Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Ο ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ

Του Βαγγέλη Κ. Χριστόπουλου
--Η ζωή είναι ωραία στο χωριό. Έλεγε και ξανάλεγε.
Ξυπνούσε πρωί και ξεκίναγε για το καφενείο. Πέρναγε το Τακαίϊκο σπίτι έστριβε αριστερά προς του Κοζάτου, ανέβαινε στην Κατσιαίϊκη γειτονιά , πέρναγε μπροστά από του Παπά την κατωγόπορτα και έβγαινε στην Παναγιά, τη μεγάλη πλατεία του χωριού. Τα πρώτα χρόνια στις αυλές των σπιτιών συναντούσε πατριώτες και έλεγε καμιά καλημέρα. Τώρα σπάνεψαν οι άνθρωποι, ερήμωσαν τα σπίτια!. Είναι όμως εκ φύσεως ενθουσιώδης και ευτυχής που βρίσκεται στο χωριό και την έλλειψη των ανθρώπων την παραβλέπει.
Φτάνοντας στο καφενείο πίνει το Ελληνικό καφεδάκι του, την μια φορά , Νες καφέ την άλλη.
-- Θανάση, μήπως έχεις Αμερικάνικο ή Γαλλικό καφέ ;
-- Θα πα να κόψω Γιάννη, να περιμένεις.
-- Είπα μήπως.
-- Μου έχουν ζητήσει πολλοί τελευταία στο χωριό και το σκέπτομαι να φέρω σύντομα.
-- Εμείς στο Αμέρικα τον καφέ τον πίνουμε με τις κούπες. Τον σερβίρουνε σε μια κανάτα και μπορείς όλη μέρα να λημερίσεις , έλεγε του Θανάση του καφετζή.
Καθόταν έξω από το καφενείο , σε μια καρέκλα και άπλωνε με τρόπο, το ένα του χέρι αργά- αργά να φαίνονται τα χρυσά δαχτυλίδια, σ’ αυτούς πού κάθονται προς το Δημαρχείο. Κατόπιν άπλωνε το άλλο χέρι, να φαίνεται το ρολόϊ και τα υπόλοιπα δαχτυλίδια. Γύριζε και κοίταζε προς του Τούρκου , για να τον προσέξουν και οι υπόλοιποι θαμώνες του καφενείου και να καμαρώσουν τα χρυσόχερά του.
Την άλλη ημέρα άλλαξε δρομολόγιο. Ξανάφανε από της Πατσιέβως το σπίτι , κατά τις δέκα και μισή. Έφτασε στον πλάτανο του Παπαντώνη και κατάληξε στου Θανάση. Στο κεφάλι του φορούσε ένα κόκκινο καπέλο με γείσο , στολισμένο με δυο τρία αστεράκια , έμβλημα της Αμερικάνικης σημαίας. Επάνω έγγραφε Bank of amerika, η μεγάλη δύναμη.
-- Η Τράπεζα μοίραζε διαφημιστικά καπέλα. Tους είπα ότι θα έρθω στην Ελλάδα και μου έδωσαν δυο τρία να καπελώσω όποιον θέλω. Oi Τράπεζες, μου είπαν , είχαν καπελώσει πολλούς Έλληνες στην Ελλάδα και έχασαν τα λεφτά τους με κάτι ομόλογα . Δεν κατάλαβα πως έγινε αυτό εδώ, στην Αμερική δεν γίνονται τέτοια πράγματα.
Φόραγε ένα τζάκετ με πολλές και βαθιές τσέπες και είχε μέσα Αμερικάνικα προϊόντα, αναπτήρες ,τσιγάρα, κομπολόγια ,μπρελόκ, θήκες για ταυτότητες , κολιτσίνες και άλλα μικροαντικείμενα που τα προόριζε για δώρα στους πατριώτες. Στο καφενείο του Θανάση βρίσκει τον Μάγκα που τον καλοδέχεται με χαμόγελο.
-- Μάγκα, πέρσι σε κέρδισα στην δηλωτή. Θυμάσαι; -- Ναι Γιάννη θυμάμαι, φέτος όμως να ιδώ τι θα κάνεις.
- - Να σου ειπώ Μάγκα, και φέτος θα κερδίσω.
-- Πού το ξέρεις Γιάννη; --Να! Στο Αμέρικα ένας Ντόκτορ μου σύστησε να τρώγω αβγά από καβουρομάνες και είδα μεγάλη βελτίωση στην μνήμη.
-- Τι λές Γιάννη ; Από τα πουλακιδίσια αυγά που τρώγω εγώ κάθε ημέρα είναι καλύτερα;
-- Ίσως δεν το ξέρεις Μάγκα .
-- Τότε Γιάννη, τώρα που ακόμη είναι πρωί, πάμε στην Λιάσκοβα για καβουρομάνες.
-- Μάγκα, πότε γεννάνε αυγά τα καβούρια;
-- Μπρούκλη, την άνοιξη με φεγγάρι για να βλέπουνε!
-- Δεν ξέρω Μάγκα, αν γεννάνε την άνοιξη και έξω από το νερό.Αύριο θα πάρω τηλέφωνο στην Αμερική να μάθω!.
-- Γιάννη, τι να μάθεις από την Αμερική; Ο Λαγιόγιαννης ξέρει απ’ αυτά. Κάθε ημέρα περνάει από τη Λιάσκοβα , όταν πηγαίνει στ’ Αρδούνια για τα πρόβατά του και βλέπει. Μαζεύει και καβουρομάνες για την Ελένη.
-- Αστο διάβολο κουφό!.. ε κουφομπέλεχα!. –λέει ο Γιάννης- μου φαίνεται ότι με κοροϊδεύεις!..
Ο Μπρούκλης το πίστεψε ότι υπάρχουν καβούρια όπως τον παλιό καλό καιρό.
--Γιάννη, μήπως έφερες εδώ αυτό το φάρμακο για τη μνήμη να το δώσουμε στις γίδες που ξεχνούν να γυρίσουν στο σπίτι μου;

-- Μάγκα , όταν θα πάω στην Αμερική θα σου το στείλω και θα με θυμηθείς. Ο Γιάννης ψάχνει τις τσέπες του βγάζει δυο κολιτσίνες.
-- Μάγκα, στην Αμερική έχουμε καλές κολιτσίνες και προτείνω να παίξουμε με αυτές. Η μία έχει λευκές ημίγυμνες καλλονές. Αν θέλεις, Μάγκα, παίζουμε με αυτή.
-- Η άλλη τι έχει Γιάννη;
-- Έχει μαύρες καλλονές.
-- Οι καλλονές Γιάννη, σε γνωρίζουν και θα’ρχονται όλες σε σένα. Και συμφώνησαν να παίξουν με κολιτσίνα του καταστήματος.

Διάλεξε ο Γιάννης μια καρέκλα και κάθισε στο τραπεζάκι, απέναντι στο Μάγκα και παράγγειλαν τους καφέδες.
--Γιώργη, εγώ θα πληρώσω τους καφέδες . Χώνει το χέρι του στην τσέπη του τζιν παντελονιού του, που ήταν γυρισμένο από κάτω το ρεβέρ τέσσερες πέντε φορές!.
-- Γιάννη, τι βλέπω εφτού ;
-- Τι βλέπεις Μάγκα;
-- Εχθές, αν θυμάμαι καλά , φορούσες άλλα παπούτσια με γελαδί χρώμα, σήμερα βλέπω άλλα παπούτσια με ψηλό τακούνι.
-- Γιώργο, εμείς στην Αμερική έχουμε πολλά παπούτσια. Υπάρχει πλούτος εκεί, πώς να στο ειπώ; Άλλα παπούτσια φοράμε το πρωί , άλλα το απόγευμα. Άλλα οι ψηλοί και άλλα οι κοντοί. Εγώ έχω ένα φίλο τσαγκάρη από την Στέζοβα και παραγγέλνω οκτώ ζευγάρια το χρόνο!.
--Τόσα πολλά Γιάννη; -- Να έχω δυο ζευγάρια παπούτσια για κάθε εποχή.

Όταν ήρθαν οι καφέδες, έβγαλε ο καλόκαρδος Αμερικάνος μας ένα μάτσο δολάρια να πληρώσει.
-- Πόσο κάνουν οι καφέδες Θανάση;
-- Ένα και εξήντα λεπτά. Βγάζει ο Γιάννης δυο δολάρια και τα αφήνει στο τραπέζι.
-- Τι να τα κάνω Γιάννη αυτά; - του λέει ο καφετζής-.
-- Θέλω μια ημέρα να πάω στην Τρίπολη στην Τράπεζα, έξοδα, προμήθειες , χρόνος, καταλαβαίνεις… Άστα Γιάννη τους κερνά εγώ του καφέδες. Μούδιασε ο Γιάννης . Και αυτός ο καφετζής πήγε να του κόψει τον αέρα!.
-- Γιάννη, μια χάρη θέλω, του λέει ο Θανάσης ο καφετζής.
-- Ότι μου ζητήσεις Θανάση θα στο κάνω .
-- Όταν φύγεις να μου αφήσεις το κόκκινο σκουφί.
-- Τι λές Θανάση ; Θα σ’ αφήσω και άσπρο και κίτρινο. Έφερα σκουφιά να μοιράσω στους πατριώτες.
-- Γιάννη, εγώ μόνο το κόκκινο θέλω - του είπε κοφτά ο Θανάσης.
-- Κομμουνιστής είσαι; του λέγει ο Γιάννης γελώντας.
-- Όχι ! αλλά στη Μπαλιζού στο καλύβι, που έχω τις κότες, θα το κρεμάσω σε ένα παλούκι να φοβούνται οι αητοί, τα όρνια, και να φεύγουν!. Θέλοντας και μη γέλασε και ο Γιάννης και οι υπόλοιποι.

Ο Αμερικάνος χαίρεται να έχει τους πατριώτες του γύρω- γύρω, να τους κερνά και να τους λέει ιστορίες . Θυμάται τα παλιά και για όλους έχει έναν καλό λόγο να ειπεί. Στο χωριό θυμάται πατριώτες που είχαν έλθει από τη Αμερική και τους φωνάζανε Μπρούκληδες. Ζήλευε και ήθελε να τον φωνάζουμε Μπρούκλη , όπως τους ανθρώπους εκείνον τον παλιό καλό καιρό.
-- Μπρούκλη, πώς περνάς στην Αμερική; Πηγαίνεις σε καφενείο, έχεις κόσμο να μιλάς;
-- Εκεί Μάγκα, δεν έχει τέτοια. Από το πρωί, πρίν φέξει η ημέρα, πας στην δουλειά και δουλεύεις ήλιο με ήλιο σε κάτι υπόγεια!.
-- Μα αφού δουλεύεις σε υπόγεια, που τον βλέπεις τον ήλιο;
-- Δεν καταλαβαίνεις τι σου λέω. Έχει ρολόϊα και το καταλαβαίνεις με τους δείκτες .
-- Και τι δουλειά κάνεις Μπρούκλη μου;
-- Λαντζέρης Μάγκα, πλένω πιάτα , αλλά είναι καλή δουλειά. Αν κάνεις καλά την δουλειά σου δεν σε ενοχλεί κανένας. Εκεί δεν έχει καφενείο όπως εδώ, δεν βρίζονται μεταξύ τους .

( Οι Αμερικάνοι είναι πολιτισμένοι άνθρωποι. Στο Πακιστάν, στο Αφγανιστάν, στο Βιετνάμ παλιότερα δεν έδερναν τους ανθρώπους! Τους χτυπάγανε στο ψαχνό, μια και κάτω!. )
--Τι μας λές βρέ Μπρούκλη; Εμάς τους Έλληνες παντού μας προστατεύουνε!.. Στην Κύπρο, στο Αιγαίο, στα Σκόπια!..
-- Να προσεύχεσθε, να μην φύγουν από την Σούδα οι βάσεις που έχουν. Χαθήκατε!. Και ο λαός πολύ σας αγαπάει εσάς τους Έλληνες!.
-- Από πού το κατάλαβες Μπρούκλη;
-- Να! τώρα που ερχόμουνα στην Ελλάδα, μου φώναξαν να πάρω δυο βαλίτσες ρούχα. Για πέταμα τα είχαν ,αλλά μου είπαν: Δεν πειράζει δώστα στους πατριώτες σου, φτωχοί είναι. Να γιατί σου λέγω ότι είναι καλοί οι Αμερικάνοι και σας αγαπούν.

Έφτασα στο καφενείο, είχα πληροφορίες για την εδώ άφιξη του Μπρούκλη. Κάποιος του είπε : «Αυτός που έρχεται τον γνωρίζεις ποιός είναι»; « Δεν τον γνωρίζω , θα είναι από διπλανό χωριό. Κερπινιώτης είναι;
--Τι λες Μπρούκλη, δεν με γνωρίζεις;
-- Δεν σε θυμάμαι.
-- Δεν θυμάσαι το χουνέρι που πάθαμε στο Βαλτεσινίκο;
-- Ότι και να λές δεν μου έρχεσαι στο μυαλό. Έχεις πολύ μεγαλώσει.
-- Έχεις δίκαιο, είπα. Εσύ Μπρούκλη μου, έχεις μείνει μικρός. - Και γελάσαμε -.
-- Για πες μου για το χουνέρι, μήπως σε θυμηθώ.
Ο Μάγκας άκουγε την συζήτηση και του λέει: Μπρούκλη κείνο το φάρμακο του Ντόκτορα δεν σε βοηθάει;
-- Γιάννη, δεν θυμάσαι που ο δάσκαλος μας έβαλε τιμωρία στο υπόγειο, γιατί γεμίσαμε τις τσέπες μας με μύγδαλα από τον κήπο του Αντρίκα, για να χορτάσουμε την πείνα μας; Δεν θυμάσαι μια παλιογαϊδούρα σαράντα πέντε χρονών που είχες και πήγαμε στο Βαλτεσινίκο να φέρουμε αλεύρι;
Όλοι ήθελαν να ακούσουν την ιστορία: Είμαστε μικρά παιδιά. Μας φορτώσανε την Γαϊδούρα και πρίν βγούμε από το χωριό ήταν ένα αυλάκι με νερό . Πάει να πηδήσει η Γαϊδούρα και έπεσε μέσα στο αυλάκι , το νερό καράβωσε και πάει το αλεύρι!. Αντί να βοηθήσουμε το ζώο, καθόμαστε και γελάγαμε!..

Ο Μπρούκλης, μετα από όλα αυτά, σαν κάτι νατούρθε στο μυαλό. Ρε Βαγγέλη, εσύ ‘σαι ; Θυμάμαι που αρχίσαμε τα γέλια και η γαϊδούρα ήταν ανήμπορη να σηκωθεί .
Σηκώθηκε από την καρέκλα του, με αγκάλιασε και φιληθήκαμε
-- Γιάννη, πως από δω ;
-- Βαγγέλη έρχομαι κάθε χρόνο εδώ. Έχω έρθει και δυο φορές το χρόνο, βλέπεις ανάγκη.
-- Γιάννη, τι ανάγκη έχεις εσύ;
-- Η μάννα μου Βαγγέλη, είναι εδώ , δεν το αποχωρίζεται το χωριό και την μάνα μου την αγαπώ. Θέλω να περνάει καλά, και καλά περνάει όταν έρχομαι και την βλέπω. Όσο ζει η μάνα μου, θάρχομαι και μια και δυο φορές το χρόνο, γιατί και εγώ αγαπώ την μάνα μου!. Αλλά και το χωριό μου!.
Γιάννη, πόσοι Μπρούκληδες ξέχασαν , γονείς, αδέλφια, συγγενείς, χωριανούς. Εσύ όμως είσαι ένας διαφορετικός Μπρούκλης!. εύγε!!

Ο Μπρούκλης μας το πρωί που ξυπνάει κοιτάζει προς την Ελλάδα. Η σκέψη του περνάει λιμάνια, θάλασσες, ωκεανούς , ηπείρους και χωρίς να κάνει στάση , φτάνει στο πλούσιο σπιτικό του, στο χωριό του. Εκεί συναντά την μάνα του , την καλημερίζει, παίρνει την ευχή της, λέει μια καλημέρα και σε πατριώτες και μέσα του ακτινοβολεί φως και ευτυχία!.. Έτσι χρόνια τώρα συνεχίζει την ζωή του.
Πατριώτη Γιάννη, σε αγαπούμε και σε περιμένουμε και πάλι κοντά μας στην όμορφη Γλανιτσιά..
B Girakas

8 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

eise protos

Ανώνυμος είπε...

τωρα ρε βαγγελη γελανε ηηη κλαινε???μπραβο!!!!!gerolykos

Ανώνυμος είπε...

Σαφως μπραβο!!!!
πκ

Ανώνυμος είπε...

Ευτυχώς για εμάς τους Γλανιτσιώτες της πολύ κρύας αυτό τον καιρό Τριπολιτσάς ,που μας ζέστανε και πάλι ο γειτόνας μου Βαγγέλης με τις φωτογραφίες και χτυπητές πινελιές του στην ηθογραφία του " Αμερικάνου " του. Έτσι στο πρόσωπο του φίλου μας και συμπατριώτη μας, του Γιάννη της Ξανθής, ηθογραφείται έμμεσα ο Έλληνοαμερικανός, ο Μπρούκλης της εποχής μας.
marpolix

Ανώνυμος είπε...

μπραβο και στους δυο σας!!

αρης είπε...

θελω καποιος να μου εξηγησειαυτα που γραφονται στη ιστοσελιδα του χωριου απο ολα τα παιδια που μας γεμιζουν αγαπη και η νοσταλγια για το χωριο και τους κατοικους ειναι ιδιο του γλανιτσιωτη ή ειναι γενικο. Απο τα γραφομενα οπως αριστα παρουσιαζονται αλλα ερχονται στη μνημη οσων τα εζησαν και αλλα τα ακουμε για πρωτη φορα και ας ζουσαμε και εμεις μαζι τους . Δεν υπαρχουν λογια να εκφραστουμε ας τους εχει ο θεος καλα
αρης

Ανώνυμος είπε...

αρη τι εννοεις!!!!!!!!!!!!!!gerolykos

αρης είπε...

ενοω οτι ολα αυτα που γράφονται απο τα παιδια ερχονται στην μνημημας γιατι τα ζησαμε μας γεμιζουν νοσταλγια για το χωριο και αεναη αγαπη για τον τοπο που γενηθηκαμε και μεγαλωσαμε
και οτι μορουμε να προσφερουμε και μας το ζητησουν οι συλλογοι θα το προσφερουμε
αρης