Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Από το βιβλίο του Θ. Γιαννόπουλου
Στη Γλανιτσιά, σύμφωνα με τη λαϊκή παροιμία «η φτώχεια φέρνει γκρίνια», υπήρχε από παλιά και φτώχεια και γκρίνια. Το κακό είναι πως για πολλούς – λιγότερους πάντως τα τελευταία χρόνια – είχε δημιουργηθεί παράδοση που συνεχίζεται, δυστυχώς, και στις μέρες μας. Με το παραμικρό γκρίνια και μάλωμα. Πείσμα κι έχθρα. Και προσφυγή στα δικαστήρια για οποιαδήποτε αιτία μπορεί κανείς να φανταστεί. Ο Αντρέας ο Πίκουλας π.χ., επειδή δεν είχε πραγματικό λόγο να καταγγείλει τον Πουλακίδα, που μισούσε, σκέφτηκε και υπόβαλε μηνυτήρια αναφορά στο δασαρχείο, κατηγορώντας τον ότι ψάρευε στη λίμνη «ανήλικους ιχθείς».
Υπήρχε περίοδος που σε κάθε δικάσιμη μέρα το μισό χωριό τουλάχιστο κουβαλιότανε στα Μαγούλιανα, στο Βαλτεσινίκο, στη Βυτίνα, πολύ συχνά και στην Τρίπολη. Και φτάσαμε στο σημείο, ώστε το δικαστήριο να γίνει το δεύτερο σχολείο για τους Γλανιτσιώτες. Έτσι δεν ήταν απίθανο ν’ ακούς και τον τελευταίο, ευφυέστατος όπως ήταν, να σου μιλάει για την ποινική νομοθεσία και να σου αναλύει με τέτοια ευχέρεια νόμους, άρθρα, παράγραφες κι εδάφια, που σ’ έκανε να σαστίζεις.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του ειρηνοδίκη από τα Μαγούλιανα. Έτυχε να δικάζει κάποτε κάτι κοντοχωριανούς χωρίς την παρουσία δικολάβων. Σε μια υπόθεση στάθηκε αδύνατο να κατατοπιστεί. Κουράστηκε, ίδρωσε κι άκρη δεν έβγανε. Αγανάχτησε ο άνθρωπος και ξέσπασε:

- Πηγαίνετε, ρε, - λέει – και φέρτε μου έναν οποιονδήποτε Γλανιτσιώτη να συνεννοηθώ, γιατί θα σκάσω μ’ εσάς…

Θυμάμαι επίσης ένα βράδυ βρισκόμαστε με τον Ντουσιοχρήστο στο γραφείο του αδερφού μου Βαγγέλη. Εκεί ήρθε κάποιος και του ζήτησε μια νομική συμβουλή αστικής φύσης. Επεμβαίνει αυθαίρετα κι απρόσκλητα, κατά τη συνήθειά του, ο Χρήστος κι άρχισε ν’ αναλύει στον πελάτη το νομικό μέρος της υπόθεσης. Βάνει τα γέλια ο Βαγγέλης, σηκώνεται από την καρέκλα του, πηγαίνει κατά την πόρτα και λέει:
- Όπως βλέπεις, Παναγιώτη, εγώ δε χρειάζομαι. Θα σου τα εξηγήσει ο γαμπρός μου…
Τότε από το Χρήστο έμαθα κι εγώ ότι το νομικό αξίωμα «τα υπερκείμενα τοις υποκειμένοις» μεταφράζεται στη λαϊκή μας γλώσσα στο «ο τόπος τρώει τον μπινά».
Τώρα πώς αυτό το αξίωμα κατάφερε να το ανατρέψει ο Παπίτσας ως λαϊκός δικαστής στο δεύτερο αντάρτικο – όπως λένε στο χωριό την περίοδο του εμφύλιου πολέμου – είναι μια άλλη ιστορία.
Εκείνον τον καιρό τα δυο ξεναδέρφια, Πανιούρης και Ζορμπάς, μαλώνανε μεταξύ τους για την κυριότητα του σπιτιού του πατέρα τους Βασιλιώνη. Ο Πανιούρης υποστήριζε πως το οικόπεδο, που πάνω του είχε χτιστεί το σπίτι, ανήκε σ’ αυτόν. Γιατί ήτανε της μάνα του (αδερφής του Παπαγιάννη) και το πήρε προίκα ο πατέρας τους. Άρα και το σπίτι ολόκληρο ήτανε δικό του. Ο Ζορμπάς υποστήριζε πως το οικόπεδο δεν το είχε πάρει προίκα, αλλά το είχε αγοράσει πατέρας τους. Άρα είχε κι αυτός δικαίωμα στο μερίδιό του. Επίσημα χαρτιά δεν υπήρχαν.
Το 1948 η υπόθεση έφτασε στο λαϊκό δικαστήριο. Κι ο Παπίτσας ως λαϊκός δικαστής δικαίωμα το Ζορμπά. Αλλά και το ταχτικό δικαστήριο, που δίκασε την ίδια υπόθεση μετά το 1950, συμφώνησε με την απόφαση του λαϊκού.

Θέλεις τώρα και μερικά… στιγμιότυπα από τα δικαστήρια;
Από το 1920 περίπου είχε αναπτυχθεί τρανή φαγωμάρα ανάμεσα στον Πανέα και τον Πλιότα. Αιτία ήταν ένα χωράφι στην Τάρνοβα που καθένας ισχυριζότανε πως ήταν δικό του. Προσωρινά μέτρα το ‘να κοντά στ’ άλλο «επί τόπου», δικαστήρια στο Βαλτεσινίκο, εφέσεις και κόντρα εφέσεις στην Τρίπολη και στ’ Ανάπλι κι αλόγιστη σπατάλη χρήματος. Τη δίκη τελικά την κέρδισε ο Πανέας.
Ο αγράμματος Πλιότας είχε συστήσει από πριν στο δικηγόρο του σε πιο άρθρο του νόμου έπρεπε να στηρίξει την αγόρευση και τις προτάσεις του, για να κερδιστεί η υπόθεση. Ο δικηγόρος όμως τον παράκουσε και χάθηκε η δίκη. Ο Πλιότας, και με το δίκιο του, βγήκε από τα σκουτιά του. Ξέχασε ευπρέπεια και σεβασμό και του φώναξε κατάμουτρα μέσα στο δικαστήριο:
- Παλιοανίκανε, χαραμοφάη! Αν μ' άκουγες και στηριζόσουνα στο άρθρο που σου ‘ειπα, δε θα μ’ έπαιρνες στο λαιμό σουΓύρω στα 1930 είχε ξεσπάσει πάλι μεγάλη διαμάχη κι έχθρα ανάμεσα στους Γλανιτσιώτες και τους Κερπινιώτες. Αιτία ήτανε τα σύνορα μεταξύ των δύο χωριών. Οι Γλανιτσιώτες τα θέλανε εκεί που είναι σήμερα. Οι Κερπινιώτες ζητούσαν να φτάσουν σχεδόν έξω από το χωριό μας. Θέλανε – ούτε λίγο ούτε πολύ – τη μισή Κουκούλα ως του Ζαντανάστου το χωράφι, το Τριλάγκαδο ως το Κεφαλόβρυσο και τα μισά αμπέλια.
Για ένα διάστημα μια επιτροπή, που είχε σχηματιστεί από πρόκριτους και των δύο χωριών, είχε κάπως καταλαγιάσει τα μαλώματα και τους καβγάδες. Ύστερα όμως ένα κερπινιωτόπουλο τσακώθηκε γερά με το Θόικο του Κωστάντιου για τα σύνορα μέσα στη μέση την Κουκούλα. Τράβηξε μαχαίρι και του βάρεσε μια μαχαιριά. Από τους χάρου τα δόντια γλίτωσε το παλικάρι.
Οι Γλανιτσιώτες δε το συχώρεσαν. Και καταφύγανε στο δικαστήριο να λάβει προσωρινά μέτρα. Το δικαστήριο συνεδρίασε στου Ζαντανάστου τα’ αλώνι στην Κουκούλα . Γύρω από το ειρηνοδίκη, τους δικολάβους και τους κλητευμένους μάρτυρες είχανε συγκεντρωθεί οι κάτοικοι και των δύο χωριών. Γιατί η υπόθεση παρουσίαζε πολύ ενδιαφέρον. Για τη Γλανιτσιά μάλιστα ζωτικό, ζωτικότατο. Αν το δικαστήριο με την απόφασή του ευνοούσε την Κερπινή, η Γλανιτσιά ήταν χαμένη. Η περιοχή της θα περιοριζότανε πολύ και τα κερπινιώτικα βοσκόπουλα θα φτάνανε ως τις αυλές του χωριού.
Την ώρα που είχε ανάψει για καλά ο καβγάς με τις «εκατέρωθεν αντεγκλήσεις» - που λένε οι νομικοί – αποκάτω από τους Λώλη φάνηκε να διαβαίνει, αδιάφορος τάχα για τα όσα συμβαίνανε κει, ένας καβαλάρης. Ήταν ο Κωστάντιος απάνω στο ψηλό κάτασπρο άλογό τους, φρεσκοξυρισμένος, φρεσκοαλλαγμένος, μ’ ένα πλουμιστό απλάδι στο σαμάρι, σωστός άρχοντας!
Βλέπει τον άρχοντα ο ειρηνοδίκης, εντυπωσιάζεται από την άψογη εμφάνισή του και στέλνει έναν αγροφύλακα να του μιλήσει να πάει εκεί.
Πηγαίνει ο γέρος. Υποβάλλει σεμνά και ταπεινά τα σέβη του. Και καρτερεί ν’ ακούσει. Δε βιάζεται. Ούτε ρωτάει. Ο ειρηνοδίκης τον παρακαλεί, αν δεν έχει αντίρρηση, να τον βοηθήσει να μάθει την αλήθεια.
Ο γέρος άλλο που δεν ήθελε. Το κόλπο του είχε πιάσει. Η χρυσή ευκαιρία του δόθηκε. Δήλωσε πρώτα-πρώτα πως συμπαθεί τους Κερπινιώτες μια και έχει παντρευτεί Κερπινιώτισσα. Και μια κι έχει πολλούς συγγενείς από την Κερπινή. Είδε πως ο ειρηνοδίκης τον άκουγε με προσοχή. Αρχίζει τότε με το πολύ κατεργαρίστικο και πειστικό του ύφος ν’ αναπτύσσει το απόλυτο δίκιο της Γλανιτσιάς…
- Να την η Γλανιτσιά, του λέει σε κάποια στιγμή, μπροστά στα πόδια μας. Η Κερπινή ούτε φαίνεται ολότελα…
Μ’ αυτά τα λόγια έφερε τελικά τον ειρηνοδίκη στα νερά του. Η απόφαση βγήκε υπέρ της Γλανιτσιάς. Και σώθηκε.

Σε κάποια δίκη ο Τσιριμοκώστας κατέβαζε χωρίς ντροπή και στράτα το ‘να ψέμα απάνω στ’ άλλο. Ήταν ολοφάνερη η θέλησή τους να γείρει η πλάστιγγα της δικαιοσύνης υπέρ του ανθρώπου που υπερασπιζόταν. Δεν κρατήθηκε πια ο δικαστής και τον παρατήρησε αυστηρά:
- Ρε συ, Πολυχρονόπουλε, δε σταματάς λίγο τα ψέματα;
- Κύριε δικαστή μου, απαντάει μελιστάλαχτα ο πανέξυπνος Τσιρίμης, εσύ είσαι υποχρεωμένος να δικάσεις μ’ αυτά που σου λέω εγώ. Κι αν είναι ψέματα, εμένα θα με κρίνει εκείνος που είναι ψηλά.
Κι έδειξε την εικόνα του Χριστού.
Η μηνυσεογραφία και οι καταγγελίες έφτασαν στο αποκορύφωμα μετά τις κοινοτικές εκλογές του 1928 ή 1929 – δε θυμάμαι ακριβώς. Τότε παρατηρήθηκε μια χωρίς προηγούμενο σύγκρουση κι όξυνση των παθών ανάμεσα στους αντίπαλους κομματάρχες Παπακώτσιο και Παπαντώνη και στους ψηφοφόρους τους. Κερδισμένοι βγήκαν οι Παπαντωναιικοί. Και πρόεδρος της Κοινότητας το 1929-1930 εκλέχτηκε ο Κατσαφάνας.
Κατά μια όχι ανεξήγητη σύμπτωση, με το μέρος των νικητών βρέθηκαν οι κυριότεροι μηνυσεογράφοι της εποχής: Γιωργής Καπέτας, Μπαρουνοκώστας και Καγιάς . Αν πεις για τις αιτίες, που προκαλούσανε τις μηνύσεις, σε πολλές περιπτώσεις ήταν ανύπαρχτες ή έπεφταν για το τίποτα. Μερικές μηνύσεις μάλιστα ήταν προκατασκευασμένες.
Θυμάμαι, ένα βράδυ του 1930, κανά μήνα πριν φύγουν οι χωριανοί για σκάψιμο στον Πύργο, συγκεντρωθήκανε συνωμοτικά έξω από το μαγαζί του Παπαντώνη ο ένας πίσω απ’ τον άλλον οι: Μπαρουνοκώστας, Πόταγας, Καπετογιώργης και Καγιάς. Θέμα της σύσκεψης η κατάστρωση προγράμματος για μηνύσεις, μάρτυρες, αγροζημιές και χρονολογίες. Ανάμεσα στ’ άλλα ο Μπαρουνοκώστας, αρχηγός, διάταξε τον αγροφύλακα Καπέτα:
- Θα κάνεις μήνυση του Θύμιου τον Απρίλη, γιατί τα πράματά του φάγανε το χωράφι του Σιόρμπα. Μάρτυρες θα βάλεις τον Πόταγα, τον Καγιά…
- Μα ο Καγιάς τότε θα ‘ναι στον Πύργο, παρατήρησε ο Πόταγας.
- Ας είμαι στον Πύργο, βλέπω ‘γω, τον έκοψε ο Καγιάς.
Ο υποφαινόμενος, αδιόριστος δασκαλάκος τότε, καθόμουνα σ’ έναν πάγκο δίπλα κι έκλαιγα τη μοίρα μου… Ήταν σκοτάδι και δε φαινόμουνα. Όταν άκουσα τον Καγιά να λέει ό,τι είπε, χωρίς να το θέλω, μετακινήθηκα.
- Μπρε! κάποιος έναι δίπλα και μας άκουσε, ψιθυρίσανε φοβισμένα μεταξύ τους.
- Σωπάτε, ρε, που τα κάνατ’ απάνου σας! Τηράτε πρώτε ποιος έναι και μετά βλέπουμε, λέει ο παπάς.
Ήρθε ο Καγιάς κοντά, με γνώρισε. Γύρισε και τους το ‘ειπε.
- Συνεχίστε, λέει πάλι ο παπάς. Και ν’ άκουσε ο Θόικος, δε μαρτυράει.
Κι όπως βλέπεις, το μυστικό το κράτησα 56 ολόκληρα χρόνια. Τώρα το μαρτυράω.

Το μεγάλο κακό από τη συχνή προσφυγή του Γλανιτσιώτη στη δικαιοσύνη δεν ήταν μόνο η διατάραξη των σχέσεων και η περαιτέρω όξυνση των παθών μεταξύ τους, αλλά και η οικονομική εξάντλησή τους. Το δικαστήριο ήταν μια πληγή που αιμορροούσε συνέχεια, απορροφούσε και την τελευταία δεκάρα και τους φτωχούς τους έκανε απελπιστικά φτωχότερους. Κουρέλια οικονομικά, αλλ’ αμετανόητα. Δεν είναι υπερβολή αυτό που λέγανε τα γύρω χωριά: ότι μόνη της η Γλανιτσιά συντηρούσε οικονομικά ολόκληρη την υπηρεσία του ειρηνοδικείου της περιοχής.
Το μόνο κέρδος που απόμεινε ήταν – όπως είπα πιο πάνω – ότι αρκετοί από τους πιο ταχτικούς και ποιο έξυπνους πελάτες μάθανε πολλά δικολαβίστικα τερτίπια. Και καταφέρνανε να βγαίνουν παλικαρίσια πέρα σε πολλές αναποδιές της ζωής. Μια από τις τρανές αποδείξεις είναι η επόμενη:
Κανά δυο χρόνια πριν από τον πόλεμο του 1940 ο συμβολαιογράφος του Βαλτεσινίκου Πάνος Ορφανός είχε δώσει μισιακά κάμποσα γίδια στον Ντελήμανο στον Παλιόπυργο. Ως το χειμώνα του 1941-42 ο Τάσιος ήταν απόλυτα συνεπής στις υποχρεώσεις του προς τον Ορφανό. Κι εκείνος έμενε πολύ ευχαριστημένος. Το Γενάρη του 1942 όμως με τη γερμανοϊταλική κατοχή έπεσε τρομερή πείνα στο χωριό και καθένας πάσκιζε με χίλια δυο ψέματα να πορέψει τη δική του φαμελιά. Έτσι ο Ντελήμανος έπαψε να δίνει τα οφειλόμενα στον Ορφανό. Κι εκείνος με τη δύναμη που είχε, και με τα μέσα που διάθετε στην Αστυνομία του Βαλτεσινίκου, έστειλε χωροφύλακες στον Παλιόπυργο να πάρουν δια της βίας τα γίδια του. Οι Παλιοπυργίσι`οι αντιδράσανε δυναμικά. Και μ’ επικεφαλής το Βασιλιώνη κυνηγήσανε με τις πέτρες τους χωροφύλακες.
Καλά κι άγια ως εδώ. Τι θα γινόταν όμως κατόπι; Τότε τους λύθηκε το μουσκάρι και συλλογίστηκαν οι Ντελημαναίοι τη σοβαρότητα της κατάστασης. Κουτρουβαληθήκανε γρήγορα-γρήγορα στο χωριό να συμβουλευτούν τους νομικούς συμβούλους περί του «περαιτέρω πρακτέου». Καλύτερος νομικός σύμβουλος φυσικά δεν ήταν άλλος από το νομομαθέστατο Μπαρουνοκώστα .
Τότε βρισκότανε στο χωριό ο δικηγόρος Χρήστος Παπαντωνίου (βλ. πιο κάτω), αυτός όμως δεν έδινε καμιά νομική συμβουλή χωρίς αμοιβή. Ενώ ο Μπαρουνοκώστας έδινε τις συμβουλές του εντελώς δωρεάν. Ύστερα, στην περίπτωση αυτή δε χρειαζόταν συμβουλή που να στηριζότανε σε νόμο, αλλά κάποιο σόφισμα έξω από τα όρια της νομικής επιστήμης. Και σε τέτοια σοφίσματα ο Μπαρουνοκώστας ήτανε «μανούλα».
Πριν από το μεσημέρι εγώ κι ο Γιωργίλας καθόμαστε στο μαγαζί του Χαρατσή. Και κουβεντιάζαμε για το συγκλονιστικό γεγονός της ημέρας: την εξέγερση των τσιοπάνηδων κατά της Αρχής και τις πιθανές συνέπειές της. Σε μια στιγμή βλέπουμε να ‘ρχονται κατά μας μπροστά ο Ντελήμανος, ο Πάτσης κι ο Τασιόρηγος αλαφιασμένοι, τρομαγμένοι, κατακίτρινοι σαν το φλωρί.
- Κάτσε τώρα να ιδείς, μου λέει ο Γιωργίλας. Και να μάθεις τι ακριβώς εστί Γλανιτσιώτες. Γιατί ακόμα δεν τους ξέρεις καλά.
Ανοίγει η πόρτα. Μπαίνουν μέσα ο νομικός σύμβουλος με τους δράστες. Και κάθονται σε διπλανό τραπέζι βιαστικοί και ανυπόμονοι.
- Χαρατσή, φέρε μια κόλλα χαρτί, παραγγέλνει επιταχτικά ο Μπαρούνης. Κι εσύ, δάσκαλε, έλα δω, απευθύνεται σε μένα στον ίδιο τόνο. Έχεις βολίμι;
- Έχω, αλλά τι με θέλεις εμένα. Φτάνεις εσύ και περισσεύεις, του λέω μισοειρωνικά.
Με κοίταξε καλά-καλά και είπε πιο μαλακά:
- Ας την κουβέντα, δάσκαλε, κι έλα δω. Γιατί η υπόθεση είναι πολύ σοβαρή. Και τούτοι εδώ είναι βλάκες. Μπορούσανε ναν την κάνουν αλλιώς τη δουλειά, χωρίς να κινδυνεύουνε τώρα να περάσουν από στρατοδικείο.
- Στρατοδικείο; απόρησα.
- Ναι. Στρατοδικείο. Κάνανε αντίσταση στην Αρχή τώρα που ισχύει ο στρατιωτικός νόμος.
Σηκώθηκα δισταχτικά. Ο Γιωργίλας στο μεταξύ χαμογέλασε στα μουλωχτά. Πήγα στο τραπέζι τους, κάθισα, έβγαλα το μολύβι μου, πήρα την κόλλα και περίμενα.
- Γράφε! διατάζει ο Μπαρούνης. Κι έγραψα αυτά που γράφω και τώρα, όπως ακριβώς μου τα υπαγόρεψε τότε. Βλέπεις, τέτοια συνταραχτικά γεγονότα δεν ξεχνιούνται εύκολα όσα χρόνια κι αν περάσουν.
ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ ΠΟΛΛΑΠΛΟΥΝ.
Νομαρχίαν Ακραδίας, Εισαγγελίαν Πλημμελειοδικών, Διοίκησιν Χωροφυλακής Τρίπολιν
Ένοπλοι άγνωστοι μεταμφιεσμένοι σε χωροφύλακες και υποκρινόμενοι τους αστυνομικούς του Βαλτεσινίκου επέπεσαν αιφνιδίως κατά του ποιμνίου μας εις Παλιόπυργον και αποπειράθηκαν να το απαγάγουν Stop. Προ αυτής της καταστάσεως αντιτάξαμεν νόμιμον άμυναν Stop. Ευπειθέστατοι…
Αν μπορείς, μη δοκιμάσεις κι εσύ την ίδια έκπληξη που δοκίμασα όχι μόνο εγώ, αλλά κι ο Γιωργίλας!
- Νόμιζα πως τους ήξερα τους Γλανιτσιώτες, μου λέει. Μα ως εδώ δεν το φανταζόμουνα. Έμεινα, φαίνεται, μεταξεταστέος…

Ερχόμαστε στα χρόνια της «λαϊκής δικαιοσύνης» στην εποχή της κατοχής και του εμφυλίου. Η συγκρότηση των δικαστηρίων για τους χωριανούς μας, όπως γίνεται φανερό, δεν παρουσίασε κανένα, ούτε το παραμικρό, πρόβλημα. Με μόνη την προηγούμενη θητεία και πραχτική εξάσκηση στα προπολεμικά δικαστήρια ήταν όλοι έτοιμοι ν’ ανταποκριθούν απόλυτα στα δικαστικά τους καθήκοντα. Δε χρειαστήκανε μετεκπαιδεύσεις και ειδικά σεμινάρια που τόσο συχνά οργανώνονται σήμερα γι’ απλά κι ασήμαντα πολλές φορές θέματα.
Κυριότερα δικαστικά όργανα ήταν τρία: το πρωτοβάθμιο λαϊκό δικαστήριο, το αναθεωρητικό και τα ανταρτοδικείο.
Το πρώτο δίκαζε αγροζημιές κυρίως και μερικά μικροαδικήματα κι είχε έδρα τη Γλανιτσιά.
Το δεύτερο δίκαζε κατ’ έφεση κι είχε συνηθισμένη έδρα το Βαλτεσινίκο.
Το τρίτο δίκαζε υποθέσεις που αφορούσαν σε πειθαρχικά αδικήματα των οργανωμένων ανταρτών, σε κρούσματα προδοσίας, σε σοβαρούς εμπρησμούς και μεγάλες κλεψιές κλπ. και δεν είχε μόνιμη έδρα.
Στο πρωτοβάθμιο λαϊκό δικαστήριο, στην περίοδο της κατοχής, πρόεδρος ήταν ο Σειρήνης. Λαϊκός επίτροπος (δημόσιος κατήγορος – εισαγγελέας) ο Κακαράπης. Τ’ άλλα μέλη κι ο γραμματέας ορίζονταν κατά την περίπτωση.,
Στο αναθεωρητικό μετείχαν για ένα διάστημα από το χωριό ως πρόεδρος ο Ντουσιοχρήστος κι ως μέλος ο Σειρήνης.
Στο ανταρτοδικείο σε μια-δυο δίκες έλαβε μέρος ο Φλεβάρης.
Δυστυχώς, τα πρακτικά από τις δίκες του λαϊκού τα ‘καψε στου Λώλη από το φόβο του, στην περίοδο του εμφυλίου, Κακαράπης.

Δίνω δείγματα από δυο δίκες, μια στο λαϊκό του χωριού και μια στο αναθεωρητικό του Βαλτεσινίκου:
Στην πρώτη πρόεδρος ήταν ο Μπαζός, λαϊκός επίτροπος ο Όθωνας και μέλη οι Τζιτζιοκώστας, Ντρούλιας και Παπίτσας. Κατηγορούμενος ένας Στρεζοβινός, επειδή αποπλάνησε μια κοπέλα.
Η υπόθεση δεν ήταν απλή. Ο δράστης ήταν τρομοκράτης παλικαράς. Και τα πράγματα προμηνύονταν πολύ σκούρα. Γι’ αυτό το δικαστήριο, ύστερ’ από πολύωρη σύσκεψη και με τη δικαιολογία ότι το αδίκημα έγινε έξω από την περιοχή της Γλανιτσιάς κι όχι από Γλανιτσιώτη, έκρινε «εαυτό αναρμόδιο» κι επανάφερε το φάκελο στη Στρέζοβα. Η Στρέζοβα τον ξανάστειλε στο χωριό μ’ εντολή ανώτερης τώρα Αρχής να εκδικαστεί εδώ οπωσδήποτε.
Νέα συγκρότηση του δικαστήριου, εξέταση μαρτύρων, που τσεκουρώσανε γερά τον κατηγορούμενο, αγόρευση του επίτροπου, σύσκεψη απάνω στη σύσκεψη και πρόταση του προέδρου: Να υποχρεωθεί ο κατηγορούμενος να παντρευτεί την κοπέλα ή να την προικίσει μ’ ένα υπέρογκο για την εποχή ποσό. Πριν κάνει οριστική απόφαση την πρότασή του, ο πρόεδρος ρωτάει τ’ άλλα μέλη, αν συμφωνούν. Κι απευθύνεται προσωπικά στον Τζιτζιοκώστα:
- Τι λες εσύ, Κώστα, συμφωνείς με την πρότασή μου;
- Όπως έν’ καλά, αποκρίθηκε εκείνος. Κι έμεινε με το «Όπως έν’ καλά» ως τα σήμερα.
Ο Παπίτσας κι ο Ντρούλιας κούνησαν τα κεφάλια καταφατικά. Κι η πρόταση έγινε απόφαση.
Θέλεις τώρα τη συνέχεια;
Ο Παπαπάνος, μόλις άκουσε την απόφαση, κατάλαβε πως θα τον βρει μπελάς κι έφυγε κρυφά στην Κοκαλιάρα. Αλλά το φρουραρχείο και η ασφάλεια τον πήραν είδηση κι έστειλαν από κοντά ένοπλη φρουρά για να εμποδίσει πιθανή φυγή του για την Κιάρνη, το χωριό της μάνας του. Επικεφαλής της φρουράς ήταν ο Τσιριμόγιαννης. Ύστερ’ από λίγο κουβαλήθηκαν εκεί άντρας και γυναίκα και υποχρεώνεται ο παπάς να τους στεφανώσει, αφού πήρε πρώτα έγγραφη τη συγκατάθεση του παπά της Στρέζοβας.
Αποτέλεσμα: Μόλις σκορπιστήκανε οι αντάρτες από την περιοχή κι άρχισε η κυριαρχία των Μάηδων, ο γαμπρός παράτησε τη γυναίκα. Και το καλύβι του Μπαζού στο Μπαρμπέρη βρέθηκε μιαν αυγή καμένο.
- Εγώ το καρτέρηγα το κακό που θα μ’ έβρισκε, μου είπε μια μέρα ο Μπαζός. Τρία συσκεφτήρια έκανα, για ν’ αναβάλω την υπόθεση. Μα δε μ’ ακούγανε τ’ άλλα μέλη του δικαστηρίου. Κι αναγκάστηκα πια φανερά να κάνω την πρόταση που σου ‘ειπα πρωτύτερα.

Στη δεύτερη πρόεδρος του αναθεωρητικού ήταν ο Ντουσιοχρήστος. Την αναφέρω για την πρωτοτυπία της απόφασης.
Το λαϊκό του Βαλτεσινίκου είχε καταδικάσει σε πρόστιμο, χωρίς όμως επαρκείς αποδείξεις, δυο Βαλτενιτσιώτες με την κατηγορία ότι είχαν κλέψει μια ποσότητα σιτάρι ή αλεύρι. Οι άνθρωποι έκαμαν έφεση στο αναθεωρητικό με τον ισχυρισμό ότι ήταν αθώοι. Άλλοι – είπαν – ήταν οι πραγματικοί δράστες και τους ξέρει το χωριό, αλλά δεν τους μαρτυράει.
Ο πρόεδρος πείστηκε για την αθωότητά τους και πρότεινε την απαλλαγή τους. Ο Βαλτεσινιώτης λαϊκός επίτροπος αντιτάχτηκε έντονα και στην αγόρευσή του διερωτήθηκε ποιος θα πληρώσει τη ζημιά, αφού θ’ απαλλαγούν οι κατηγορούμενοι;
- Αυτό είναι εύκολο, λέει ο πρόεδρος και βγάζει αμέσως την απόφαση: Επειδή το χωριό ξέρει του πραγματικούς κλέφτες και δεν τους μαρτυράει, υποχρεώνω το κάθε βαλτεσινιώτικο σπίτι να δώσει αν αυγό ή την αξία του. Τα χρήματα που θα συγκεντρωθούν φτάνουν για την κάλυψη της ζημιάς. Μπράβο του Χρήστου!

Από την άλλη τώρα υπήρχε και η κωμική πλευρά της «δικαιοσύνης». Στα χρόνια εκείνα είχε εγκατασταθεί μόνιμα στο χωριό ο δικηγόρος Χρήστος Παπαντωνίου. Ένας ακόμα από τους παράγοντες που με το παραμικρό συμβούλευε μηνύσεις, για να βρίσκει δουλειά. Ο Χρήστος εξοικειώθηκε με το χωριό και ζούσε απλά, όπως όλοι, κλέβοντας κι αυτός καμιά κότα στη διάρκεια της κατοχής.
Θες από την πολλή του φτώχεια, θες από κάποια εσωτερική παρόρμηση να διασκεδάζει την ανία και την πλήξη του, σοφιζότανε πού και πού καμιά φάρσα, σαν τη διεξαγωγή π.χ. μυστικής ψηφοφορίας για την ανάδειξη του μεγαλύτερου ψεύτη του χωριού (βλ. περίπτωση Τουρλόπανου στο κεφ. «Ιστορίες, Ανέκδοτα και Καλαμπούρια»).
Στην κατοχή ερχότανε συχνά στο χωριό από την Ποδογορά ο Βασίλης Παναγούλιας, γαμπρός του Φουσέκα. Πρόθυμοι, όπως σ’ όλη τους τη ζωή, και περιποιητικοί οι πατριώτες προσφέρονταν κάθε φορά και τον κέρναγαν. Εκείνος, αντί να παίρνει πιοτό, καφέ κλπ., όπως συνηθίζεται, ζήταγε πάντα καραμέλες, τις έβανε στην τσιέπη και τις πήγαινε για τα παιδιά του. Δεν είπε ν’ αντικεράσει ποτέ.
Ο Χρήστος, που παρακολουθούσε τα συμβαίνοντα, πείσμωσε. Κι έβγαλε μόνος του διαταγή που απαγόρευε στο εξής το κέρασμα του Βασίλη. Ταυτόχρονα προειδοποιούσε τους τυχόν παραβάτες πως θα εισάγονταν «δι’ απευθείας κλήσεως» για δίκη στο αυτόφωρο. Όσοι χωριανοί συχνάζανε στην αγορά, πληροφορηθήκανε την απαγόρευση και χωρίς αντίρρηση συμμορφωθήκανε. Δεν τον κέρναγε πια κανείς τον Βασίλη.
Αλλά μια μέρα έτυχε να ‘ναι στο μαγαζί ο συγγενής του από συμπεθεριό Ντίνος Κούγιας. Αυτός, λείποντας όλη τη βδομάδα από το χωριό, γιατί φύλαγε τα πράγματα, δεν είχε λάβει γνώση της διαταγής και κέρασε το Βασίλη. Δεν πρόφτασε να σηκωθεί από την καρέκλα του, καταφτάνει ο Νίκος Μπρης, κλητήρας του προέδρου, και του εγχειρίζει ένα φάκελο. Περίεργος ο Ντίνος ανοίγει το φάκελο και διαβάζει:
Κύριος Κωνσταντίνον Πολυχρονόπουλον, ενταύθα.
Κλητήριον Θέσπισμα
Καλείσθε, όπως εμφανισθείτε αυθωρεί εις το αυτόφωρον μονομελές δικαστήριον, ίνα δικασθείτε ως υπαίτιος παραβάσεως απαγορευτικής διαταγής.
Ο Πρόεδρος
Χρήστος Παπαντωνίου
Ο Ντίνος κατάλαβε το αστείο, κι όπως το αρέσανε και του ίδιου τα καλαμπούρια, τέθηκε αμέσως στη διάθεση του κλητήρα και οδηγήθηκε ενώπιον του προέδρου. Στο μεταξύ γύρω από τον πρόεδρο είχα μαζευτεί όλη η αγορά και το γλένταγε.
Μετά τα τυπικά, αναγνώριση ταυτότητας, ηλικία, επάγγελμα, ο πρόεδρος απευθύνει την ερώτηση:
- Είναι αληθές, κατηγορούμενε, ότι κέρασες το Βασίλη Παναγούλια;
- Αλήθεια είναι, κύριε πρόεδρε, αποκρίνεται με μισοκακόμοιρο ύφος ο Ντίνος. Αλλά, γιατί; Δεν είχα δικαίωμα ναν τον κεράσω;
- Όχι, δεν είχες δικαίωμα. Διότι είχα εκδώσει απαγορευτική διαταγή, την οποία παρέβης.
- Συγγνώμη, κύριε πρόεδρε, δεν έλαβε όμως γνώση της διαταγής. Όλη τη βδομάδα, ξέρεις, ήμουν τσιοπάνης κι έλειπα από το χωριό.
- Τίποτα, τίποτα, δεν δικαιολογείσαι. Κρίνεσαι ένοχος;
- Ένοχος;
- Ναι, ένοχος. Καταδικάζεσαι λίαν επιεικώς να κεράσεις όλους όσους βρίσκονται δω και παρακολουθούν τη δίκη.
- Να τους κεράσω, κύριε πρόεδρε. Κι άλλοτε δεν το ματακάνω.
Πλήρωσε λοιπόν κάμποσα ο Ντίνος, για να κεραστούν όλοι όσοι ήταν παρόντες στη δίκη. Κι αποπάνω έμεινε κι ευχαριστημένος, γιατί η τιμωρία του ήταν λίαν επιεικής.

Σε παρόμοια ποινή καταδικαστήκαμε πολύ αργότερα (1966) από το Νικολή τον Μπρη και τον Τζιμπάκο εγώ κι ο αδερφός μου Βαγγέλης. Επειδή «μη έχοντες υπόψη παρόμοια απαγορευτική διαταγή διαρκούς ισχύος» φιλέψαμε από μια κούτα τσιγάρα τον Τέλη Βυζιώτη και τον Κόλλια.
Η ποινή ήταν να δώσουμε μια κούτα τσιγάρα σ’ όλους του πιο σοβαρούς καπνιστές του χωριού. Ο Βαγγέλης το διασκέδασε κι έδωσε γελώντας 500 ή 600 δραχμές για την εξόφληση του προστίμου. Εγώ, για ν’ αποδείξω πως ήμουνα γνήσιος Γλανιτσιώτης, υπόβαλα ένσταση με το δικολαβίστικο αιτιολογικό ότι δε με πιάνουν έμενα οι νόμοι της Γλανιτσιάς, επειδή από πάρα πολλά χρόνια είχα μεταφέρει τα πολιτικά δικαιώματά μου στη Νίκαια.
Οι δικαστές συσκέφτηκαν ιδιαίτερα, έκριναν πως είχα δίκιο κι έκαναν δεχτή την ένστασή μου. Ικανοποιημένος τότε, γιατί κέρδισα τη δίκη, κέρασα όλους όσους ήτανε στο μαγαζί από ούζο, καφέ μέχρι αναψυκτικά. Φυσικά κι από ένα μπακέτο τσιγάρα στον καθένα αποπάνω.

3 σχόλια :

Δημητρης Χ (εγγονος Τσιριμογιαννη) είπε...

Τσουναμι αναρτησεων.Πολυ μου αρεσει.Εχουμε μπολικο διαβασμα.
Δημητρης Χ (εγγονος Τσιριμογιαννη)

Ανώνυμος είπε...

ΠΩΛΕΙΤΑΙ ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΠΛΩΜΕΝΗ...........Η ΕΛΛΑΔΑ .gerolykos

Δημητρης Χ (εγγονος Τσιριμογιαννη) είπε...

να πουλησουνε τη Μυκονο.ΜΑζι με το πελεκανο
Δημητρης Χ (εγγονος Τσιριμογιαννη)