Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΚΑΙ Η ΑΝΕΣΜΙΔΑ

 Γράφει ο Παλιοπυργήσιος
Δεν θυμάμαι ακριβώς ποια χρονολογία ήταν. Πάντως λίγο πριν ή λίγο μετά το 1950. Απονηστέψαμε τ’ Αγιο-Φιλίππου με τα πατροπαράδοτα, πλασμένα στο πλαστήρι, μπακαρούνια, πασπαλισμένοι με λιγοστή μυτζήθρα. Μπήκε το σαραντάημερο. Αρχίσαμε να σκεφτόμαστε τα κάλαντα. Να τα μάθουμε, όσο γίνεται καλύτερα. Εγώ βέβαια δε θα τα ‘λεγα. Θα τα λέγανε τα μεγαλύτερα αδέρφια μου, που πήγαιναν στις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού. Υπολογίζαμε πόσα περίπου λεφτά θα μάζευαν. Προγραμματίζαμε τι θ’ αγοράσουμε μ’ αυτά. Αν φτάνανε, δυο χάρτες (έναν πολιτικό της Ελλάδας κι έναν γεωφυσικό της Ευρώπης), πλάκα και κοντύλι (μου τα είχαν τάξει), μολύβια, χρώματα, κοντυλοφόρο και πένα και να γεμίσουμε το μελανοδοχείο μας μελάνι (από του Ντούσια το μαγαζί). Μέχρι τώρα περάσαμε με το μελάνι που είχαμε φτιάξει τον Απριλομάη από παπαρούνες. Μαζεύαμε αρκετά φύλλα κόκκινης παπαρούνας, τα βράζαμε πολύ σ’ ένα μπρίκι κι όταν έπηζε το ζουμί, ήταν τέλειο μελάνι.
Πολλές φορές πεταγόμαστε μέχρι του Καρατζιά ή μέχρι του Πρασιά και στα πεταχτά γεμίζαμε ένα τσακόνι πρίνινο ή δέντρινο βελάνι, γιατί είχαμε και τρέφαμε μια ανεσμίδα (γουρνοπούλα). Ο προορισμός ήταν όχι αυτός που φαντάζεσαι. Ήταν να την σφάξουμε, να πουλήσουμε το κρέας και με τα χρήματα ν’ αγοράσουμε κανα- γαιδουροφόρτι σιτάρι ή σμιγάδι (σιτάρι και κριθάρι μαζί) ή αραποσίτι για να φάει ψωμί, λίγο καιρό, η φτωχή πολυμελής οικογένεια. Η ετήσια παραγωγή σιταριού ήταν τόσο λίγη, που, αν αφαιρέσεις κάτι το σπόρο, κάτι το δανεικό που είχαμε πάρει το Μάη, έφτανε μόλις για κανά – δυο μήνες.
Βέβαια τις σκέψεις, τους υπολογισμούς και τους προγραμματισμούς για τα Κάλαντα, τους έκαναν τα παιδιά όλων των φτωχικών πολυμελών οικογενειών του χωριού μας (καημένη Γλανιτσιά!)
Ανεσμίδες για να βολέψουν το ψωμί τους είχαν κι άλλες οικογένειες ή έβρισκαν άλλους τρόπους βολέματος.
Τέλος πάντων. Έφτασε η προπαραμονή των Χριστουγέννων. Πέσαμε όλοι νωρίς για ύπνο, γιατί τα μεγαλύτερα αδέρφια μου θα έπρεπε να ξυπνήσουν νωρίς, να βγούνε να ειπούνε τα κάλαντα στα σπίτια του χωριού πριν προφτάσουν και «τα ειπούνε» άλλα παιδιά. Αλλά, πρωί-πρωί πριν χαράξει, θα σηκώνονταν και οι γονείς μου να σφάξουν την ανεσμίδα.
Ρολόι, ξυπνητήρι, πουθενά. Του πατέρα μου δεν του πήγαινε ύπνος. Κάποια στιγμή σηκώθηκε, βγήκε έξω, του φάνηκε ότι ξημερώνει, πετάει μια χούφτα νερό στο πρόσωπό του και αμέσως κατεβαίνει κάτω κι ανάβει φωτιά, κάπου εκεί σ’ ένα απάγκιο (δεν το ‘ πιανε αέρας). Έβαλε τη σιδεροστιά κι απάνου ένα λεβέτι με νερό για το μάδημα της ανεσμίδας (ήταν – δεν ήταν μια τριανταπενταριά οκάδες ζωντανή).
Ταυτόχρονα σηκωθήκαμε όλα τα παιδιά. Η ώρα όμως, καθώς υπολογίζαμε αργότερα που φώτισε, θα ήταν τρεις τη νύχτα!!!
Ήταν ξαστεριά λαμπίκου. Το κρύο σε περόνιαζε. Ο ουρανός γεμάτος αστέρια. Μέσα στην παιδική μας αφέλεια προσπαθούσαμε να διακρίνουμε κείνο το Αστέρι που οδηγούσε τους Μάγους. Είμαστε γύρω από τη φωτιά που άναψε ο πατέρας και κοιτάγαμε τ’ αστέρια. Σε μια στιγμή ακούμε παιδικές φωνές απάνου από το Σχολείο. Ασφαλώς ο Μιχάλης του Αγγελέτου θα ήταν με την παρέα του. Για σώπα…. Άλλες παιδικές φωνές κατά τα Παπαδέικα. Γνωστή η φωνή του Κανέλλου. Αυτός ήταν με τη δική του παρέα. Στου Παπαντώνη τον πλάτανο ξαναφαίνει άλλη παρέα του Κώτσιου του Φλεβάρη. Σε λίγο γέμισε η πλατεία από παιδιά, ας ήταν τόσο πρωί!
Τώρα… ποιος θα προφτάσει «να τα ειπεί;» Ποια πόρτα θ’ ανοίξει; Ποια θα μείνει κλειστή; Πού να πάμε πρώτα, πού μετά »;
Μ’ αυτά κι΄άλλα, πέρασε λίγο η ώρα. Άρχισαν οι κτύποι στις πόρτες. Μπαμ-μπαμ-μπαμ. Να τα ειπούμε;
Είναι νύχτα ακόμα, ρε παιδάκι μου, αργότερα.
Μπαμ-μπαμ-μπαμ – Να τα ειπούμε;
Να τα ειπείτε.
«Καλήν ημέρα άρχοντες, αν είναι ορισμός σας….» - Χρόνια πολλά. Να είστε καλά…
Πιο πέρα, μπαμ- μπαμ- μπαμ. Να τα ειπούμε; Τα είπαν άλλοι.
Μ’ αυτές τις μελλωδικές φωνές, μ΄αυτά τα χτυπήματα στις πόρτες, μ’ αυτές τις αμοιβαίες ευχές παιδιών και νοικοκυράδων, πέρασε η ώρα, επικράτησε ησυχία. Σε κάποιες γωνιές τα παιδιά μετρούσαν τι μάζεψαν και μοίραζαν. Μερικές φορές μάλωναν στο μοίρασμα.
Μαζευτήκαμε κι εμείς να δούμε τι έσοδα είχαν τα μεγαλύτερα αδέρφια.
Όμως τι απογοήτευση!!!
Ένα πενηντάλεφτο, δυο εικοσάλεφτα, μια δεκάρα, πεντέξι καρύδια, δυο κουραμπιέδες κι ένα πορτοκάλι. Άιντε τώρα εσύ να πραγματοποιήσεις όσα είχαν προγραμματιστεί.
Σε λίγο φτάνει και η απογοήτευση της ανεσμίδας. Ο πατέρας με τη βοήθεια της μάνας την έσφαξε, την έβαλε επάνω σ’ έναν παλιό σοφρά, (χαμηλό τραπέζι που σ’ αυτό έπλαθαν κι έκοβαν τις χυλοπίτες) και τη μάδησαν. Τρίχα με τρίχα δεν έμεινε πουθενά. Κατακάθαρη. Έτσι σου ‘ρχόταν να κόψεις ένα μεζέ και να τον φας ωμό.
Στη συνέχεια την ξεκοίλιασε. Έβγαλε τα άντερα, τη συκωταριά και όλα τα σπλάχνα. Με προσοχή ξεκόλλησε τη χολή από το συκώτι, προσπάθησε να μην του σπάσει και πικρίσει το κρέας. Την έδεσε και την κρέμασε κάπου εκεί γιατί χρειαζόταν, λέει, για φάρμακο. Με την ίδια προσοχή έβγαλε τη φούσκα (ουρήθρα), ούτε κι αυτή έπρεπε να αχρηστευτεί. Την πήραμε, τρέξαμε στο φούρνο, την αλείψαμε με στάχτη, την φουσκώσαμε, κάτι σα μπαλόνι, κι αρχίσαμε με πολλή ευχαρίστηση να κλωτσάμε. Είχαμε βαρεθεί κείνα τα τόπια, φτιαχμένα με κουρέλια.
Στη συνέχεια ο πατέρας μου κρέμασε τη γουρνοπούλα και την ξεφέρσιασε ( έβγαλε το λίπος μαζί με το δέρμα, λωρίδες – λωρίδες). Έκοψε το κεφάλι κι έμεινε μόνο το καθαρό κρέας. Ήταν αν θυμάμαι καλά 19 οκάδες. Μη σου ανοίγει η όρεξη, ούτε εσένα ούτε η δική μας. Πουλήθηκε αμέσως το κρέας και τα χρήματα που πήρε ο πατέρας μου ήταν 140 δραχμές. Δε φτάνανε γι’ αυτό που είχε προγραμματίσει ο πατέρας μου, για ένα γαιδουροφόρτιγέννημα.
Τη φέρσα (δέρμα με λίπος μαζί) την έκοψε μικρά κομματάκια, όσο ένα αντίδωρο, τα έβαλε στο καζάνι, που ήταν πάνω στη φωτιά, να τα λιώσει, να βγάλουμε κανα μισοντενεκέ αλοιφή (λίπος) ν’ αρτήσουμε καμιά χυλοπίττα, να τσιγαρίσουμε κανά τραχανά και να φτιάξει η μάνα μου καμιά φορά τηγανίτες.
Τα γυρόφερνε μέσα στο καζάνι με τον τρίφτη, τ’ ανασήκωνε να μην του κολλήσουν. Αυτό γινόταν αρκετή ώρα, ώσπου απολάγανε το λίπος όλο. Τα κομμάτια μαρατζιάζανε και αυτά ήσαν τα λεγόμενα γοτζίλια. Διάλεγε κανένα ο πατέρας μου από αυτά που φαινόταν ότι είχαν σε μια άκρη μια τζιτζίνα κρέας και μας το ‘δινε να το φάμε.
Κάποια στιγμή αναστέναξε: Τι να σας κάμω, μας είπε, ανάθεμα τη φτώχεια! Ένα δάκρυ κύλησε από το μάτι του. Πρώτη φορά τον είδα δακρυσμένο!!!

9 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Ακούτε ρε? Βάλτε αυτό καλά στο μυαλό σας:
Κάποια στιγμή αναστέναξε: Τι να σας κάμω, μας είπε, ανάθεμα τη φτώχεια! Ένα δάκρυ κύλησε από το μάτι του. Πρώτη φορά τον είδα δακρυσμένο!!!

Ανώνυμος είπε...

Ευχάριστη νότα η παρουσία του Παλιοπυργίσιου με το μεστό σε νοήματα κείμενο.
Αχ καϋμένε αν δεν ντρεπόμουν θακανα και σήμερα ανεσμίδα και θα χαιρόμουνα όπως τότε και τώρα σαν παιδί.

Ανώνυμος είπε...

μην το λες μπιτι....θα τις φτιασει ο σολωνας.....gerolykos

Ανώνυμος είπε...

οσο για το κειμενο στειλτο .....στα σχολεια της αθηνας.....θα πιασει τοπο.gerolykos

Ανώνυμος είπε...

Και ελπίζω να συνεχίσει με την ιδια παρουσία
Νις

Ανώνυμος είπε...

ο Παλιοπυργήσιος έπιασε καλά το σφιγμό της εποχής εκείνης.Εκατοντάδες Γλανιτσιοτόπουλα θα έγραφαν τα ίδια περίπου περιστατικά. Μερικά μάλιστα και πιο χειρότερα. Εγώ π.χ. θυμάμαι στα κάλαντα να μας φιλεύουν μύγδαλα ή κουραμπιέ, κάποτε λίγα καρύδια, σπάνια λίγη σταφίδα και μια φορά ένα πορτοκάλι.Ποτέ δεν έτυχε να σταυρώσω ούτε δεκάρα. Μου έμενε το ξενύχτι της αγωνίας, το πρωινό ξεπάγιασμα, ο κίνδυνος της πνευμονίας αλλά και η προσμονή τ' Αγιοβασιλειού και των Φώτων.Όμοια ταλαιπωρία και τότε με τα ίδια πενιχρά απότελέσματα.
Για την άλλη φτώχια ούτε που θέλω να θυμάμαι γιατί πάει η σκέψη μου κατευθείαν στους γονείς μου και... πονώ.
Χρόνια πολλά Παλιοπυργήσιε. Η επιστροφή στο παρελθον χρειάζεται, όσο οδυνηρή κι αν ειναι κάποτε.
4.ο7 η ανεσμίδα η δική σου ποτέ δεν θα είχε την αξία και τη σημασία εκείνης. Συμφωνείς;

Ανώνυμος είπε...

ΕΡΧΕΤΑΙ ΡΕ ΔΕΝ ΤΗΣ ΞΕΦΥΓΑΜΕ

ΑΡΗΣ είπε...

ΚΑΤ ΑΡΧΗΝ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ Παλιοπυργήσιε
ΜΕ ΤΑ ΓΡΑΦΟΜΕΝΑ ΣΟΥ ΜΑΣ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΕΣ
ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΣΥΜΦΩΝΩ ΑΠΟΛΥΤΑ ΜΕ ΤΟΝ 11:25 (αχ αυτή η ανονυμία) ΑΛΛΑ ΗΡΘΕ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΜΑΣ Η ΦΤΩΧΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΤΕΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΕΚΕΙΝΗΣ ΕΜΕΙΣ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΤΗ ΖΗΣΑΜΕ ΔΕΝ ΤΗΝ ΑΚΟΥΣΑΜΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΜΑΣ ΝΑ ΣΑΣ ΕΧΕΙ Ο ΘΕΟΣ ΟΛΟΥΣ ΚΑΛΛΑ ΑΔΕΡΦΙΑ ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ ΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΧΕΤΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΝΑ ΓΡΑΦΕΤΑΙ ΓΡΑΨΤΕ ΝΑ ΜΑΣ ΚΡΑΤΑΤΕ ΑΣΒΕΣΤΗ ΤΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

hamomilaki. Gr είπε...

Εξαιρετική περιγραφή !
Καλή Χρονιά :-)