μια ώρα ποδαρόδρομο μακριά από το χωριό . Ένα μέρος από αυτά τα χρησιμποποιούσε για το σπίτι της και τα άλλα τα πήγαινε μεσοβδόμαδα αλλά και την Κυριακή στα Λαγκάδια για να τα πωλήσει.
Ο Μπλες τότε παλικάρι με ανάστημα ψηλό,λυγερόκορμος ,μελαψός ηλιοκαμμένος ,ελαφρά βραδύγλωσσος ,αλλά πρόσχαρος ,ανοιχτοχέρρης, πονετικός ,θυμόσοφος και εύστοχος στους χαρακτηρισμούς του ,μα προπαντός δουλευταράς και σκλάβος άδολος ,ήταν το δεξί χέρι της μάνας του στις εργασίες του ξωμάχου.
Φύλαγε τα γίδια και τα πρόβατα και ελάχιστα έβγαινε στην « αγορά.» του χωριού, όπως αντίθετα το συνήθιζε ο αδελφός του Γιώργης Κομπόλης ,που ξημεροβραδιαζότανε στην παράγκα του « Κακαράπη » , Θανάση Γιωργιά, είτε χαρτοπαίζοντας ,είτε ασχολούμενος με τα κοινά του χωριού και με την πολιτική, που την είχε από τότε μέσα στο αίμα του.
Για να υπάρχει λοιπόν στο σπίτι ρευστό η γρια Κομπόλω τον έστελνε στο λόγκο της Βρυσούλας , μ’ένα μουλάρι κόρμπο και έκοβε τα ξύλα ,τα φόρτωνε και τα έφερνε στο χωριό κατά το μεσημεράκι. Στη Βρυσούλα έφτανε αχάραγα ο Μπλες και ξεσκιζότανε στην κυριολεξία να βγάλει τις καλύτερες λουμπρίνες –σειρήνες ,να φτιάξει ένα καλό φόρτωμα για να θερμανθούν τα λαγκαδινά αρχοντόσπιτα.
Η καθημερινή σχεδόν αυτή εργασία κούρασε ,όπως ήταν φυσικό ,το μακαρίτη που άρχισε να προβάλει στη μάνα του ολοένα διάφορα αιτήματα και όρους.Τότε η μακαρίτισσα άρχιζε τα καλοπιάσματα:
-Άει Γιαννάκο μου,άει Μπλε μου και θα σου αγοράσω καινούριες αρβύλες το Πάσχα. Πλησίαζε τότε το Πάσχα,η μεγάλη Λαμπρή.
Τίποτε όμως ο μπάρμπα Γιάννης, ανένδοτος, έστησε πόδι ήθελε κάτι χειροπιαστό, άμεσο.
Τότε η γρια Κομπόλω ,που ήξερε την αδυναμία του γιου της στο χαλβά , ήτανε άλλωστε και μεγάλη σαρακοστή,του λέει ικετευτικά :
-Τράβα Γιαννάκο μου,άειντε Μπλε μου και θα σου φέρω ένα φράγκο χαλβά απ’του Ανθούλη.Ο Ανθούλης διατηρούσε στα Λαγκάδια ένα μεγάλο παντοπωλείο, που είχε και « του πουλιού το γάλα.», που λέει ο λαός μας.
Πρέπει εδώ να σημειώσω ότι ο χαλβάς για την εποχή εκείνη ήταν κάτι με το αντίστοιχο σημερινό χαβιάρι. Αγαθό δυσεύρετο στα μικρά χωριουδάκια και γι’αυτό πανάκριβο,μα ωστόσο πραγματική λιχουδιά.Προσφαγίζοντάς το με λίγο ψωμί μπορούσες να νηστεύεις,χωρίς να εξαντληθείς από τη νηστεία.
Στο άκουσμα λοιπόν και μόνο της λέξης χαλβάς από τη μάνα του ο Μπλες άρχισε κιόλας να ξεροκαταπίνει ! ! Ενθουσιασμένος παίρνει το κόρμπο μουλάρι και « ντουγρού », για πού αλλού ,για το λόγκο της Βρυσούλας. Εκεί ίδρωσε και μάτωσε για να βρει και να κόψει τις καλύτερες σειρήνες και λουμπρίνες.
Έτσι εδιάει ο Μπλες και τ’τάφερε τα ξύλα και σηκώθηκε η γρια -Κομπόλω και τα πάει στα Λαγκάδια και τα πούλησε. Μετά πήγε στου Ανθούλη το μαγαζί , που συνήθιζε να πιστώνει τους πελάτες του.
Αλήθεια ποιος Γλανιτσιώτης δεν τον ήξερε ή δεν είχε γραφεί στα « τεφτέρια » του και του λέει:
-Βάλε μου ένα φράγκο χαλβά,αλλά σε δύο χαρτιά,το’να για δικό μου και τ’άλλο του παλιό-Μπλέ να του το πάω.Φυσικά ο Ανθούλης ούτε κατ’όψη γνώριζε το κατά τα άλλα συμπαθέστατο παλικάρι.
Απέ πήρε το χαλβά η γρια- Κομπόλω και ξεκινήσανε μαζί της και οι όσες άλλες γυναίκες ήσαντε να ‘ρθούνε στο χωριό ,αναμεσά τους και η μάνα μου ,η Τζιουκολένη.
Αντίκριζες από ψηλά ένα πραγματικό καραβάνι να διασχίζει το λαγκαδινό διάσελο,να πέφτει στην « Άρβιτσα »,μια ειδυλλιακή τοποθεσία με κεφαλάρι που ξαπόσταναν άνθρωποι και ζώα ,στη μέση της διαδρομής. Ύστερα να ανηφορίζει στα « Πατερά » και πάλι να κατηφορίζει στου « Κακαβούλη »,να μπαίνει στη συνέχεια στον ξερικό τότε Βαλτεσινιώτικο κάμπο και τελευταία στις Γούρνες, κάπου τρεις ώρες πορεία σε ανώμαλο ,αλλά άκρως εντυπωσιακό έδαφος.
Η γρια- Κομπόλω σ’όλη την πορεία έμενε στην οπισθοφυλακή της ομάδας, καβάλα πάντα στο κόρμπο μουλάρι της και απ’τη λιγούρα της έβγαζε λίγο-λίγο απ΄’το δικό της αρχικά χαρτί το χαλβά της και τον έτρωγε .
Σε λίγο τον απόσωσε και γλύφοντας και το περιτύλιγμα από χαρτί εφημερίδας τότε και όχι όπως σήμερα το λαδόχαρτο, το πέταξε στο δρόμο.
Η μακαρίτισσα Πάτσιαινα ,τότε κοριτσόπουλο, έκανε νόημα στις άλλες γυναίκες ότι η θεία της « καθάρισε » το μερτικό της και την προειδοποίησε να μη φάει το χαλβά του παλιό-Μπλέ λέγοντάς της:
-Τήρα θεία μη φας του παλιό -Μπλέ το χαλβά ,γιατί θα σε σκοτώσει !Θυμάσαι τι σου έλεγε και ξανάλεγε το πρωί,όταν φεύγαμε; Το παιδί τον περιμένει σα μεγάλη Λαμπρή.
Αλλά η γρια δε συνετίστηκε με τα λόγια της Πάτσιαινας .Μένοντας πίσω σκόπιμα άρχισε ξετυλίγει και το χαρτί της εφημερίδας που περιείχε και το χαλβά του Μπλε και έκοβε λίγο-λίγο και τον έτρωγε,.
Έναν καιρό πετάει και το χαρτί, αδειανό πλέον και άρχισε μόνη της να μονολογεί εξομολογούμενη στις άλλες γυναίκες της συντροφιάς την πράξη της, κάνοντας μάλιστα και χειρονομίες « κομμού »,χορού γυναικών αρχαίας τραγωδίας,τραβώντας τα μαλλιά της και σταυροκοπούμενη:
-Μαύρη που’μουνα θα με σκοτώσει ο Μπλες μου ,που του ‘φαγα το χαλβά. Γυναίκες να πείτε ούλες ότι δεν είχε χαλβά ο μαγαζάτορας,ότι κιώθηκε.
Στο μεταξύ ο Μπλες ,υπολογίζοντας το χρόνο που διαρκεί να πάει κάποιος στα Λαγκάδια και να γυρίσει με ζώο και περιμένοντας να υλοποιήσει την υποσχεσή της η μάνα του ,κοντά κατά το δειλινό ξεκίνησε απ’το χωριό γεμάτος χαρά κι ερχόταν σιαπάνω στις Γούρνες να απαντήσει τη μάνα του, να φάει το χαλβά ,« το μάννα εξ ουρανού », σφυρίζοντας μάλιστα τον σκοπό κάποιου παραδοσιακού τραγουδιού.
Σαν ξανάφαναν τα πρώτα μουλάρια μακριά στο Βαλτεσινιώτικο κάμπο άρχισε με ουρανομήκεις κραυγές να ξεφωνίζει ασυγκράτητος:
- Τε έρχεται τε η μάνα μου ,τε έρχεται τε η μάνα μου ,τε θα μου φέρει το χαλβά !! Τε έρχεται τε η μάνα μου !!
Απέ δε βρήκε χαλβά και είδε τις ελπίδες του να διαψεύδονται. Η γης χάνεται κάτω απ’τα πόδιατου!!Ποιος είδε τότε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε !! Δε μώρωνε με τίποτα. Αγαναχτισμένος γύρισε και την έβριζε.
- Τε μωρέ παλιοψεύτρα ,τε τον έφαγες το χαλβά ;
Η μάνα του πονηρή με γλυκόλογα προσπαθούσε να τον ηρεμήσει, μηχανευόμενη το επιχείρημα πως τάχα κιώθηκε ο χαλβάς του μαγαζάτορα και πως της υποσχέθηκε ότι θα φέρει οπωσδήποτε άλλον την άλλη εβδομάδα.
Η Πάτσιαινα όμως και δικαιολογημένα ,μη σηκώνοντας την κατάφωρη αδικία και ψευτιά σε βάρος του Μπλε, αποκάλυψε όλη την αλήθεια ,πως η μάνα του λαίμαργη και πεινασμένη απ’ την εξαντλητική πορεία , ( και ποια αλήθεια απ’την συντροφιά δεν ήταν ) , έφαγε το χαλβά ,αν και την είχε προειδοποιήσει η ίδια.
Η μάνα μου , για να σβήσει τη φωτιά ,που άναψε η γρια - Κομπόλω με το άκομψο φέρσιμό της ,έβγαλε ένα απ΄τα λίγα πορτοκάλια , που είχε στο τράιστο της και είχε κρεμασμένο στο κολιτσάκι του μουλαριού της , και φίλεψε τον παλιό –Μπλέ . Ίσως να του κάλμαρε το θυμό του. Από την λιγούρα του το έφαγε με τις φλούδες.
Παρόλα αυτά ο Μπλες απαρηγόρητος επέστρεψε με τη συντροφιά στο χωριό απογοητευμένος και ορκιζόταν πως ποτέ πια δε θα ξαναπάει στη Βρυσούλα για να κόψει ξύλα για πούλημα .Όρκο όμως που δεν κράτησε για πολύ, σαν του πέρασε ο θυμός.

10 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

H ζωη του Μπλε και πολλων αλλων γεμιζει βιβλια ισως χρησιμα στις εποχες που ερχονται.Δυστυχως ΔΕΝ γραφουν οι παλιοι και ολα αυτα θα χαθουν..[φαινεται απο τα σχολια στην σχετικη αναρτηση]πρεπει να βρεθει τροπος να συμετεχουν στο μπλογκ και να γραφουν βεβαια,ολοι εχουμε ακουσει ιστοριες με πολλα γελια στην μπαναγια, πρεπει να γραφτουν αυτα....γραψτε λιγο ο καθενας μην τα περιμενουμε ολα απο τον ΑΒΒΑΔΑΙΟ....gerolykos


,

Ανώνυμος είπε...

Τον Βαγγέλη του Τζιράκα καί τόν Μαρίνη-συμπληρώνω
ΓΓ

Ανώνυμος είπε...

εχουμε πολλους που ξερουν γραμματα, ας μην ειναι συγγραφεις ας μην εχουν την πενα του αββαδαιου,γιατι δεν συμετεχουν ,η σελιδα ειναι γνωστη και σε μικρα παιδια απο την γλανιτσια gerolykos

Ανώνυμος είπε...

Ο ΑΒΑΔΑΙΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠ ΟΤΙ ΞΕΡΩ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ. ΕΙΝΑΙ ΕΝΕΡΓΟΣ ΣΑΤΥΡΟΓΡΑΦΟΣ ΔΗΛ. ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΕΙ ΩΣ ΔΡΩΝΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΖΩΝΤΑΝΟΥΣ ΚΑΙ ΤΡΙΤΟ ΠΕΙΡΑΖΕΙ ΕΚΕΙΝΟΥΣ Π ΑΓΑΠΑΕΙ ΚΑΙ ΣΥΝΑΝΑΣΤΡΕΦΕΤΑΙ ΚΑΙ ΔΕΧΟΝΤΑΙ ΤΗ ΣΑΤΥΡΑ ΤΟΥ.ΕΧΕΙ ΠΟΛΥ ΥΨΗΛΟ ΔΕΙΚΤΗ ΣΑΤΥΡΙΚΗΣ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΣ. ΠΡΟΦΑΝΩΣ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΤΟ ΕΙΚΑΖΩ ΓΙΑΤΙ ΕΙΧΕ ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ ΤΟΝ ΤΣΙΦΟΡΟ ΤΟΝ ΨΑΘΑ ΚΛΠ. ΑΒΑΔΑΙΕ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΑΓΟΡΑΖΩ ΜΟΝΟ ΤΗΝ ΠΡΟΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΜΕ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΘΑΚΗ Η ΝΑ ΤΗΝ ΑΓΟΡΑΖΩ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ,ΝΑ ΚΡΑΤΑΩ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΝΑ ΤΗ ΔΙΝΩ ΣΤΟΝ ΠΟΥΛΑΚΙΔΑ ΝΑ ΤΥΛΙΓΕΙ ΤΑ ΨΑΡΙΑ;...ΜΠΟΥΡΕΚΟΓΙΩΡΓΗΣ

Ανώνυμος είπε...

μου αρεσει το ειδος του λογου που καταπιανεταικαι επειδη παρακολουθω και αλλους του ειδους του τον θεωρω απο τους κορυφαιους.αρκετα ομως τα υμνολογια καιρος να ξανατιμησει την σελιδα ......τον ζητα η νεοτερη γενια!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!gerolykos

Ανώνυμος είπε...

--Μαζί τα φάγαμε, θειά Μπουρέκαινα...
--Αντάμα, καλόσμουτο, αντάμα !

Αβαδαίος.

Ανώνυμος είπε...

ΠΑΝΟΝ... ΠΑΝΟΝ ΦΕΡΕ ΜΟΥ ΤΟΝ ΚΑΣΜΑΝ....ΚΙ Ο ΠΑΝΟΣ ΣΤΟ ΣΤΡΑΤΟ

Ανώνυμος είπε...

Σε κάθε γιορτή λοιπόν εκείνη την εποχή καλούσαν σαν εκπρόσωπο της οικογένειας τον μακαρίτη τον Κομπόλη, αδελφό του Γιάννη του Μπλε.Όταν όμως χρειαζόντουσαν κάποιο για αγγαρεία φωνάζανε τον Μπλε. Αυτό γινόταν συνεχώς .Κάποια στιγμή αγανακτισμένος ο Μπλές όταν τον φώναξαν να μεταφέρουν ένα πατερό καθώς ήταν και βαρύ ξεσπασε:Τε οταν είναι για γιορτή έλα Γιώργη τε όταν είναι για πατερό τε έλα Γιάννη
Nis

Ανώνυμος είπε...

df

Ανώνυμος είπε...

a