Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

Ο Καγιάς(1894-1965)

Απο το βιβλίο του Θ. Γιαννόπουλου
Για τους παλιότερους δε χρειάζεται σύσταση. Ο Καγιάς ήταν πανταχού παρών. Και με τη ζωντάνια και την ενεργητικότητα του γέμιζε ολόκληρη την κοινωνική ζωή του χωριού. Για τους νεότερους είναι απαραίτητο να δοθούν μερικά στοιχεία της ταυτότητάς του.
Γιαννόπουλος λοιπόν Γεώργιος του Ιωάννου ή Τζιούκα, μεγαλύτερος αδερφός των Ντρούλια, Ξούρια, Μπούγου και Τζιντανοελένης. Μέτριος στο ανάστημα, αλλά πολύ ζωντανός, κοινωνικός, ανήσυχος, φωνακλάς, νευρικός, οξύθυμος, βλάσφημος, φασαριόζος, πεισματάρης, ξύπνιος, νταής στα λόγια και συνάμα πάρα πολύ φιλότιμος, εργατικός και καλός οικογενειάρχης και νοικοκύρης. Τύπος αντιφατικός, τη μια έδειχνε συνεπής εκεί που έδινε το λόγο του και την άλλη δεν το είχε τίποτα, αν καταπατούσε μι συμφωνία που είχε κάμει. Πληθωρικός στις εκφράσεις του και συχνά ασυγκράτητος άφησε σωρό από ιστορίες κι από χαριτωμένα κι έξυπνα καλαμπούρια. Σταχυολογώ μερικά:

Στα παλιότερα χρόνια ο Καγιάς είχε μαλώσει πολύ άσχημα με το Σειρήνη, γιατί κάπου τον κατηγόρησε εντελώς άδικα. Αργότερα τα κομματικά του υποχρεώσανε να συμφιλιωθούν, αλλά το μίσος του Καγιά δεν έσβηνε. Και ζήταγε εκδίκηση.
Κάποτε οι δύο άσπονδοι φίλοι έπρεπε να πάνε μαζί στην Τρίπολη για την ίδια υπόθεση στο δικαστήριο. Αποβραδίς ο Καγιάς λέει στο Σειρήνη να τον ξυπνήσει τη νύχτα, γιατί βαριοκοιμάται και δεν αγρικάει εύκολα.
Έτσι κι έγινε. Ο Σειρήνης ξύπνησε τον Καγιά κατά τις 2 η ώρα τα μεσάνυχτα, για να προλάβουν το αυτοκίνητο στον Καμπέα. Πήγανε λοιπόν οι… φίλοι αγαπημένοι και ξένοιαστοι στην Τρίπολη, τελείωσαν τη δουλειά τους και το βράδυ γυρίσανε πάλι στο χωριό. Οπότε μάθανε πως και τα δυο καλύβια του Σειρήνη στη Μαρτίτσα είχανε καεί εκείνη τη νύχτα.
Μήπως μπορείς, νέε πατριώτη, να μαντέψεις τι είχε συμβεί;
Μόλις οι… φίλοι χώρισαν αποβραδίς, ο Καγιάς, αντί να πέσει για ύπνο, πήγε τρέχοντας στη Μαρτίτσα, έβαλε φωτιά στα καλύβια και πριν από τη συμφωνημένη ώρα βρισκότανε κοιμισμένος στο σπίτι του.
Τα χρόνια περνούσαν κι ο εμπρηστής των καλυβιών του Σειρήνη παράμενε άπιαστος. Πολλούς υποπτεύτηκαν, άλλοι κατηγορήθηκαν, ο πραγματικός δράστης δε βρέθηκε. Θα πεις τώρα πώς τελικά μαθεύτηκε πως ήταν ο Καγιάς;
Το μαρτύρησε ο ίδιος τις τελευταίες στιγμές πριν από το θάνατό του, για να πάει ξαλαφρωμένος στο Άγιο Πέτρο!

Στο κεφ. «Παντρολογήματα κι απαγωγές» αναφέρεται το ανέκδοτο με τις αντρομίδες του Καραβίδα. Την άλλη μέρα από το σχετικό περιστατικό του είπε κάποιος, στον οποίο έκανε τα παράπονά του:
- Την ήξερες τη Θανάσω πως ήταν μεγαλύτερη από σένα, Καγιά. Τι στο διάολο την έπαιρνες;
- Γιατί είχα δώσει το λόγο μου σ’ έναν κερατά, γι’ αυτό, ήταν η απάντηση. Ο κερατάς ήταν ο Καπετανόγιωργης.
Κάποτε όμως που είχε συμφωνήσει να σμίξουν τα πράματα με το Γληγορέα και μετάνιωσε, δεν το θεώρησε καθόλου σπουδαίο να παραβιάσει τη συμφωνία και να σμίξει με άλλους. Κι όταν θέλησε να διαμαρτυρηθεί ο Γληγορέας, υπενθυμίζοντάς του ότι συμφώνησαν¨
- Ε, και; Εγώ ξεσυμφωνάω, του είπε ο Καγιάς. Και σα να μην έτρεχε τίποτα, τράβηξε το δρόμο του.

Μια φορά, στα προπολεμικά χρόνια, είχε ‘ρθει στο χωριό από το Βαλτεσινίκο ο γιατρός Στάθης Κοκκίνης να δει κάποιον σοβαρά άρρωστο. Τότε βρήκαν την ευκαιρία πολλοί χωριανοί και τον κάλεσαν να δει και δικούς τους αρρώστους. Ο γιατρός ζήτησε έναν για παρέα, όπως είπε, να του δείχνει τα σπίτια που θα πήγαιναν, για ν’ απόφευγε τις ταλαιπωρίες. Προσφέρθηκε ο Καγιάς.
Πήγανε στο πρώτο σπίτι, είδε ο γιατρός τον άρρωστο, είπε η νοικοκυρά να τους φιλέψει (σταφίδες και μύγδαλα ήταν τότε η συνηθισμένη φιλιά):
- Α, πα πα! κάνει ο γιατρός. Τίποτα! Τίποτα! φεύγουμε.
Του Καγιά του βαρυφάνηκε, όχι τόσο που δε ρωτήθηκε, όσο που έχασε το φίλεμα. Κι είχε τόση λιγούρα ο δόλιος…
Πήγανε στο δεύτερο, σε τρίτο σπίτια, τα ίδια. Παντού άρνηση του γιατρού να δεχτεί τίποτα. Οπότε πεισμώνει για καλά ο Καγιάς και του αγριεύει:
- Δε μου λες, γιατρέ, είμαστε παρέα ή δεν είμαστε;
- Είμαστε, λέει ο γιατρός με απορία.
- Τότε γιατί στο διάβολο δε με ρωτάς και μένα, αν θέλω ή όχι φίλεμα και παίρνεις μοναχός σου την απόφαση; Από τώρα και πέρα ή θα με ρωτάς ή να ο δρόμος.

Στον καιρό του εμφύλιου ο Καγιάς ήταν «φρούραρχος» στο χωριό. Μια μέρα επικεφαλής στους Χαραντρέα, Κακαράπη, Μιχαλάκο και Φίλιππα Μπαρούνη, με κάτι σκουριασμένα παλιοντούφεκα και μ’ ένα φάκελο σφραγισμένο ανάλαβε να οδηγήσει στην οργάνωση της Κοντοβάζαινας τρεις κρατούμενους αξιωματικούς του στρατού: Το Φλούδα από Νάσια, τον Οικονόμου από Φίλια και τον Αργυρόπουλο από Παγκράτι (τους δυο τελευταίους τους γνώρισα, όταν υπηρετούσα ως επιθεωρητής στο Αίγιο. ο Αργυρόπουλος ήταν συνταγματάρχης στρατολόγος στην Πάτρα, ο Οικονόμου, ανάπηρος, είχε αδερφό δάσκαλό μου).
Στο δρόμο που πήγαιναν είχανε συνέχεια πληροφορίες για τις κινήσεις των γερμανικών στρατευμάτων και σ’ ένα σημείο κατάλαβαν πως ήταν περικυκλωμένοι απ’ όλες τις μεριές. Τότε σκέφτηκαν να γίνουν ένα με τους αξιωματικούς, να τους εμπιστευτούν τα όπλα, κι αυτοί έμπειροι, καθώς ήταν, στην πολεμική στρατηγική και γνώστες της περιοχής να τους έβγαζαν από το αδιέξοδο. Οι αξιωματικοί συμφώνησαν. Έλληνες πατριώτες ήταν.
Εκεί ο Καγιάς σαν υπεύθυνος είπε στους άλλους:
- Σταθείτε, συναγωνιστές. Μπορεί να ‘ναι σωστή η ιδέα τούτη, την ευθύνη όμως την έχω γω. Και συνέχισε με το περίφημο:
- Άστε με λίγο. Θα συνεδριάσω με τον εαυτό μου και θ’ αποφασίσω. Θα βγάλω απόφαση Καγιά …

Ο Καγιάς είχε πάρει στα πολύ σοβαρά του ρόλο του φρούραρχου κι εκτελούσε τα καθήκοντά του με απόλυτη ευσυνειδησία. Έτσι όμως σε μαζευόταν καθόλου στο κονάκι. Και κάθε μέρα είχε να κάνει με τις γκρίνιες τις Καγιούς.
Κάποια μέρα φαίνεται πως οι γκρίνιες ήταν πολύ πιεστικές. Κι ο Καγιάς, για να δώσει στην Καγιού να καταλάβει επιτέλους τη θέση του, της λέει με τη συνοδεία της απαραίτητης βλαστήμιας:
- Μωρή (εδώ η βλαστήμια), κατάλαβες ή δεν κατάλαβες ποιανού γυναίκα είσαι;
- Ποιανού είμαι; αντίδρασε επιθετικά η γυναίκα.
- Αστυνόμου είσαι, μωρή! Κυρ-αστυνόμενα είσαι. Το κατάλαβες τώρα; Πάψε λοιπόν και μην ξαναμιλήσεις!

Όταν το χωριό αποφάσισε να φέρει το νερό από το Κεφαλόβρυσο, ο Καγιάς που θίγονταν καίρια τα συμφέροντά του, εξοργίστηκε τρομερά. Φώναξε, πάλεψε, αγωνίστηκε, φοβέρισε… και τι δεν είπε!
Μια μέρα, όπως έβοσκε τα πρόβατα στην Κούκουλα, συναντήθηκε με το Θοδωρή το Δασκαλόπουλο (τσιοπάνης κι αυτός) από την Κερπινή, και στην κουβέντα τους απάνου ξεστόμισε:
- Εμένα, ρε, να μου πάρουν το νερό; Αν τους βαστάει ας έρθουν (εδώ βλαστήμια). Θα πάρω ένα οπισθογεμί με 200 φυσίγκια και θ’ αρχινήσω: Μπαμ! κάτω ο πρόεδρος. Άλλο μπαμ κάτω ο ένας σύμβουλος. Ξανά μπαμ! κάτω ο άλλος σύμβουλος…Τι θα κάνουν οι άλλοι; Θα διαλυθούν, ρε, και θα φύγουν.
Ο Δασκαλόπουλος μεταβίβασε στον Μπρουκλόγιαννη, στενό φίλο κι έμπιστο του Καγιά, τις τρομερές απειλές του! για να γελάσουν.
Ο Μπρουκλόγιαννης έκανε πως πίστεψε τον κίνδυνο που διατρέχανε οι ιθύνοντες του χωριού. Πήρε κατά μέρος τον υποψήφιο ήρωα κι άρχισε τάχα ναν τον μαλώνει και ναν τον συμβουλεύει:
- Τι κουταμάρες είν’ αυτές που σκέφτεσαι, ρε κουμπάρε; του είπε.
Εξαγριώθηκε ο Καγιάς για την αποκάλυψη των μεγαλεπήβολων σχεδίων του και λέει στον Μπρουκλόγιαννη δυνατά:
- Ποιος σου τις είπε, ρε, αυτές τις σαχλαμάρες; (άλλη βλαστήμια). Εκείνος ο ξεπεσμένος χαλβάς;

Σε κάποιες κοινοτικές εκλογές ο Καγιάς υποστήριξε το αντίθετο προς το Γ. Κομπόλη κόμμα και ιδιαίτερα τον αδερφό του τον Ντρούλια που ήταν υποψήφιος σ’ αυτός. Κέρδισε το κόμμα του Κομπόλη κι όπως το συνηθίζουν στο χωριό, οι νικητές βάλανε κανά δυο γίδες στο λεβέτι και με το Μακρή κλαριτζή ετοιμάζανε γλέντι τρικούβερτο. Οι χαμένοι είχανε μαζευτεί στο καφενείο του Μαγκόγιαννη και σχολίαζαν το αποτέλεσμα. Κάποια στιγμή, ο Καγιάς με τη σκουφίτσα του ως τα μάτια κατεβασμένη, μπήκε στο καφενείο κι ασκοφύσαγε από το κακό του. Γύρεψε ένα φράγκο τσιγάρα, φούντωσε ένα κι άρχισε να καταφέρεται προπάντων εναντίον του αδερφού του Μπούγου, για τον οποίο υποψιαζόταν πως ψήφισε τον άλλο συνδυασμό. Όσο πήγαινε, άναβε, δυνάμωσε τη φωνή του και βλαστήμαγε.
- Μη φωνάζεις, ρε, του λέει σιγά ο Ντρούλιας. Θα σ’ ακούσουν απ’ όξω.
- Και ποιον έχω ανάγκη, ρε; Εγώ είμαι από κείνους, που μπορώ τώρα κιόλας να βγω όξω και να τους ειπώ: Εμπρός, ρε, διαλυθείτε!
Το είπε, ξέσπασε, κάθισε ξανά στην καρέκλα του και συλλογιόταν! Τώρα τη χασούρα συλλογιόταν, τις γίδες που βράζανε συλλογιόταν, ούτε ο έμπιστός του Μπρουκλόγιαννης δεν μπόρεσε να ξεδιαλύνει.

Κάποια χρονιά πάλι ο Καγιάς με τον Μπρουκλόγιαννη κι άλλους μαζί ξεκίνησαν ένα βράδυ να πάνε στο Αίγιο για σκάψιμο. Στην Κερπινή ακολούθησαν μαζί τους ο Θοδωρής ο Δασκαλόπουλος κι ο Αντρέας ο Κατσιαμάκος. Τον πρώτο ο Καγιάς τον είχε φίλο, με το δεύτερο δεν είχε σχέσεις. Κι όπως ήταν σκοτάδι, ούτε κατάλαβε ποιος ήταν.
Στο δρόμο καθίσανε κάπου να ξαποστάσουν. Ο Καγιάς άναψε τσιγάρο.
- Δώσ’ μου και μένα, μπάρμπα, ένα τσιγάρο, τον παρακάλεσε ο Κατσιαμάκος.
Ο Καγιάς, φιλότιμος πάντα του ‘δωσε πρόθυμα, χωρίς να τον ξεχωρίσει στο πρόσωπο.
Πιο πέρα άλλο τσιγάρο, ο Καγιάς, άλλο δώσ’ μου και μένα, μπάρμπα, ο Κατσιαμάκος.
Το κακό επαναλήφτηκε αρκετές φορές, ώσπου ο Καγιάς δεν κρατήθηκε. Άναψε από το θυμό του και φώναξε:
- Θα σου δώσω και τώρα κι ως το πρωί, ρε παλιοπαιδέα (ακολούθησε βλαστήμια), ίσιαμε να φωτίσει, για να ιδώ τι σόι άνθρωπος είσαι!

Μετά τον ανταρτοπόλεμο και το κυνηγητό που ακολούθησε, ο Καγιάς ησύχασε και προσπαθούσε να πείσει τις Αρχές ότι ήταν νομιμόφρων και… εθνικόφρων. Γι’ αυτό μια χρονιά, παραμονές του Ευαγγελισμού, ζήτησε από τον πρόεδρο της Κοινότητας Γ. Κομπόλη να του αναθέσει την εκφώνηση του πανηγυρικού της ημέρας.
Ο πρόεδρος ήταν επιφυλακτικός. Ο Καγιάς επίμενε και παιζόταν μια διελκυνστίδα αρκετές μέρες.
Κάποια ώρα, παρουσιάζεται ενθουσιασμένος και ξαναμμένος ο Καγιάς στον πρόεδρο και του λέει:
- Άκου, πρόεδρε, είμαι σίγουρος πως ο λόγος μου θα ‘χει επιτυχία μεγάλη.
- Πώς το κατάλαβες; τον ρωτάει ο πρόεδρος.
- Να σου ειπώ: Εχτές έβοσκα τα πράματα στο Τριλάγκαδο. Έπιασε κείνη η δυνατή νεροποντή, που ξέρεις, που ανάγκασε τα πρόβατα να χωθούν κάτω από τα πουρνάρια. Εγώ έκατσα σ’ ένα άλλο πουρνάρι απέναντί τους και τήραγα να μη βραχώ. Σε μια στιγμή μου ήρθε η ιδέα να κάνω πρόβα στο λόγο μου. Κείνη την ώρα κράτησε κιόλας και βγήκε ο ήλιος. Ανέβηκα, που λες, σ’ ένα κοτρόνι κι άρχισα με φωνή κατά πως πρέπει σ’ επίσημους λόγους:
- Το Έθνος το Ελληνικόν…
Τα πρόβατα, που ως τότε δε κουνιόσαντε καθόλου, κάνουν απότομα όλα μαζί πατ! σηκώσανε ψηλά τα κεφάλια και με τηράγανε κατάματα γεμάτα ενθουσιασμό κι ευχαρίστηση… Όπως καταλαβαίνεις, πρόεδρε, δεν είναι δυνατόν, παρά να πετύχει ο λόγος μου…

Δεν υπάρχουν σχόλια :