Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2018

ΤΟ ΜΑΙΝΑΛΟ ΚΑΙ ΟΙ ΓΛΑΝΙΤΣΙΩΤΕΣ


Του Βαγγέλη Κ. Χριστόπουλου 

 Σήμερα  θα συνταξιδέψουμε στο Μαίναλο,   με τους κοντινούς ανθρώπους του. Τους Αρκάδες και δει τους Γλανιτσιώτες.
 Πριν λίγες δεκαετίες τους συναντάμε στον ορεινό όγκο του Μαινάλου, μέσα στην αγκαλιά της φύσης. Στα δύσβατα μονοπάτια του, στις πλαγιές και τις χούνες του, στις κορυφές και τα φαράγγια του.
Εκεί πήγαιναν να υπηρετήσουν το βουνό, να καθαρίσουν παλιά μονοπάτια, να ανοίξουν καινούργιους δρόμους, να κόψουν τα γέρικα έλατα και να αναζωογονήσουν τα δάση του. Βάλθηκαν να αναγεννήσουν το Μαίναλο, το φυσικό τοπίο, τα γούπατα, τα καταράχια, τη γή του. Η σκληρή ανάγκη για δουλειά τους φέρνει στο Μαίναλο.
Στους Αρκάδες ανήκουν και οι Γλανιτσιώτες, άνθρωποι σκληραγωγημένοι, εργατικοί που πρωτοστατούσαν στην περιοχή με την δουλειά τους και πότιζαν το χώμα του,  με τον ιδρώτα τους .


Μέσα από καταπράσινες πλαγιές, βαθύσκιωτα φαράγγια, νεροσυρμές, ανηφόριζαν καραβάνια ολόκληρα Γλανιτσιωτών. Όχι σαν προσκυνητές σε ιερό χώρο, αλλά σαν εργάτες , σαν δουλευταράδες της γής.
Κι εκείνη η Θεά Δήμητρα μερικώς γονιμοποιούσε τα δημητριακά τους και η γη δεν παρήγε πολλούς σπόρους και πείναγαν. Έτσι έπαιρναν τα ιμάτιά τους και για οχτώ μήνες το χρόνο, δούλευαν, στο αγαπημένο βουνό τους.  Το Μαίναλο.
Είχαν ενημέρωση πως η δουλειά άνοιξε στο βουνό. Οι γυναίκες τους ετοίμασαν τα χρειαζούμενα.
Από το βράδυ, είχαν κανονίσει, να σμίξουν κοντά δέκα άτομα, στο αγκωνάρι της εκκλησιάς. Με άλλα οχτώ  άτομα, θα έσμιγαν στο έβγα του χωριού. Πέντε η ώρα την νύχτα, θα αναχωρούσαν για να προκάνουν την δουλειά και να μην χάσουν το μεροκάματο. Την νύχτα ακούγονταν βήματα στους δρόμους του χωριού, φωνές, χαιρετισμοί,  καλημέρες. Οι γυναίκες με καημό τους κατεβόδωναν, τους  αποχαιρετούσαν και κάθονταν στο κεφαλόσκαλο του σπιτιού μέχρι να  σκαπετήσουν  από κοντά τους.    Έσμιξαν όπως συμφώνησαν. Χτύπησαν δυο τρείς φορές την πόρτα του Τσιαγκρή, να ιδούνε τι έγινε  που δεν είχε παρουσιαστεί. Εκείνος ξύπνιος και έτοιμος με την τραιστίνα, με τα χρειαζούμενα ήρθε κοντά τους. Σκοτάδι πίσσα, δεν ξεχώριζες  πρόσωπα. Το φεγγάρι ήταν πολύ γερτό , κρυβόταν, δεν φώτιζε τον χώρο.
 Όλοι είχαν από μια τραιστίνα στον ώμο, με τα χρειαζούμενα. Μια πουγανιά ψωμί, ένα κομμάτι τυρί, αυγά βρασμένα, χυλοπίτες, φακές παραγωγής τους και λίγα φασόλια. Λάδι είχαν λιγοστό, σε ένα μπουκάλι και για ξινό αν χρειάζονταν, θα έστυβαν αγίνωτα σταφύλια. Πάνω πάνω στην τραιστίνα, είχαν τα ρούχα τους. Έτσι ξεκίνησαν από το χωριό, χωρίς να σταθούνε πουθενά αλλού στον δρόμο προς το Μαίναλο.
Η φύση άρχισε να ξυπνάει. Κάποια σκυλιά γαύγιζαν φοβερίζοντας τις αλεπούδες και τα κοκόρια ξελαρυγγιάζονταν, ενώ τα κοτσύφια από κάποια ψηλή κορυφή πουρναριού το έλεγαν. Πήραν την ρεματιά που ήταν ο δρόμος. Το κρύο σούδιαζε και τους έβρισκε στα πρόσωπα, τους μπούκωνε και τους δυσκόλευε στο περπάτημα.  Ο αέρας άλλοτε τους έσπρωχνε με μανία μπροστά και άλλοτε τους εμπόδιζε να αλλάξουν τα βήματά τους. Τα παπούτσια χτύπαγαν  τις πέτρες του δρόμου, κείνες μετακινούνταν και μαζί με τα πατήματά τους, ένας αχός ρυθμικός ακουγόταν. Ακροβολισμένοι κοντά είκοσι νοματαίοι, φορτωμένοι, λιγομίλητοι ,βάδιζαν σε μουλαρόδρομους και μονοπάτια, σε πουρναροσκέπαστα δάση και  ελατοσκέπαστες πλαγιές. Πέρναγαν δίπλα από χονδρούς ρυτιδωμένους κορμούς και  νέα χλωροπράσινα δέντρα .  Γλυκοχάραζε και το περπάτημα γινόταν καλύτερο. Έβλεπαν κάπως μπροστά τους. Ο αέρας με το φύσημα κούναγε τις κλάρες του έλατου, χτύπαγαν μεταξύ τους και η μυρωδιά της ελατόπισσας απλωνόταν τριγύρω.
Ώρες περπατούν, ανεβαίνουν λόφους, ισιώματα, παίρνουν περικοπά μονοπάτια, αγναντεύουν τριγύρω χωριά, με κάποιους αμυδρούς φωτισμούς. Βλέπουν αστέρια να σβένουν και άλλα να χάνουν την λάμψη τους. Τα ζουζούνια, της νύχτας, με τις φωνές τους, χρωματίζουν το μονότονο βάδισμά τους.
Στην  διαδρομή συναντούσαν, βρυσούλες και πηγές με κρύα νερά, φιλόξενα καλύβια, χάνια, εξωκλήσια και θεόρατα δέντρα  σημεία αναφοράς και σταμάταγαν για λίγο να μαζευτούν και να μετρηθούν.
Βιάζονται να φτάσουν στον καταυλισμό. Να ξεφορτώσουν τα πράγματά τους όπως, όπως και να πιάσουν δουλειά. Δεκάδες άλλοι άνθρωποι από άλλα χωριά  φτάνουν στο ίδιο σημείο.  Με την ψυχή στο στόμα, προχωρούν και πλησιάζουν , επί τέλους στον ξέφωτο χώρο, που είναι ο καταυλισμός τους. Έφτασαν ο ένας μπροστά, ό άλλος πίσω  νικητές μέχρι το τέλος της διαδρομής.  Γύρω γύρω, ψηλόκορμα έλατα, αγέρωχα, ευθυτενή, πυκνά ,αποσκιάζουν τον χώρο, κρατούν μακριά τους αέρηδες και κρύβουν το φως του ήλιου.
Εκεί έφτασαν το πρωί, ζαλωμένοι οι Γλανιτσιώτες εργάτες ,με  το σώμα και τα πόδια κουρασμένα. Απόθεσαν  τις τραιστίνες τους κατά γης, μέσα στην καλύβα. Κρέμασαν και τα λιγοστά τρόφιμα, στις κρεμάστρες, να μην τα φάνε τα ζούδια του δάσους. Το κορμί τους ανασαίνει από το ξελάφρωμα του βάρους. Τρίβουν την ιδρωμένη και μουδιασμένη  πλάτη τους λίγο , συνέρχονται και είναι έτοιμοι για  δουλειά. Παίρνουν στα χέρια τους τα εργαλεία και τον δρόμο για το εργοτάξιο. Μέσα στο δάσος ήταν  ολόκληρη κοινωνία ζώων . Αποθαρρύνουν στο δρόμο τους μια αλεπού, που αμέριμνα είχε πάρει το μονοπάτι και πλησίαζε στο  ξέφωτο . Έψαχνε και αυτή για τροφή. Πιο κει μια χελώνα, κρυφάκουγε ατάραχη, κρυμμένη στους θάμνους, τις φωνές και τα βιαστικά βήματά τους. Ο πρωινός αέρας, μεθυσμένος με τις ακτίνες του ήλιου, χρωμάτιζε, τα κελαηδήματα των πουλιών που πέταγαν από κλαδί σε κλαδί.
Δεκάδες άνθρωποι, κάθε ημέρα δουλεύουν, μοχθούν στο βουνό. Ο Δασάρχης, ο εργοδηγός, ο μηχανικός  και οι επιστάτες, διευθύνουν την δουλειά και δίνουν διαταγές.  Πόσα γλυκά λόγια άκουσα για κείνον τον εργοδηγό, τον άνθρωπο, τον γνώστη της δουλειάς , αυτόν που υπέρμετρα αγαπούσε το δάσος  τον  Β Ε Η  έτσι θαρρώ τον έλεγαν.
Κάθε εργάτης κρατάει από ένα με δυο εργαλεία. Κασμά, φτυάρι, τσεκούρι, πριόνι, βαριά, λοστό και άλλα χρειαζούμενα. Κόβουν έλατα, ανοίγουν δρόμους, καθαρίζουν κλαδιά, μετακινούν κορμούς, πέτρες. Κάνουν ομαδική εργασία και ο ένας βοηθάει τον άλλον.
Σήμερα είναι δύσκολη ημέρα. Είναι Δευτέρα. Ξενύχτι, περπάτημα όλη νύχτα και τώρα δουλειά.  Απλώθηκαν σε μια πλαγιά και ανά πέντε, ανά έξι μέτρα μακριά ο ένας από τον άλλον, φτιάχνουν τα πρώτα θεμέλια του δρόμου. Ακολουθούσαν τα σημάδια του μηχανικού, έσκαβαν με τους κασμάδες και ύστερα έδιωχναν τις πέτρες και τα χώματα. Άλλοι άνοιγαν τρύπες σε βράχια να τα σπάσουν με φουρνέλα, να ισοπεδώσουν το έδαφος , για να περάσει ο δρόμος.
Μπροστά ακολουθούσαν εργάτες με πριόνια. Πήγαιναν στα σημαδεμένα με κόκκινο σταυρό έλατα και τα έκοβαν. Ακούγονταν ανάκατα κασμάδες, φτυάρια, βαριές, πριόνια, φωνές, τριξίματα  και το κλάμα  των δακρυσμένων δέντρων , που πέφτουν  κάτω τρίζοντας.
Οι φωνές του μηχανικού, του επιστάτη ήταν διαπεραστικές βρίσκονταν πάνω από τα κεφάλια των εργατών και έδιναν εντολές.
Ο γέρο Δήμος δούλευε κοντά στον ανιψιό του ψηλό και δυνατόν εργάτη και τούτος τον βόηθαγε και τον πρόσεχε στα δύσκολα. Ο επιστάτης ζήτησε την μετακίνησή του . Μα σε λίγο κατάλαβε, έδειξε κατανόηση και τον άφησε.
Η δουλειά έφερνε  κούραση, εκείνη δίψα και σαν πέρναγε ερχόταν η πείνα. Ο νερολόγος κάθε δυο ώρες πέρναγε , από μπροστά στους εργάτες, με τον γάιδαρο και τα δυο βαρέλια φορτωμένα. Γέμιζε το αλουμινένιο μπρίκι  με  νερό και πότιζε τους εργάτες . Εκείνοι καλοχαιρέταγαν , έλεγαν και κανά δυο κουβέντες , έπιναν το νερό και ξεδίψαγαν.
Σε ένα σημείο της πλαγιάς οι εργάτες είχαν σταματήσει να κόβουν τα έλατα. Το πριόνι δεν ακουγόταν. Μαλώματα ακούγονταν. Το πριόνι  βρέθηκε κάτω από τον βαρύ κορμό ενός ελάτου. Ευτυχώς που δεν υπήρξε ατύχημα. Ο εργοδηγός ζητούσε ευθύνες για το λάθος.
__Θα το πληρώσετε τους έλεγε.
__Δεν ρίξαμε εμείς το πριόνι στον κορμό, φώναζε και ορκιζόταν ένας εργάτης. Το έλατο έπεσε στο πριόνι. Και τι να κάνει και ο εργοδηγός κάλυψε το λάθος τους. Φτωχοί ήταν να μην την πληρώσουν.
Ο Γιώργης ο Βολεψόπουλος, κάθε λίγο έφευγε, δήθεν για νερού του. Άφηνε την τζιβιέρα κατά γης και χανόταν. Όταν γύριζε παρακινούσε και τον Λιθαρόπουλο τον συνεργάτη του να κάνει το ίδιο. Οι πέτρες και τα χώματα ήταν ολόκληρος λόφος.  Ο επιστάτης τους φώναξε θα σας κόψω  το μισό μεροκάματο, αν συνεχίσετε  έτσι.  Εδώ δουλεύουν γέροι, αδύνατοι που τρέμουν τα χέρια τους, σχολιαρούδια αμούστακα, αδύνατα άνθρωποι που έχουν ανάγκη την δεκάρα. Ήταν και ένας φοιτητής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Όλοι τον φώναζε δάσκαλε. Τον σέβονταν και δεν τον έβαζε ο επιστάτης  σε βαριές δουλειές. Του έδωσε την άλλη ημέρα μια ξύστρα με ένα μακρύ κοντάρι , να βγάζει τις φλοίδες από τους κορμούς των ελάτων. Αλαφριά δουλειά.
Η ώρα πλησίαζε να σχολάσουν για μεσημέρι.
Ακούστηκε η φωνή του επιστάτη.  Τέλος παιδιά, ήρθε η ώρα για σχόλασμα.  Από στόμα σε στόμα σαν αστραπή μεταδόθηκε η είδηση στους εργάτες.  Άφησαν τα εργαλεία επί τόπου να ξεκουραστούν και να φάνε. Άλλοι ρίχνουν το σακάκι στους ώμους τους, οι νέοι μισόγυμνοι από την μέση και πάνω σφυρίζουν τραγουδούν, αστειεύονται. Κάτω από τα δέντρα, σε κορμούς και γυαλιστερές πέτρες, ομάδες ομάδες κάθονται, τρώνε μιλούνε, γελούν. Βιάζονται σε λίγο θα φωνάξει ο επιστάτης  εγερτήριο. Ένας εργάτης ξεμάκρυνε από τους άλλους, ξέχασε με την βιασύνη να πάρει το φαί του . Τον είδαν που ήταν πίσω από το βράχο του φώναξαν και μοιράστηκαν το φαί μαζί του.
Άρχισαν πάλι την δουλειά. Είπαν αμάν να περάσει το απόγευμα και να δουν τον ήλιο να χαμηλώνει. Τέλειωσε η δουλειά, σώθηκε και η ημέρα, όλοι βιάζονται να γυρίσουν στον καταυλισμό. Τους περιμένουν δουλειές.
Άκουσαν  και την δυνατή φωνή του τελάλη. Βιαστείτε και απομακρυνθείτε σε λίγο μπαίνουν φουρνέλα . Το έβαλαν όλοι στα πόδια να απομακρυνθούν. Σε λίγο η πλαγιά σείονταν και θεόρατα βράχια πετάγονταν στον αέρα.
 Έφταναν στον καταυλισμό.  Έφτιαναν τις πυροστιές , τρείς πέτρες σαν τρίγωνο και άναβαν πολλές  φωτιές να μαγειρέψουν, να φάνε πριν έρθει το σκοτάδι και δεν βλέπουν.  Όπως όπως κοίταγαν να τα βολέψουν. Στην μια παρέα λείπει η πάστα, στην άλλη το κρεμμύδι , στην άλλη το λάδι .
Και το ψωμί συχνά έλλειπε και ζητούσαν ό ένας στον άλλον δανεικά. Είχαν αλληλεγγύη μεταξύ τους , είχαν μια πρωτότυπη συναλλαγή που τους δίδαξε, η ανάγκη και η ζωή, Εκεί δεν έμενε άνθρωπος νηστικός είχε δεν είχε. Αυτό ήταν το μεγαλείο των Γλανιτσιωτών. Η αγάπη η προσφορά και η συμπόνια . Οι φωτιές σπινθηροβολούν,  φυσάει  απόψε αρκετά και ο καπνός  τεμπελιάζει να ανεβεί ψηλά.  Βράζουν εύκολα φαγητά να γεμίσουν το στομάχι τους. Τα μακαρόνια μόλις λυγάνε στο καυτό νερό , συγκεντρώνεται η παρέα να φάει. Το φαί  τέλειωνε γρήγορα και τα κουτάλια ακούγονταν που χτύπαγαν στα τσίγκινα πιάτα.
Και αν ο μάγειρας αργούσε ,άκουγε τα παράπονα των άλλων.
__Δεν έγινε το φαί ακόμη ρε Γιάννη; Κόκκαλα έχει; Οι άλλοι φάγανε. Και τι να ειπεί ο Γιάννης που κείνο το βράδυ του αναποδογύρισε η κατσαρόλα και το φαί χύθηκε.  Και ευτυχώς είχε μακαρόνια και λίγο λάδι να ξανά ψήσει φαί. Μα του έλλειπε η πάστα και το κρεμμύδι.  Ζήτησε να του δώσουν οι άλλες παρέες , με τρόπο μυστικό δήθεν. Αλλά είχε βαρέσει η καμπάνα και το έμαθαν όλοι. Ψηλό γαζί έπεφτε για τον Γιάννη.  Τι μάγειρα της Μεγάλης Βρετάνιας των ανέβαζαν, τι παράσημα του έδιναν, και πόσοι των ήθελαν αρχιμάγειρα στον γάμο της κόρης τους. Τέλος παρακαλούσαν να μείνει εσαεί στο Μαίναλο μάγειρας.  Μέχρι και το σκυλί της καλύβας που ήταν φύλακας κάποιος είπε πως ξερογλειφόταν που έφαγε τα χυμένα  μακαρόνια και τον ευχαριστούσε.
Κείνο το βράδυ ήταν πιο όμορφο από τα άλλα.
 Άλλοι κάθονται στους κορμούς  που είναι καθίσματα και τραπέζια και συζητούν και άλλοι τραγουδούν. Το πρόγραμμα είναι γεμάτο, με ανέκδοτα, ιστορίες, θεατρικές παραστάσεις. Κάποιος παριστάνει και ξεστομίζει κουβέντες αστείων ανθρώπων του χωριού και κάνει τις παρέες να ξεσπούν σε γέλια.
Βράδιαζε, έπρεπε να φτιάξουν και τα κρεβάτια τους.  Εδώ δεν είχαν την μάνα τους ή την γυναίκα τους να τα φτιάξουν. Μια καλύβα μακρόστενη σκεπασμένη με τσίγκους γέμιζε τα βράδια από κόσμο. Μέσα είχαν φωτογονίες, να ανάβουν φωτιές και να ζεσταίνονται τα κρύα βράδια και να μαγειρεύουν. Απόψε ήταν γλυκιά βραδιά δεν χρειάστηκαν φωτιά και έτσι δεν είχαν μπούκωμα με καπνούς, δεν είχαν τριξίματα των ελατόκλαρων δεν είχαν όμως και λάμπαδο να φωτίζει τον χώρο.
Κουβάλαγαν φρεσκοκομμένες κλάρες από έλατα και τις έστρωναν κατά γης στις δυο μακρόστενες πλευρές της καλύβας. Έκαναν πρώτη και δεύτερη στρώση και ένα ομοιόμορφο πράσινο στρώμα κάλυπτε την καλύβα. Εκεί επάνω έστρωναν ο ένας δίπλα στον άλλον τα τσιόλια τους  να κοιμηθούν .
Κοντά στην καλύβα ήταν η υδροφόρα με νερό. Έπιαναν νερό στις κατσαρόλες, τις ξέπλεναν και έχυναν το νερό σε ένα αυλάκι να μην λιμνάζουν τα νερά. Με λίγο σαπούνι  ξέπλεναν και τα πιάτα. Βράδυ ήταν οι λαδωμένες και μουτζουρωμένες επιφάνειες δεν φαίνονταν.
Τα βράδια μαζεμένοι παρέες πέρναγαν ευχάριστα. Μια ομάδα κουβέντιαζε για το 21 και τον Κολοκοτρώνη, τους πολέμους και τους αγώνες  που έκαναν. Άλλη μιλούσαν για τους Γερμανούς και τον εμφύλιο πόλεμο , το σκοτεινό παιγνίδι των Άγγλων.
Κάποιοι ξαπλωμένοι, χωρίς να βγάλουν τα παπούτσια τους και τα ρούχα τους, περίμεναν να περάσει η ώρα να κοιμηθούν.
Ο Μπάρμπα Χρίστος   έλεγε τις δικές του ιστορίες και όλοι τον άκουγαν με δέος και προσοχή.  Έλεγε σε όλο το  βουνό ,συναντάς γούπατα. Ήταν κτήματα γαιοκτημόνων από τα Μαγούλιανα και από άλλα χωριά. Κάποτε εδώ  καλλιεργούντο και έβοσκαν χιλιάδες γιδοπρόβατα. Το βουνό έπαιξε σπουδαίο ρόλο στον απελευθερωτικό αγώνα. Εδώ ήταν καταφύγιο αρματολών και κλεφτών. Από εδώ ξεκίνησε ο Αγώνας με τον Κολοκοτρώνη. Ο κάθε ένας συμπλήρωνε ότι έβλεπε και ήξερε για το Βουνό. Ο Τόπος είναι ένα θησαυροφυλάκιο με αμύθητους θησαυρούς .  Χωράφια, έλατα λουλούδια που υπερέχουν οι κρόκοι και τα κυκλάμινα και πολλά ζώα . Το σπουδαιότερο είναι πως το βουνό μας δίνει δουλειά και γιαυτό είμαστε τώρα εδώ.
Μας δίνει δύναμη , μας σκληραγωγεί, μας κοιμίζει στην αγκαλιά του, μας κάνει και ονειρευόμαστε. Ο αέρας ήταν γεμάτος μυρουδιές, φρέσκου χόρτου και ελάτου. Πάνω σε έλατο έσκουζε μια κουκουβάγια, έκλαιγε η δόλια την μοναξιά της και ο Γκιώνης με την κλαψιάρικη φωνή του έφερνε κακά προαισθήματα. Αναρωτιόνταν στο σπίτι άραγε είναι όλοι καλά. Και το φεγγάρι έριχνε την λάμψη του και στις κορυφές των ελάτων και στα κεφάλια τους  και έβρισκαν τα δρομάκια. Σαν τύχαινε η νύχτα να είναι ασέληνη, τα χιλιάδες λαμπάκια του ουρανού, στέλνουν τα δικά τους μηνύματα, με την ξεχωριστή δική τους αρμονία.
Και σαν πέρναγε η ώρα και σταμάταγαν τα χαρούμενα σφυρίγματα και οι σκοποί των τραγουδιών, αποτέλειωναν την συζήτηση, τις διαφωνίες και πήγαινε  ο «κάθε κατεργάρης στο κρεβάτι του. Μα και δω ξαπλώνοντας  στρωματσάδα στα φρεσκοστρωμένα  κρεβάτια τους, κουβέντιαζαν σιγανά με τους διπλανούς  τους.
Απόψε έγινε χοντρή πλάκα με τον μπάρμπα Γιάννη. Έπιασε ξένο κρεβάτι και δεν ήθελε με τίποτε να φύγει. Ο δόλιος με το λιγοστό φως μιας μακρινής λάμπας δεν έβλεπε και ξάπλωσε στου Θανάση το κρεβάτι. Με το ζόρι τον έδιωξε εκείνος.  Στο βάθος κάποιος βλαστήμαγε για  την ώρα και την στιγμή που βρέθηκε στο Μαίναλο. Το κορμί του τρύπιο από τις βελόνες ήταν κατακόκκινο και ήταν αδύνατον να κοιμηθεί.  Εδώ σταμάταγαν οι δρόμοι με τα πόδια και ξεκίναγαν οι δρόμοι του μυαλού, που πήγαιναν σε ευτυχισμένες στιγμές, σε ερωτικές συναντήσεις, σε στιγμές πίκρας και χαμού. Φέρνουν κοντά τους παλιούς χρόνους με τον καινούργιο. Σμίγουν μέσα στην νύχτα  οι ψυχές. Σμίγουν οι άνθρωποι, οι πόθοι και η ευτυχία.
Σουτ! Ακουγόταν για  κάποιον που μισοκοιμισμένος ονειρευόταν και φώναζε μέσα στην νύχτα.
Τέλος ο ύπνος σιγά σιγά ερχόταν και στους πιο δύσκολους. Το μυαλό τους έτρεχε στο χωριό, στο σπίτι, στα προβλήματα στο άρρωστο παιδί που είχαν αφήσει.  Οι περισσότεροι είχαν το κεφάλι τους χωμένο μέσα στα ρούχα, σαν τις χελώνες  που έβαζαν το κεφάλι μέσα στο κέλυφος. Κάποιοι έμεναν ξύπνιοι πολλές ώρες από τις έννοιες της ζωής, και άλλοι ξύπναγαν στο πρώτο ύπνο.
Έτσι πέρναγαν οι βραδιές στα πρόχειρα κονάκια τους, μακριά από τον κόσμο. Μια καλογερίστικη ζωή, όλο στερήσεις και κακουχίες
Ξυπνώντας το πρωί, χαιρέταγαν το δάσος, γέμιζαν τα πνευμόνια τους οξυγόνο και έφευγαν κεφάτοι για την δουλειά.  Φέτος έκανα μια μικρή βόλτα στο Μαίναλο. Έψαχνα μήπως δω τα χνάρια τους μέσα στο δάσος, μήπως ακούσω τα τραγούδια τους στα ρουμάνια, κοίταγα παλιούς δρόμους έκλεινα τα μάτια μου και έβλεπα αυτές τις επιβλητικές μορφές των χωριανών μου , που ξόδευαν την δύναμή τους, τα νιάτα τους και έμαθαν να λογαριάζουν τον  άνθρωπο, να αγαπούν το δάσος και να χαίρονται την απλή  ζωή.
Δεκαπέντε ημέρες  πέρασαν στην δουλειά. Ήταν άφραγκοι και στις οικογένειές τους έλλειπαν τα απαραίτητα. Έλεγαν πως θα ερχόταν ο ταμίας από την υπηρεσία να τους πλερώσει.  Δεν φάνηκε πουθενά ρώταγαν τον επιστάτη. Ούτε κι εκείνος ήξερε περισσότερα. Ρώτησαν τον εργοδηγό και κείνος ενημέρωσε την Δασική Υπηρεσία.  Τους έλεγε « Νηστικό αρκούδι δεν χορεύει». Και κείνοι ετοίμασαν την κατάσταση με τα ονόματα .  Ο επιστάτης τους ενημέρωσε. Το Σάββατο πριν φύγουν για το χωριό θα πληρωθούν.
Έφτασε ο ταμίας με τον βοηθό του, κάθισαν στον ξύλινο πάγκο με το σανιδένιο τραπέζι και άπλωσαν τα χαρτιά τους. Ακούστε τους είπε ο βοηθός. Θα διαβάζω  τα ονόματα, μαζί και τα παρατσούκλια να μην γίνει κανένα λάθος και σεις θα φωνάζετε παρών. Αυτή την σειρά θα κρατήστε και ένας ένας θα περνάει μπροστά στον ταμία. Και άρχισε το διάβασμα:  Ροζής Γεώργιος ή Μπιτσίλης,   Γιαννόπουλος Νίκος ή Τζίτζιος,  Μποσμής Κυριάκος ή Πατσιέβης,  Ροζής Ανάστος ή Βρούς, Βασιλόπουλος Γεώργιος ή Μάγκας,  Γιαννόπουλος Κίμωνας ή Λεγάκης,  Αντωνόπουλος Γεώργιος ή Γιωργαλάς,  Πολύδερας Άνάστος ή Αναστούλης,  Δημητρακάς Γεώργιος ή Ζολής,  Παππάς Γεώργιος ή Κατσομάλης,  Βασιλόπουλος Διογένης ή Τασιουκλής,  Μιχαλόπουλος Χαράλαμπος ή Καπέτας,  Πολύδερας Κούλης ή Κολοβούρδος,  Χριστόπουλος Πάνος ή Μητσιαίλας,  Νταρζάνος Άντρέας ή Πίκουλας,  Γιαννόπουλος Νικόλαος ή Καπνιάς, Σταθόπουλος Γιάννης (Ραμόγιαννης). Ήταν και άλλοι αμέτρητοι που δούλεψαν και οι υπογραφές τους υπάρχουν στα κιτάπια της Δασικής υπηρεσίας. Έπαιρναν τα χρήματα χαμογελαστοί ευχαριστούσαν τον ταμία και τα έκρυβαν στην τσέπη τους.
 Βούιζε το χωριό  από χαρές και γλέντια το Σαββατόβραδο που έφθαναν εδώ. Όλοι τους ήταν πρόσχαροι, γελαστοί, γέμιζαν τα σπίτια , σειόταν το χωριό και τα μαγαζιά.
Έφερναν την μυρουδιά της ελατόκλαρας μαζί τους, και όλοι μελέταγαν το φιλόξενο βουνό . Το Μαίναλο.   Το αγαπημένο τους βουνό που τους  κοίμιζε στην αγκαλιά του, τους πρόσεχε και  τους  αγαπούσε σαν παιδιά του,  όπως τους άξιζε.

21.9.2018





2 σχόλια :

ΓΛΑΝΙΤΣΙΩΤΗΣ είπε...

ΤΟ ΜΑΙΝΑΛΟ ΣΤΗΡΙΞΕ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΑΡΚΑΔΙΑΣ. ΤΑ ΜΕΤΡΗΤΑ ΗΤΑΝ ΠΕΡΙΖΗΤΗΤΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΑ ΕΒΡΙΣΚΕΣ ΕΥΚΟΛΑ. ΟΙ ΠΑΤΕΡΑΔΕΣ ΜΑΣ ΑΝΑΘΡΕΨΑΝ ΤΙΣ ΦΑΜΕΛΙΕΣ ΤΟΥΣ ΣΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 1970.

Ανώνυμος είπε...

Τα σαββατα το αυτοκινητο που τους γυρναγε στο χωριο περναγε απο βαλτεσινικο..ηταν ενα φορτηγο με καροτσα χωρις προστατευτικα ειδικη για το φορτωμα κορμων..σταματουσε στο βαλτεσινικο και επαιρνε και μας τους μαθητες να μας φερει στο χωριο για σαβατοκυριακο..οι εργατες γονεις μας μας εβαζαν στη μεση μην πεσει κανενα εξω απο το φορτηγο που τραμπαλιζε επικινδυνα στο χωματοδρομο.κι ενα ανεκδοτο: στο μαιναλο τη νυχτα κατεβαινει κατακαλοκαιρα η θερμοκρασια κατω απο 10 βαθμους.ετσι καποιο πρωινο ο γερο Μακρης(Γιαννης Μαλαπερδας) ειχε ξυπνησει μπονωρα και τουρτουριζε στο κρυο αναδιπλωμενος στα δυο οταν τον ακουσαν να μονολογει:-ρε ποσος ημουνα και χωραω σ ενα τορβα(τραιστο-ταγαρι μικρο που ταιζανε το μουλαρι).ητανε διμετρος για οσους τον θυμουνται.Γιωργος Μπουρεκας