Σάββατο, 28 Μαΐου 2016

ΟΙ ΣΥΝΝΥΦΑΔΕΣ

                    Του ΒΑΓΓΕΛΗ Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
κλικ για μεγέθυνση
Ήρθαν από την Αθήνα, να μείνουν στο χωριό τουλάχιστον τρείς μήνες. Θα βγουν ελεύθερα έξω , στις αυλές, στα σοκάκια, στους δρόμους. Μακριά από τ’ αυτοκίνητα, το θόρυβο, τον μουχλιασμένο αέρα . Θα δουν τους συγγενείς , τους φίλους, τους χωριανούς. Θα ανταλλάξουν κουβέντες, ευχές αναμνήσεις, ιστορίες. Θα ανασάνουν με τον καθάριο και μυρωδάτο αέρα της Μπαλιζούς, της Κουκούλας.
Κάθε χρόνο το σκάνε από το διαμέρισμα, την κλεισούρα, οι δυο συννυφάδες. Θα έρθουν και τα παιδιά τους, να τα περιποιηθούν όπως τότε παλιά. Θα δοκιμάσουν την αγάπη, το ενδιαφέρον τους.
Θα βρεθούν κοντά στα βήματα ,στο μέρος που έζησαν οι δικοί τους, φευγάτοι άνθρωποι.
Θα κάνουν τη βόλτα τους, θα αναπολήσουν τα παλιά, θα ξεπονέσουν με τον τόπο και θα χαιρετήσουν τους χωριανούς..
Θα χαιρετήσουν και θα ρωτήσουν τον κάθε έναν που θα συναντήσουν. Θα δώσουν ευχές, ανάλογα με το θάρρος, την αγάπη, τη φιλία που νοιώθουν.
__ Καλημέρα. Τι κάνεις, μάτι;
__Καλημέρα θεια. Σε είδα που ερχόσουνα από του Μπαρούνη το σπίτι και περίμενα στη σκάλα να σε ιδώ και να σε χαιρετήσω. Είσαι καλά;
__Καλά είμαι, μάτι μου. Καλά. Δόξα τω Θεώ!. Ο Χριστάκος μου τι κάνει;
__Όλο για το Χρηστάκο ρωτάς! Εμένα φαίνεται δε μ’αγαπάς.
__Άκου να σου ειπώ και μη σου κακοφαίνεται. Το Χριστάκο τον αγαπώ περισσότερο, μη ζηλεύεις. Έχω συμπάθεια προς τα κεί. Ψέματα δεν μπορώ να ειπώ.
Και σας όλους , όλους σας αγαπώ, αλλά το Χριστάκο ιδιαίτερα.
Περνάγοντας δυο-τρεις φορές τη βδομάδα από τα Τζιρακαίϊκα αυτή η κουβέντα επαναλαμβανότανε. Ρώταγε για όλους κι έλαμπε από χαρά στο άκουσμα , ότι όλοι είμαστε καλά.
__Μπράβο, μπράβο, μάτι, καλά να σας έχει ο Θεός.
Μεγάλη φιλία είχαμε και κουμπάροι ήμαστε και υπήρχε μεγάλη συμπάθεια. Εγώ μέχρι τώρα συνεχίζω να σας αγαπώ. Να ειπείς πολλά , πολλά χαιρετίσματα στο Χριστάκο μου.
Πάντα ευχάριστη στις κουβέντες της, γλυκομίλητη, γελαστή και ιδιαίτερα αισιόδοξη.
Ανηφόρισα ένα απόγευμα στην Πολυδεραίϊκη γειτονιά. Ήταν Σεπτέμβρης μήνας. Ακόμη ήταν ζεστός  ο καιρός.
Ο ανηφορικός και στενός δρόμος, με τις απότομες στροφές και τις διακλαδώσεις του στα Κομπολαίϊκα και Χοβαίϊκα σπίτια, ο ίδιος, όπως παλιά. Τίποτε δεν έχει αλλάξει!.
Μάντρες από τη μια πλευρά και την άλλη μισοστεριωμένες και πέτρες πεσμένες εδώ εκεί στο δρόμο. Τα περισσότερα σπίτια κλειστά, αμπαρωμένα και άλλα με προβληματικά χαγιάτια, στέγες, καγκελόπορτες. Σπίτια σημαδεμένα με αριθμούς, ονοματισμένα στη μνήμη μου ένα προς ένα. Του Σπηλιώτη, του Σαρρή, του Διαμάντη, του Ζάννη, του Μιχαλάκου, του Ρούμπου, του Αγγελέτου, του Τρανού, του Τσιριμόπανου, και βάλε……
Εδώ ,σαν παιδιά, λέγαμε τα κάλαντα, πηγαίναμε για χαιρετούρες για ένα κουραμπιέ, μια δίπλα. Τώρα πάνε οι φιλιές, οι φωνές οι χαρές και οι ευχές!...
Έμειναν ακόμη λίγα σπίτια ανοιχτά να θυμίζουν τα αξέχαστα περασμένα μεγαλεία.
Περπατώντας, σαν ν’ άκουσα θόρυβο, φωνή, κουβέντα! Δεν έκανα λάθος. Ανάδεψε μέσα μου η θύμηση για τους ανθρώπους του πάνω μαχαλά.
Ένοιωσα μια οφειλή, ένα χρέος για τις τόσες καλημέρες , τις τόσες καλοσυνάτες κουβέντες των ανθρώπων αυτής της γειτονιάς, που μου έλεγαν, όταν ανέβαιναν ή κατέβαιναν το δρόμο που περνάει μπροστά στο σπίτι μου
Χρώσταγα πολλά! Χρώσταγα, κι έπρεπε να μειώσω αυτό το χρέος. Για να το ξεπληρώσω ολόκληρο, είναι αδύνατον.
Όποιον συναντούσα τον χαιρέταγα κι όποιος ήταν μέσα στο σπίτι του, με την φωνή μου, έβγαινε έξω, ν’ ακούσει το χαιρετισμό μου
Αφουγκράστηκα και άκουσα φωνές στα Κομπολαίϊκα. «Θα πάω είπα στο σπίτι τους» και ξεκίνησα για εκεί. Πλησίασα τις ψηλές σιδερένιες εξώπορτες . Ο αέρας που ερχότανε από το καταράχι, την Πλεύρα, δρόσιζε το ζεστό απόγευμα και έσπρωξε την φωνή μου στην αυλή τους. Με άκουσαν, άνοιξαν την πόρτα διάπλατα και με καλοδέχτηκαν οι δυο συννυφάδες, γειτόνισσες, φίλες, μανάδες.
Αιφνιδιάστηκαν με την αυθόρμητη, απρόβλεπτη επίσκεψή μου.
Σηκώθηκαν με χαιρέτησαν εγκάρδια χαρούμενες, ευτυχισμένες.
__Καλώς τονε. Κάθισε εδώ , απέναντι, όπου θέλεις. Έχουμε καθίσματα να ξαποστάσεις και να πεις καφέ. Όπως μας βρήκες. Μη μας παρεξηγήσεις, δεν σε περιμέναμε.
__Τί όμορφα που είστε εδώ! Με τις πλακοστρωμένες αυλές σας, τα λουλούδια σας, τους κήπους σας, τις παρέες σας! Θαύμα! Πολύ το χαίρουμαι.
__Καλά! Καλά είμαστε, μάτι. Πολύ καλά. Ένα μας λείπει! Το σπουδαιότερο. Η παρέα μας, οι άνθρωποί μας και πολλοί γείτονες. Αλλά δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα. Το ξέρουμε!.
__Θεια Γιωργούλα, αλήθεια, από το σπίτι σας πόσοι άνθρωποι πέρασαν;
__Να λες πόσοι δεν πέρασαν!. Αλλά αφού με ρωτάς, θ’ απαντήσω. Πέρασαν κάθε καρυδιάς καρύδι. Ναι μάτι μου πολλοί πέρασαν. Νομάρχες, Γιατροί, Αστυνόμοι, μπολτοζιέρηδες, ξένοι που ξέμεναν στο χωριό, μέχρι και γύφτισσες κοιμήθηκαν και φιλοξενήθηκαν στο σπίτι μου. Δεν πρόκειται να βρεις άνθρωπο παραπονούμενο.
__Φαντάζομαι στην Αθήνα που πήγατε τι θα γινότανε!
__Δεν συζητιέται. Πολλές επισκέψεις και πολλά, μα πάρα πολλά τηλέφωνα ημέρα νύχτα. Τότε εξυπηρετήθηκαν πολλοί πατριώτες . Εχθροί και φίλοι, που λέει ο λόγος, γιατί εχθρούς δεν είχαμε ούτε εγώ ούτε ο άντρας μου. Είχαμε μόνο πατριώτες.
__Το αποδέχονται, σας θυμούνται;
__Ότι κάναμε με τον άντρα μου, δεν το κάναμε για να μας θυμούνται. Το θεωρήσαμε χρέος μας. Αυτό είναι όλο.
Η θεια Γιωργούλα ήταν δυνατή γυναίκα σε όλα της. Ήταν καλή και ξύπνια με μυαλό, τόλμη και καλοσύνη. Ποια γυναίκα τόλμαγε να πάει στο μαγαζί παλιά; Η Γιωργούλα είχε συμμετοχή για θέματα και προβλήματα του χωριού. Έπαιρνε το λόγο στο μαγαζί και ο λόγος της μέτραγε. Οι άνδρες την σέβονταν, γιατί ήταν σωστή και δίκαιη.
Η θεια Σπυρούλα, ερχόταν με τον δίσκο και τον καφέ.
__Τον καφέ έφερα. Μέτριο μου είπες; Μην έκανα λάθος;
__Μέτριο, μέτριο θεια Σπυρούλα. Όπως και να τον έκανες, απ τα χέρια σου, θα είναι ο καλύτερος καφές που έχω πιεί.
Το πρόσωπό της φωτίστηκε με ένα πλατύ χαμόγελο και μια απέραντη ικανοποίηση. Σπουδαία γυναίκα! Σκέφτηκα. Ένας απλός, ταπεινός, καλοσυνάτος και σωστός άνθρωπος.
__Μα πρέπει να σε προσέξουμε μάτι. Σε θέλουμε να ‘ρχεσαι κοντά μας.
Οι δυο συννυφάδες σμίγουν την δύναμή τους, δεν το βάζουν κάτω. Το καλοκαίρι ζωντανεύουν τη γειτονιά που χρόνια έζησαν με τους άντρες τους κι ανάθρεψαν τα παιδιά τους. Έτσι δίνουν ζωή ,κίνηση και αγάπη γύρω τους , σαν τότε τον παλιό καιρό..
__Είμαι θαυμαστής σας, για την δύναμή σας, τη λεβεντιά σας, τις σταράτες κουβέντες που είπαμε. Σας αγαπάμε, όλοι σας αγαπάμε. Είστε κολόνες στα σπίτια σας, στη γειτονιά , στο χωριό . Είστε πολύ νέες και το καμάρι μας.
__Μην προσπαθείς να μάθεις την ηλικία μας. Άφησε να έχουμε και μυστικά…. Ήμαστε νέες και θα παραμείνουμε νέες!.
Μάτι, τι κάνεις ευτού;
Ετοίμαζα τη φωτογραφική μηχανή.
__Ξέχασα να σας ρωτήσω. Να σας βγάλω μια φωτογραφία;
__Να βγάλεις, αλλά θα περιμένεις να ετοιμαστούμε να βγούμε καλές, όμορφες, χαρωπές. Κόσμος θα μας ιδεί.
Τις άφησα δίπλα η μια στην άλλη, να κουβεντιάζουν με τις ώρες, αγαπημένες, σαν φίλες, σαν γειτόνισσες. Σαν συννυφάδες!.
Να είστε καλά, χιλιόχρονες, χαρούμενες και ευτυχισμένες, καλές μου πατριώτισσες.
B Girakas


10 σχόλια :

αρης είπε...

αδερφε βαγγελη γιατι μας συγκλονιζεις με τα γραφομενα σου εκανα ενα απογευμα να συνελθω απο τη συγκινηση να εισαι καλα

Ανώνυμος είπε...

Περισσεύει οτιδήποτε για τον Βαγγέλη , άλλωστε τα έχουμε γράψει τόσες φορές.
Νις

nis είπε...

που είσαι Τούλα Kων/πουλου?
Στείλε μου καί το e- mail soy

ΑΡΗΣ είπε...

ΓΙΩΡΓΟ ΔΕΝ ΓΡΑΨΑΤΕ ΚΑΤΙ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΛΛΟΓΟ-ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΣΤΙΣ 28 ΤΟΥ ΜΗΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΤΟ email ΜΟΥ ΤΟ ΑΛΛΑΞΑ ΕΙΝΑΙ arispol@cyta.gr

Ανώνυμος είπε...

θα γραψουμε.
Περιμένω δελτίο απο τον γραμματέα
Νις

Ανώνυμος είπε...

Αξίζει έπαινος στό Βαγγέλη
α) για το συμπαθητικό θέμα που ανάπτυξε με επιτυχία και το ζωντάνεψε με την ωραία φωτογραφία, και
β)γιατί μας υπενθυμίζει έμμεσα ότι οφείλομε πολλά στη γλανιτσιώτισσα μ ά ν α, ιδίως της εποχής των συννυφάδων. Μια ολόσωστη ηρωίδα,που δύσκολα βρίσκονται ύμνοι να την τιμήσουν.

Ανώνυμος είπε...

gerolyke κάνει τσιφουρίλας.
Νις

Ανώνυμος είπε...

ετσι.... να ψοφησει η γιδα του πικουλα ...πουλεγε ο γεροδιαμαντης

Ανώνυμος είπε...

Αυτό πρώτη φορά τ ακούω . Δεν τόχω μάτα ακούσει.και δεν ξέρω γιατί τόλεγε.
Νις

Ανώνυμος είπε...

Με λιτό και απέριττο λόγο ο γείτονας μου Βαγγέλης παρουσίασε στην ιστοσελίδα μας τις συννυφάδες και σεβάσμιες γερόντισσες Σπυρούλα και Γιωργούλα και με το φωτογραφικό του φακό τις αποθανάτισε έτσι γλυκύτατατες ,μειλίχιες , αρχόντισσες και κυράδες τις θειάδες μου. Θυμίζω κι εγώ τη μεγάλη ομολογουμένως προσφορά της γλανιτσιώτικης μάνας ,της μάνας μας,που ήταν παλλαπλώς εργαζόμενη.Οι υπεχρεώσεις της προς τον άντρα της ,στα παιδιά της, στο σπιτικό της ,στις καθημερινές χειρωνακτικές εργασίες έξω από το σπίτι της ,στο ξενοδούλι κ.λ.π. δεν είχαν αρχή και τέλος . Η μάνα μας ήταν πάντα πρώτη και παρούσα σε όλες τις ανάγκες της οικογένειας και της ζωής και κάτω από δύσκολες συνθήκες έκανε πάντα το καθήκον της με ζήλο ,αυταπάρνηση και επιτυχία. Της οφείλουμε τον αμέριστο σεβασμό μας και την αγάπη μας και πάνω από όλα την ύπαρξή μας και ανατροφή μας!!!
marpolix