Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

Ο ΚΑΦΕΣ ΤΟΥ ΚΟΛΙΑ

Tου ΒΑΓΓΕΛΗ Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Ήταν εποχή “ και τα σκυλιά δεμένα” . Αστυνομικές διατάξεις ρύθμιζαν τις ώρες λειτουργίας των μαγαζιών ,την απομόνωση των γουρουνιών στα κουμάσια, τις ώρες κοινής ησυχίας κλπ. Αστυνομική διάταξη απαγόρευε την Κυριακή το άνοιγμα των καφενείων, παντοπωλείων πριν σχολάσει η εκκλησία.
Ο έλεγχος από την Αστυνομία ήταν διαρκής και αυστηρός. Οι μηνύσεις έπεφταν βροχή
Ο Κόλιας ξύπνησε πρωί ,μίλησε τα τυπικά με την γυναίκα του την Τσιάμη, για τον ύπνο που κάνανε, για τον καιρό σήμερα , για τον παπά και την καμπάνα που χτύπησε και τι θα φάνε σήμερα .Ότι είχαν να ειπούν, τα είπανε και για είκοσι λεπτά ήσαν αμίλητοι.
Όρεξη να πάει στην εκκλησία δεν είχε, και το σπίτι και ο τόπος δεν τον κράταγε.
Ήθελε αλλαγή περιβάλλοντος. Ήθελε καφέ, ήθελε έναν άνθρωπο να ειπεί δυο κουβέντες. Ήθελε τέλος πάντων έναν άνθρωπο να τον κουρντίσει, να τον πειράξει.

__Γιώρη. Ρε Γιώρη. Σήκω κάνε τον κατήφορο. Στραβώθηκες δω μέσε!.
__Που να πά. Είναι γρήγορα. Η δεύτερη καμπάνα δε βάρεσε.
__Σήκω ρε. Ας μη βάρεσε!.
__Δε σε βάζουνε στο καφενείο, φοβούνται οι ανθρωπίσκοι.
Με την παρακίνηση της Τσιάμης ξεκίνησε για τα μαγαζιά
Ντύθηκε, φόρεσε την τραγιάσκα, πήρε και την μαγκούρα του, που δεν την αποχωριζόταν με τίποτε, και κατηφόρισε στου Γάκη το σπίτι. Πήρε τη δημοσιά και στην πλατεία που έφθασε διάλεξε να πάει στου Μαγκοθανάση το καφενείο.
__Και καλημέρα Θανάση. Και να μ’ ανοίξεις το μαγαζί να μπω μέσα.
Ο Θανάσης χαμογέλασε.
__Είναι γρήγορα, μπάρμπα Γιώργη, ν’ ανοίξω το μαγαζί.
__Και μη φοβάσαι κι ο Κόλιας θα κάνει καλά.
__Μπάρμπα η εκκλησιά δεν έχει σχολάσει και θα βρω το μπελά μου από το χωροφύλακα.
__Και τίλογα θα βρείς το μπελά σου; Και έγκλημα κάνεις;
__Μπάρμπα, η Αστυνομία θεωρεί σοβαρή παράβαση το άνοιγμα του μαγαζιού προτού απολύκει η εκκλησία! Είναι και αθέμιτος ανταγωνισμός και βάσει του νόμου 912/1914 κάνουν μηνύσεις με σοβαρά πρόστιμα.
__Και τώρα θα βρεις το μπελά σου, που δεν ανοίγεις.
Και συνεχίζοντας λίγο άγρια: « άκουσε να σου ειπώ Θανασάκο. Κάνει πολύ κρύο, αν πλευριτώσω, εσύ θα έχεις την ευθύνη! Σε μια γωνιά του μαγαζιού θα κάτσω.
Στην υπομονή του και με τα τελευταία λόγια που του είπε, άνοιξε και μπήκε μέσα.
Έβγαλε από την τσέπη του χαρτί εφημερίδας, λαθραίο καπνό, ανακατωμένο με ψίχουλα ψωμιού και έστριψε ένα χοντρό τσιγάρο. Μόλις τελείωσε το τσιγάρο,
__Και Θανάση, δεν μου δίνεις την φωτιά σου;
__Πάρε φωτιά, του είπε ο Θανάσης. Εγώ θα κλείσω την πόρτα και θα κάτσω έξω μην παρουσιασθεί κανένας χωροφύλακας.
__Και έκανες το καλό. Και δεν φτιάχνεις και έναν γλυκό καφέ; Εδώ που κάθομαι κανένας δεν με βλέπει.
Έτσι κατάφερε το Θανάση και του έφτιαξε πετυχημένο καφέ με καϊμάκι.
__Έγινε η επιθυμία σου, όπως ήθελες,μπάρμπα.
__Και τώρα Θανάση, και ότι θέλεις κάνε. Εμένα με τακτοποίησες.
Ο Θανάσης καθότανε σε αναμμένα κάρβουνα. Έκλεισε την πόρτα του μαγαζιού και γύρορχόταν έξω στην αυλή. « Ο Θεός θέλει τον κλέφτη, θέλει και το νοικοκύρη». Νάσου ο χωροφύλακας ξανάφανε και απ’ ευθείας ήρθε κοντά του!!. Πιστός στην εντολή που είχε, άνοιξε την πόρτα του μαγαζιού για έλεγχο. Έριξε μια ματιά στο εσωτερικό του και βλέπει τον πελάτη να κάθεται στην γωνία, να καπνίζει και να πίνει καφέ. Δαχτυλίδια καπνού ξανθόμαυρου χρώματος ανέβαιναν στο ταβάνι.
Ο Κόλιας ατάραχος, άβουλος για την ώρα δεν αντέδρασε, δεν μίλησε.
__Κύριε Βασιλόπουλε, γιατί δεν τηρείς το νόμο και έχεις το μαγαζί σου ανοιχτό;
__Κύριε Αστυνόμε μου, για φτούνον λες; Και έδειξε τον Κόλια.
__Αυτός που πίνει καφέ, δεν είναι πελάτης σου;
__Αυτός Αστυνόμε μου, είναι από χθές το βράδυ μέσα!.
Γέλασαν και οι δυο. Και ο Θανάσης όσες φορές το αφηγείται γελάει. Ο Κόλιας έσβησε γρήγορα το λαθραίο τσιγάρο και πλησίασε στον χωροφύλακα.
__Και καπετάνιε, καλημέρα. Και φτιάχτου καφέ Θανάση.
__Εσύ ποιος είσαι; τον ρώτησε ο Χωροφύλακας.
__Και τόσο γρήγορα με ξέχασες; Κι ο Κόλιας είμαι.
__Εσύ είσαι κύριε Κόλια; δεν σε πρόσεξα. Καφέ αργότερα θα κεράσεις, να τελειώσει η εκκλησία.
__Και Θανάση, να μην ειπούμε τίποτα και εκθέσουμε τον Αστυνόμο. Και βλέπεις πως καθαρίζω.
__Σε άλλον δεν άνοιγα μπάρμπα. Τήρα μην το μάθουν από σένα για τον καφέ. Ο Χωροφύλακας δεν αστειεύεται!.
Ο Θανάσης έτσι έκανε μέχρι σήμερα. Πέρασε ο χρόνος, αποποινικοποιήθηκε η παράβαση και είναι ελεύθερος να το δημοσιεύσει.

14 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Ελα χψ γράψε τώρα για τον κόλια που ξέρεις πολλά.
πκ

Ανώνυμος είπε...

Είμαι βέβαιος ότι πολύ λίγοι διέκριναν τον κατάλληλα καμουφλαρισμένο ψυχικό πόνο και καημό του Κόλια.Έν τούτοις τα κατάφερνε να διασκεδάζει, με τις ιδιαιτερότητές του και τον πληθωρικό του χαρακτήρα, μια ολόκληρη αγορά,κι όχι μόνο ,για χρόνια και χρόνια. Άφησε τη δική
του εποχή!
Υπάρχει άφθονο βιογραφικό υλικό για τον άνθρωπο αυτό.
Ο Βαγγέλης έκαμε μόνο την αρχή.

Ανώνυμος είπε...

γραψε κατι και συ ενωνυμε αφου ξερεις για τον κολια

Ανώνυμος είπε...

Στην φωτογραφία δείχνει βασανισμένος και παραπονεμένος απο την ζωή
Και πάλι μπράβο στον Βαγγέλη

κουκος είπε...

ο μπαρμπα γιωργης ηταν ενας ευαισθητος και εκφραστικος ανθρωπος καλος τραγουδιστης ειδικα στα τραγουδια της ταυλας .συχνα ελεγε τις λεξεις ανθρωπακια ανθρωπισκοι για ανθρωπους με ταπεινα φερσιματα και χαρακτηρα .θυμαμαι που ζηταγε απο τη μαγαζου κονιακ με καραμελα.ηταν εξαιρετικος συνομιλητης

Ανώνυμος είπε...

Είχε και παρακάτω διαβάθμιση.

ζουδάκια και πελματάκια.

Έχεις δίκιο κούκε, ίσως δε ματάχω ακούσει καλύτερο τραπεζίτικο στη ζωή μου.

Ο πρόωρος θάνατος του παιδιού του τούκοψε τον αέρα, αλλά διαχειρίστηκε τον ανείπωτο πόνο του με αξιοπρέπεια!!!

χψ

Ανώνυμος είπε...

και καλοσμουτα...και τινους εισται εσεις ματι???gerolykos

Ανώνυμος είπε...

Απο σένα χψ περίμενα να γράψεις πολλά.Και περιμένω ακόμη. Σε όλα τα σχόλια σου τον μνημονεύεις σαν να ήταν ο πνευματικός σου πατέρας.
βλ Ρουσσόπουλος χαχα
Υπάρχουν oi νεότεροι που δεν γνωρίζουν σχεδόν τίποτα γι αυτή την γενιά και περιμένουν να μάθουν . Αυτό ισχύει και για σένα gerolyke
Nis

Ανώνυμος είπε...

Ο Γεώργιος Πολύδερας του Κ. ή Κόλλιας, που κληρονόμησε το παρατσούκλι Κόλλιας απ'τον πατέρα του, ήταν ένας συμπαθητικός , ευχάριστος ,κοινωνικός,ευαίσθητος και καλλιεργημένος άνθρωπος . Στα νιάτα του ήταν δουλευταράς , καλός κτηνοτρόφος και καλός τραγουδιστής ,ιδίως στα τραπεζίτικα. Νομίζω πως το αγαπημένο του τραγούδι ήταν :" Κάπου βελάζουν πρόβατα ,κάπου βαρούν τσοκάνια .." Καμάρωνε πολύ και το χαιρόταν.Χαροκαμένος στα γεράματά του,αλλά πάντα στωικός και αξιοπρεπής ( και λίγο τρακαδόρος ),ήταν ο βασικός καθημερινός θαμώνας της αγοράς.Ξανάφαινε στην πλατεία με τη μαγκούρα του στην πλάτη ,φορώντας τη τραγιάσκα του και πήγαινε στην παρέα ,που πρώτη τον προσκαλούσε. Ύστερα χτυπώντας δυνατά με την μαγκούρα του το μεταλλικό στρογγυλό τραπεζάκι έδινε το σήμα στον καφετζή να έλθει για την παραγγελιά ,που για εμάς ήταν γνωστή.-Καφετζή, τσιγάρα και καφέ-καφέ του Κόλλια. Αδιαμαρτύρητα και ευχάριστα πληρώναμε τον καφέ του ,τα τσιγάρα του και ένα κονιάκ. Τιμώντας τη μνήμη του δανείζομαι και αντιγράφω από το βιβλίο του αείμνηστου μεγάλου ΔΑΣΚΑΛΟΥ του χωριού μας Θ. Γιαννόπουλου την άποψή του για τον Κόλλια :- Προσέξτε , κακομοίρηδες ,γιατί αν χαθεί το καλαμπούρι ,η δηλωτή κι ο Κόλλιας ,πάει το χωριό. Έσβησε.
marpolix

Ανώνυμος είπε...

oreos o marinis

κουκος είπε...

χψ δυο παιδια εχασε μην ξεχνας και τον κυριακο που εγω δεν τον προλαβα.........μπαρμπα γιωργης ο στωικος ειχε τα πιο εκφραστικα ματια με υγρο βλεμμα παντα ετοιμα να δακρυσουν θεος σχωρεστον

Ανώνυμος είπε...

Νομίζω ότι ο Κυριάκος ήταν αδερφός της γυναίκας του Δημήτρως (τσιάμης) θα σε γελάσω....

χψ

Ανώνυμος είπε...

Ετσι είναι ακριβως

Ανώνυμος είπε...

Ο Κυριάκος ήτν αδερφός της [Τσιάμης] Δημήτρος και σκοτώθηκε στη Μικρά Ασία {έτσι έμαθα]