Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2019

Με συναισθηματική φόρτιση η εκδήλωση για τον συμπατριώτη μας Ευάγγελο Γιαννόπουλο

Παρουσία πλήθους κόσμου, τιμητική εκδήλωση στη μνήμη του πρώην Προέδρου του, Ευάγγελου Γιαννόπουλου πραγματοποίησε ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών την Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2019 στην αίθουσα εκδηλώσεων του ΔΣΑ «Μιχάλης Επ. Ζαφειρόπουλος».
Το παρών στην εκδήλωση, μεταξύ άλλων, έδωσαν οι: Φώτης Κουβέλης (Υπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής), Ελένη Αυλωνίτου (βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ), Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος (βουλευτής ΚΙΝΑΛ), Γιώργος Καρράς (βουλευτής ΚΙΝΑΛ), Γιώργος Σταματογιάννης (Πρόεδρος Δικ. Συλλόγου Πειραιά), Γεώργιος Ρούσκας (Πρόεδρος Συμβ/κου Συλλόγου Αθηνών), Νικόλαος Κανελλόπουλος (τέως γραμματέας του Υπουργείου Δικαιοσύνης), Στέλιος Μανουσάκης (τέως Πρόεδρος Δικ. Συλλόγου Πειραιά), Βασίλειος Βενέτης (τέως Πρόεδρος Δικ. Συλλόγου Πειραιά), Ιωάννα Καλαντζάκου (πρώην Αντιπρόεδρος ΔΣΑ)Επισης   ο τέως υπουργός Δημ Ρέππας και η τέως βουλευτής Νάντια Γιαννακοπούλου καθώς  οι δήμαρχοι Αγ Παρασκευής συμπατριώτης μας Γιάννης Σταθόπουλος και Γορτυνίας Ι. Γιαννόπουλος 
Σύντομο χαιρετισμό απηύθυνε ο Πρόεδρος του ΔΣΑ, Δημήτριος Βερβεσός, ενώ την εκδήλωση προλόγισε ο δικηγόρος, Βασίλειος Γιαννόπουλος και συμμετείχε η Ιστορική Χορωδία του ΔΣΑ, υπό τη διεύθυνση του μαέστρου, Δημήτρη Καρούζου.
Για τον Ευάγγελο Γιαννόπουλο μίλησαν οι: Αλέκος Παπαδόπουλος, Νικόλαος Κουτρουμπής, Κωνσταντίνος Νταϊλιάνας, Κωνσταντίνος Λυμπερόπουλος και Ιωάννης Τομαράς. Την εκδήλωση συντόνισε η πρώην γεν. γραμματέας του ΔΣΑ, Χριστίνα Τσαγκλή.
Πριν από την έναρξη της εκδήλωσης, σε υλοποίηση απόφασης του ΔΣ του ΔΣΑ, το Γραφείο του Προέδρου του Συλλόγου μετονομάστηκε σε «Αίθουσα Ευάγγελου Γιαννόπουλου».

  Ομιλία Βασίλη Γιαννόπουλου της τιμητικής εκδήλωσης του ΔΣΑ για τον Βαγγέλη Γιαννόπουλο.
Κυρίες και κύριοι,
Αγαπητοί Συνάδελφοι,
Στη σεμνή αυτή εκδήλωση, που για πρώτη φορά καθιερώνει ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών με πρωτοβουλία του Προέδρου κ. Δημ. Βερβεσού , τιμώντας τους διατελέσαντες Προέδρους του, τιμούμε σήμερα μια διακεκριμένη προσωπικότητα της χώρας μας, το δικηγόρο, πολιτικό, συνδικαλιστή και αγωνιστή της δημοκρατίας, ΕΥΑΓΓΕΛΟ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ, που διετέλεσε Πρόεδρος του ΔΣΑ για δυο συνεχείς θητείες από το 1976 μέχρι το 1981.
     Είναι πράγματι ένα χρέος που εκπληρώνει σήμερα ο Δικηγορικός Σύλλογος και όλος ο δικηγορικός κόσμος προς Αυτόν που τίμησε με τους αγώνες του το δικηγορικό σώμα και ανύψωσε με τον λόγο και την πράξη του το δικηγορικό λειτούργημα.
       Στην εκδήλωση αυτή κλήθηκα κι’ εγώ, μετά από επιθυμία του Προέδρου, να παρουσιάσω, σαν άνθρωπος της οικογένειας και κυρίως σαν συνεργάτης του στο δικηγορικό γραφείο για πάρα πολλά χρόνια, την πολυτάραχη διαδρομή του από τη γέννησή του μέχρι τον θάνατό του, σε συντομία βέβαια, διότι την πλούσια δραστηριότητα και το έργο του έχουν κληθεί να παρουσιάσουν οι επόμενοι εκλεκτοί ομιλητές.
                                                       *
        Ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος   γεννήθηκε το 1918 στη Μυγδαλιά Αρκαδίας σ’ ένα ορεινό χωριό της επαρχίας Γορτυνίας, σκαρφαλωμένο στα κακοτράχαλα βουνά της πατρίδας μας και εκεί  έζησε από κοντά τη φτώχεια που μάστιζε το χωριό και βίωσε τις άθλιες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν τότε, μετά ιδίως από τους συνεχείς πολέμους (βαλκανικούς, α’ παγκόσμιο πόλεμο και μικρασιατική καταστροφή).
      Παιδί με αυξημένες νοητικές ικανότητες, άριστος μαθητής, ανήσυχο και κριτικό πνεύμα, αναζητάει το δρόμο της ζωής και τη συμμετοχή του στην λύση των κοινωνικών αντιφάσεων που βλέπει στην καθημερινή ζωή.
       Γι’αυτό, δεκαπεντάχρονος ακόμα, το 1933 φεύγει από το χωριό μόνος του, αφού είχε τελειώσει με άριστα το Δημοτικό Σχολείο  του χωριού και το τότε τριτάξιο Σχολαρχείο στο γειτονικό Βαλτεσινίκο, για τη Τρίπολη και τον επόμενο χρόνο για την Αθήνα, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του, που ήθελε να τον κρατήσει κοντά του, επειδή ο άλλος γιος του, ο Θόικος, υπηρετούσε δάσκαλος κάπου στη Θράκη.
        Δεν ήθελε να γίνει καλός νοικοκύρης στο χωριό, αλλά ήθελε να διευρύνει τις γνώσεις του, να σπουδάσει να αγωνισθεί για τις ιδέες που πίστευε και με τις οποίες γαλουχήθηκε από τους προοδευτικούς ανθρώπους του χωριού, στους οποίους πάντα αναφερόταν σε όλη του τη ζωή.
                                                          *
          Το 1934 φτάνοντας στην Αθήνα, πιάνει δουλειά σε μπακάλικο και σε λίγο, εκδηλώνοντας την συνδικαλιστική του επιθυμία,  γίνεται μέλος του τμήματος νέων του Συλλόγου Εμποροϋπαλλήλων. Ταυτόχρονα γράφεται σε Νυχτερινό Γυμνάσιο, το οποίο όμως δεν ήταν ισότιμο με το δημόσιο, όπως πληροφορήθηκε αργότερα, γι’ αυτό ύστερα από εξετάσεις «ως κατ’ οίκον διδαχθείς», τελειώνει το δημόσιο Γυμνάσιο το 1940 σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας.
         Στο μεταξύ δραστηριοποιείται πολιτικά μπαίνοντας στη σοσιαλιστική νεολαία του Αλεξ. Παπαναστασίου και από ‘δω και πέρα η ζωή του Ευάγγελου Γιαννόπουλου, αναλώνεται στους κοινωνικούς, εθνικούς και δημοκρατικούς αγώνες και ταυτόχρονα στην επιστήμη και στη δημοσιογραφία.    

                                                     * 

       Στην περίοδο της δικτατορίας Μεταξά εντάσσεται στην αντιδικτατορική νεολαία, από τις γραμμές της οποίας αγωνίστηκε κατά της δικτατορίας, όπου και φυλακίστηκε, σε ηλικία 18 ετών, τον Δεκέμβριο 1936, για τη δράση του. 
      Με τη κήρυξη του πολέμου το 1940, πολέμησε στον Ελληνοαλβανικό πόλεμο, ως μόνιμος υπαξιωματικός, όπου και τραυματίστηκε  βαρειά σε μάχη στο Πόγραδετς στις 7-4-1941 με βλήματα στα πνευμόνια και από τα οποία ταλαιπωρήθηκε σ΄όλη του τη ζωή (είχε κριθεί ως ανάπηρος πολέμου).
         Κατά την κατοχή πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση από τις γραμμές του ΕΑΜ-ΕΛΛΑΣ και με το βαθμό του Ταγματάρχη ως διοικητής Τάγματος του 5ου εφεδρικού συντάγματος του ΕΛΑΣ έδρασε  στην Κοκκινιά-Καμίνια-Βόρεια Προάστια (Μελίσσια-Κηφισιά-Χαλάνδρι), μέχρι την απελευθέρωση.
      Στη περίοδο μετά το 1945 και αφού αποτάχτηκε από το στρατό για «ασυμβίβαστη και αντεθνική διαγωγή» ζει και εργάζεται στο Περιστέρι και εκεί διευθύνει το δημοτικό αναψυκτήριο ΟΠΤΑΣΙΑ, που ήταν κέντρο μουσικής ψυχαγωγίας και ταυτόχρονα σπουδάζει νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
        Το 1954 τελειώνοντας τις σπουδές του, ορκίζεται δικηγόρος και συνεργάζεται με το συγγενή  της συζύγου του διαπρεπή ποινικολόγο Σ.Τεγόπουλο.
      Στο μεταξύ, παντρεύτηκε τη γυναίκα που γνώρισε στην αντίσταση, την αξέχαστη Ντιντή, όπως είναι γνωστή, που  στάθηκε δίπλα του επάξια σε όλους τους αγώνες του και με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τον Αργύρη και τη Μαντώ.                                               
                                                      *    
     Η πρώτη 15ετία της δικηγορικής σταδιοδρομίας του, από το γνωστό δικηγορικό γραφείο του 4ου ορόφου της οδού Πανεπιστημίου 34, που υπάρχει και σήμερα, με το γιο του να εργάζεται σ’ αυτό, συμπίπτει με την εποχή του αστυνομικού κράτους και ενάντια σ’ αυτό ορθώνει το ανάστημά του είτε ως δικηγόρος, υπερασπιζόμενος στα δικαστήρια διωκόμενους δημοκράτες είτε ως δημοσιογράφος.
      Εντάσσεται στη νεολαία της ΕΠΕΚ και αργότερα γίνεται μέλος της Κεντρικής Επιτροπής ιδίου κόμματος, ενώ εκδίδει το 1956 τη μηνιαία δημοκρατική εφημερίδα «Περιστεριακή Ζωή» και το 1960 στη συγκρότηση της Ένωσης Κέντρου υπό τον Γ. Παπανδρέου παίζει σοβαρό ρόλο σαν επικοινωνιακός σύνδεσμος των αρχηγών των κομμάτων.
       Μετά τις εκλογές του 1961, συμμετέχει ενεργά στην αποκάλυψη της εκλογικής νοθείας και στις σχετικές δίκες αγωνίζεται από τη θέση της πολιτικής αγωγής. Τότε εκδίδει την δικηγορική εφημερίδα «Δικηγορική Γνώμη», με τεράστια απήχηση στο δικηγορικό και δικαστικό χώρο, μια έκδοση υψηλού πνευματικού επιπέδου, ενώ η μετέπειτα συγγραφική του δραστηριότητα είναι πλούσια.
        Μετά το βασιλικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1965 παίζει σοβαρό ρόλο στην υπεράσπιση των συνταγματικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Γενικός Γραμματέας της Ένωσης Δημοκρατών Δικηγόρων Ελλάδας, άφησε εποχή με τις ογκώδεις συγκεντρώσεις των δικηγόρων στα θέατρα Ακροπόλ και Γκλόρια.
     Κατά την περίοδο αυτή υπήρξε πρωτοπόρος υπερασπιστής της δημοκρατικής νομιμότητας, των ατομικών ελευθεριών και της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης.
      Μνημειώδεις θα μείνουν οι αγορεύσεις του στις μεγάλες πολιτικές δίκες μεταξύ των οποίων του Γοργοπόταμου, ΑΣΠΙΔΑ, ΕΦΕΕ και του Ρ.Πολε.                                         
                                                  *
       Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας βρίσκεται υπό συνεχή αστυνομική παρακολούθηση και ακατάπαυστο διωγμό. Τον Ιούλιο 1969 εκτοπίζεται στο Γαρδίκι Ομιλαίων Φθιώτιδας για 5 μήνες, γιατί τόλμησε μαζί με τους δικηγόρους Γ.Β. Μαγκάκη και Θ.Ζούκα να υπερασπισθεί στο Σ.τ.Ε. την υπόθεση των απολυθέντων από τη χούντα δικαστών, όπου ακολούθησε η γνωστή ακύρωση της απόλυσής τους με πρόεδρο τον Μ. Στασινόπουλο.
        Συνεχείς ήταν οι επισκέψεις μου εκεί, όπου έπαιρνα και τις οδηγίες  για διεκπεραίωση των υποθέσεων του γραφείου.
      Αψηφώντας τον κίνδυνο υπερασπίστηκε με πάθος όλες σχεδόν τις αντιστασιακές οργανώσεις και εκατοντάδες μαχητές της δημοκρατίας. Με την ψυχολογία  του αγωνιστή και την ανιδιοτέλεια του μαχητή παίρνει μέρος στις δίκες της Δημοκρατικής Άμυνας 1970, του Ρήγα Φεραίου 1969 του Πατριωτικού Μετώπου το 1972 και δεκάδες άλλες.
      Η μαχητική και υπερήφανη στάση που τηρεί στα στρατοδικεία τον κάνουν γνωστό και έξω από την Ελλάδα. Το ψήφισμα του Δημοφάντου (410 π.χ.) εναντίον της τυραννίας, διάβασε ολόκληρο στη δίκη της Δημοκρατικής Άμυνας, αφήνοντας άφωνους τους στρατοδίκες, γιατί μιλούσε για θάνατο στους τυράννους, χωρίς τιμωρία.
     Στις 28.11.1970 συλλαμβάνεται και πάλι από την ΕΣΑ αυτή τη φορά, κατηγορούμενος για συμμετοχή στο ΠΑΚ και κρατείται στις φυλακές Κορυδαλλού μέχρι το τέλος του 1971, μαζί με άλλους πατριώτες, ενώ για ένα εξάμηνο ήταν σε πλήρη απομόνωση.
          Μετά την κατάρρευση της δικτατορίας, αγωνίστηκε για την ομαλή επαναφορά της δημοκρατικής ζωής και την αποχουντοποιήση του δημόσιου βίου. Βοήθησε στην αποκατάσταση των δημοκρατικών διοικήσεων στα σωματεία και συλλόγους, όπως και στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών.
                                                    *
       Η αγωνιστική του συμμετοχή στα κοινά και ο επιτυχημένος χειρισμός θεμάτων του δημόσιου βίου, τον καταξίωσαν στη συνείδηση του λαού και του νομικού κόσμου, ώστε όταν έθεσε υποψηφιότητα για το αξίωμα του Προέδρου του ΔΣΑ τον Νοέμβριο του 1976, τιμήθηκε από τους δικηγόρους που τον ανέδειξαν Πρόεδρό τους. Την ίδια τιμή του επιφύλαξαν και το 1978, που και πάλι εξελέγη Πρόεδρος για μια ακόμη θητεία μέχρι το 1981.
      Ως Πρόεδρος του ΔΣΑ, άφησε εποχή (όπως θα αναπτύξουν οι επόμενοι δικηγόροι ομιλητές). Κάτω από τη σωστή οργανωτική και συνδικαλιστική καθοδήγησή του με τη μαχητική κινητοποίηση σύσσωμου του δικηγορικού κόσμου, επιτεύχθηκε η ανόρθωση του δικηγορικού λειτουργήματος και η επίλυση βασικών προβλημάτων του.
                                                       *
      Στην πορεία όλων αυτών των αγώνων του, ιδίως από το 1967 μέχρι το 1981, βρισκόμουν στο πλάϊ του μαζί με τον δικηγόρο Θεόδωρο Κομπόλη, παρακολουθώντας και βοηθώντας τον από κάθε μετερίζι της διαδρομής του, κυρίως στους δικηγορικούς και πολιτικούς αγώνες του. Και βέβαια υπήρξε ο μεγάλος μας δάσκαλος στη σωστή άσκηση της δικηγορίας, εφόδια τα οποία μας βοήθησαν στη δική μας σταδιοδρομία.
       Μετά το 1981, η δραστηριότητά του πέρασε στον κυβερνητικό χώρο, που ως υπουργός στις Κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, στα Υπουργεία Συγκοινωνιών, Εργασίας, Αιγαίου, Εμπορικής Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης αγωνίστηκε για τα συμφέροντα του λαού μέχρι το θάνατό του το 2003, που η κακή μοίρα στέρησε από το λαό τους μαχητικούς αγώνες του.
      Στη σκιαγράφηση αυτής της προσωπικότητας, δεν πρέπει να παραλειφθεί η ανθρωπιστική πλευρά του Ευάγγελου Γιαννόπουλου με την απέραντη αγάπη του για τον άνθρωπο, την παροιμιώδη απλότητα και πηγαία καλοσύνη του και την ανεξάντλητη βοήθειά του σε όλους τους συνανθρώπους του. Δεν είναι τυχαίο που αγαπήθηκε τόσο πολύ από τους ανθρώπους της γενιάς του και ιδίως από τους νέους.
      Τελειώνοντας, έχω να επισημάνω ότι δεν ξέχασε ποτέ το χωριό του και πάντα βρισκόταν εκεί και βοηθούσε, με κάθε τρόπο, με τελευταία μεγάλη προσφορά στο χωριό την ίδρυση του πνευματικού κέντρου, που ονομάζεται «Γιαννοπούλειο» και στεγάζονται οι υπηρεσίες του Δήμου, γίνονται δε και διάφορες εκδηλώσεις.
      Το χωριό, τιμώντας τη μεγάλη του προσφορά γενικώς γι’ αυτό , τον ανακήρυξε το 1986, μεγάλο ευεργέτη.
                                                                             Σας ευχαριστώ

Ομιλία του προέδρου του ΔΣΑ Δημ Βερβεσού 
Σήμερα είναι μια ιστορική μέρα για τον ΔΣΑ. Ιστορική, γιατί αφ’ ενός συνιστά την έναρξη μιας σειράς εκδηλώσεων μνήμης στους εκλιπόντες Προέδρους του ΔΣΑ, οι οποίες σηματοδοτούν την ιστορική αναδρομή των αγώνων και της διαδρομής του σώματος, και  αφ’ ετέρου γιατί αποτίουμε φόρο τιμής στην προσφορά του πλέον εμβληματικού Προέδρου του ΔΣΑ, κατά την εκτίμηση τόσο τη δική μου, όσο και της πλειοψηφίας των δικηγόρων της Αθήνας που γνώρισαν και έζησαν, τον Βαγγέλη Γιαννόπουλο.
Είναι αυτός που με τη δράση του, το έργο του, την ιδιότυπη μαχητική παρουσία του, άφησε εποχή και δημιούργησε έναν τύπο δικηγορικού συνδικαλισμού που αγκάλιασε η συντριπτική πλειοψηφία των Αθηναίων δικηγόρων, και αποτέλεσε πρότυπο, που κληροδοτήθηκε στις επόμενες γενεές.
Ο Βαγγέλης, παρά τις ιδιοτυπίες του χαρακτήρα του, κατάφερε και εισήγαγε μια μαχητική συνδικαλιστική παρουσία στα δρώμενα του δικηγορικού σώματος των Αθηναίων δικηγόρων, εγκαινιάζοντας μια σχολή δράσης, που άφησε ανεξίτηλο ίχνος όχι μόνο στην εποχή του, αλλά και μέχρι σήμερα.
Το πώς αντιλαμβανόταν τον ρόλο του δικηγορικού σώματος και των δικηγορικών συλλόγων ο Βαγγέλης Γιαννόπουλος, καταδεικνύεται εναργώς από το ακόλουθο απόσπασμα από ομιλία του, ως Προέδρου του ΔΣΑ:
«Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι του Κράτους, νομικοί και συνδικαλιστικοί Οργανισμοί υψηλής νομικής δυνάμεως και αυθεντίας, φρουροί της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και οφθαλμοί της δικαιοδοτικής δράσεως των δικαστηρίων, κήνσορες της νομοθετικής ηθικής της πολιτείας δια του καταστατικού της υπάρξεως και λειτουργίας τους νόμου της διατάξεως του άρθρου 199 του Κώδικος περί Δικηγόρων, έχουν και αρμοδιότητα και καθήκον «να συζητούν, ούτοι και ν’ αποφασίζουν περί παντός ζητήματος ενδιαφέροντος το Δικηγορικόν Σώμα ή τα μέλη του Συλλόγου ως και επί παντός γενικώτερου ζητήματος εθνικού ή κοινωνικού περιεχομένου». Και η διάταξις αύτη εάν έλειπε παραμένει πάντοτε κραυγάζουσα προς τους Έλληνας φωνή, φάρος οδηγός, η ιερά της Πατρίδος παραίνεσις προς τα τέκνα της «η τήρησις του Συντάγματος αφιερούται εις τον πατριωτισμόν των Ελλήνων». Και μόνον οι Έλληνες Δικηγόροι και Νομικοί δεν δικαιούνται να αγνοούν την αξίαν, την σημασίαν και την προσταγήν της διατάξεως αυτής».

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο, ότι όλοι σχεδόν οι δικηγόροι εκείνης της εποχής, θυμούνται τον Βαγγέλη Γιαννόπουλο ως τον πιο καλό Πρόεδρο που πέρασε από την ηγεσία του ΔΣΑ.
Και αν ρωτήσεις καθέναν από αυτούς ξεχωριστά, δεν θυμούνται τόσο τα επιτεύγματα της δικηγορικής του θητείας, τα οποία  δεν ήταν ολίγα. Για να θυμίσω μερικά: το 80% της σύνταξης του Εφέτη, ο Διανεμητικός Λογαριασμός (μέρισμα), οι κοινωνικοί πόροι υπέρ του Ταμείου Νομικών  που κράτησαν το Ταμείο όρθιο και πλεονασματικό για πολλά χρόνια. Όλοι θυμούνται κυρίως την άμεση, ενεργή και αποτελεσματική του παρέμβαση στο πλευρό κάθε δικηγόρου, του οποίου η αξιοπρέπεια και το κύρος βαλλόταν από έναν δικαστή, κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
Γιατί πάντα αυτό που μένει σε αυτές τις σχέσεις δεν είναι η αποτίμηση των υλικών επιτευγμάτων μιας διοίκησης, όσο η προσωπική σχέση μεταξύ εκπροσώπου – εκπροσωπούμενου, και η υπεράσπιση της τιμής και της αξιοπρέπειας του δικηγόρου, η οποία ήταν η κορωνίδα της αξιακής πυραμίδας του εκλιπόντος Προέδρου.
Γνώρισα τον Βαγγέλη ενώ ήταν Υπουργός Δικαιοσύνης κι εγώ νεοσσός συνδικαλιστικής, σύμβουλος του Δ.Σ. του ΔΣΑ. Όταν τον προσφώνησα «Υπουργέ», εκείνος με το γνωστό κοφτό, απόλυτο και δηκτικό ύφος του, θυμάμαι, μου είπε : «Θα με λες «Πρόεδρε» γιατί Υπουργοί Δικαιοσύνης θα γίνουν πολλοί, Πρόεδροι όμως σαν κι εμένα κανείς». Παραμερίζοντας επ’ ολίγον την υπερχειλούς υποκειμενικότητας φράση, επισημαίνω τη σπουδαιότητα που επεδείκνυε στη θεσμική εκπροσώπηση του πρώτου επιστημονικού Συλλόγου της χώρας στην πορεία του. Νομίζω ότι – χωρίς ίχνος συνδικαλιστικής αυτοποιητικής διαστροφής - στην Ιστορία θα μείνει πιο πολύ ως Πρόεδρος του ΔΣΑ, παρά ως Υπουργός ή Βουλευτής, θέσεις τις οποίες τίμησε και τιμήθηκε από τον λαό της Αθήνας, διότι εκεί που ανέδειξε το πλήρες ταπεραμέντο, τις δεξιότητες και τις αρετές του ήταν στην Προεδρία αυτού του Συλλόγου. 
Στην μικρή κοινή μας διαδρομή, είχα την τύχη να γνώρισω εκ του σύνεγγυς τον πολιτικό, τον Υπουργό, τον Άνθρωπο. Παρότι ο σκληροτράχηλος χαρακτήρας του τον οδηγούσε συχνά στα άκρα στις συγκρούσεις του, και εξ αυτού του λόγου αναμενόμενο θα ήταν να είχε πλείονες αντιπάθειες, εντούτοις το παράδοξο ήταν, ότι στην μεγάλη πλειοψηφία των καθημερινά μαχόμενων  δικηγόρων της Αθήνας, υπήρχε πλήρης αποδοχή και εκτίμηση, ανεξαρτήτως πολιτικών φρονημάτων και συνδικαλιστικών επιλογών. Η ομόθυμη αποδοχή ερμηνεύεται, νομίζω, από το ο καθένας ένιωθε την παρουσία του Προέδρου Γιαννόπουλου δίπλα του, ιδίως στο ακροατήριο, εκεί που χτυπούσε τότε η καρδιά της μαχόμενης δικηγορίας. Κι αυτό ήταν, που έκανε τόσο ξεχωριστό τον εκλιπόντα στην προθήκη των διατελεσάντων Προέδρων του Συλλόγου μας.
Προσεγγίζοντας πιο νηφάλια την προσωπικότητα του αγωνιστή δημοκράτη, συνδικαλιστή – πολιτικού Βαγγέλη Γιαννόπουλου σήμερα, μέσα από εκλεκτούς ομιλητές, που θα την φωτίσουν με πληρέστερη από εμένα γνώση, καθώς είχαν την τύχη να τον συναναστραφούν επί μακρόν, δεν σκοπούμε να αγιογραφήσουμε την εικόνα του ανδρός – νομίζω πως ούτε ο ίδιος θα ήθελε κάτι τέτοιο -  αλλά να ιχνηλατήσουμε την ιστορία του σώματος, ώστε να μαθαίνουν οι νεότεροι δικηγόροι της Αθήνας, και η μνήμη να μην αφήνει χώρο στη λήθη, τόσο τα πρόσωπα όσο κυρίως και τις ιδέες και τα ιδανικά, που αυτά υπηρέτησαν.
Ο Βαγγέλης Γιαννόπουλος ήταν ο εμβληματικός εκπρόσωπος μιας γενιάς δικηγόρων και Ελλήνων πολιτικών, που έχοντας ζήσει τις τραυματικές, για τον Ελληνικό λαό, εμπειρίες του Εμφυλίου, της μετεμφυλιακής Ελλάδας, της Δικτατορίας, εξέφρασε την ανάγκη για Δημοκρατία, Κοινωνική Ελευθερία, αποκατάσταση της νομιμότητας και ανάδειξη των κοινωνικών δυνάμεων στο προσκήνιο της εξουσίας, τόσο των συλλογικών οργάνων του συνδικαλισμού, όσο και του τόπου.
Κλείνω γι’ αυτό, με ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο του «Αγορεύσεις – Ομιλίες – Λόγοι», που συμπυκνώνει τη δημόσια δράση του και το όραμά του για τον ΔΣΑ:
«Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, να το ακούσουν δια μίαν ακόμη φοράν οι ορεγόμενοι την εξουσίαν, ΑΝΗΚΕΙ εις την Δημοκρατίαν και την Πρόοδον. Και όχι εις την οπισθοδρόμησιν, την αντίδρασιν, την άρνησιν, τον σκοταδισμόν. Πράγματα καταδικασμένα από το γενναίον Δικηγορικόν Σώμα των Αθηνών. Και εις την Δημοκρατίαν και την Πρόοδον θα παραμείνη πάντοτε. Όσοι ασφυκτιούν από το κλίμα των αρχών τούτων, ζητούν καταφύγιον εις άλλας αγκάλας. [Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών] θα βαδίζη απτόητος προς τα εμπρός. Εθνικόν έγκλημα αποτελεί το κύτταγμα προς τα οπίσω!»

Από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΣΑ παρέστησαν οι Χάρης Κονδύλης (Αντιπρόεδρος), Μιχάλης Καλαντζόπουλος (Γεν. Γραμματέας), Μαρινέττα Γούναρη-Χατζησαράντου (Σύμβουλος-Ταμίας) και οι Σύμβουλοι Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, Ευστάθιος Αναλυτής, Κων/νος Ρίζος, Σωτήριος Διαμαντόπουλος, Μεθόδιος Ματαλιωτάκης και Χαράλαμπος Αναλυτής (πρώην Πρόεδρος Πειθαρχικού Συμβουλίου).

2 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Ο ΠΙΟ ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΜΥΓΔΑΛΙΑΣ.ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ

Ανώνυμος είπε...



KAI OXI MONO SPOUDAIOS ANTRWPOS THS MYGDALIAS ALLA KAI OLOKLHRHS THS ARKADIAS !!!!!

AIWNIA TOU H MNHMH !!!!


YIOTA