Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2019

Η στρίφλα του γέρο – Τέλη

 Γράφει ο Παλιοπυργήσιος

Κάθε χρόνο, εκεί στα μέσα του Αλωνάρη που είναι η γιορτή της Αγιά – Μαρίνας (17 Ιουλίου), στριφτογυρίζει στο μυαλό μου εκείνο που λέγαμε τότε:
«της Αγιά – Μαρίνας ρώγα,
                               και της Παναγιάς σταφύλι. (15 Αυγούστου)
και του Σταυρού (14 Σεπ/βρη) κοφίνι.
Ναι, από της Αγιά–Μαρίνας άρχιζαν στ’ αμπέλια, εδώ – εκεί, κάτι ρώγες να μαυρίζουν (ωριμάζουν) και έτσι τα σταφύλια έπαιρναν ένα χρώμα παρδαλό, τότε λέγαμε «μπαρδαλιάνανε τα σταφύλια». Τότε τα τσοπανόπουλα, όσα έβοσκαν τα κοπάδια τους εκεί κοντά στ’αμπέλια, αψηφούσαν τις απειλές και τα΄αγριοκοιτάματα του δραγάτη (αγροφύλακα) και λουφαχτά – λουφαχτά έμπαιναν στ’ αμπέλια και έψαχναν για ρώγες.
Ας ήσαν ξινούλες, δεν έβρισκαν εκείνη την εποχή άλλα φρούτα, τους φαίνονταν πεντάγλυκες. Εκεί γύρω της Παναγιάς μπορούσες να βρεις ολόκληρο σταφύλι γινωμένο και του Σταυρού πια, μπορούσες να γεμίζει κοφίνι με γινωμένα σταφύλια, γιατί κόντευε πια ο τρύγος.

«Είναι νωρίς ακόμα,» λέει ο Απίκραντος στο γέρο-Καγιά, το γείτονά του, θέλουν λίγο καιρό ακόμα να γλυκιάνουν, να σηκώσουν «γράδο» - βαθμούς.-
Η σχολική χρονιά είχε αρχίσει για τα καλά, και εκεί στις αρχές του Τρυγητή (Οκτώβρη) οι μαθητές όλο σιγοψυθίριζαν: το ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου:
Σε μια ρώγα από σταφύλι,
έπεσαν οχτώ σπουργίτες
κι ετρωγόπιναν οι φίλοι
τσίρι – τίρι - τσιριτρό
τσίρι – τρί τσιριτρό……..
Τα παιδιά περιμένουν με πολλή ανυπομονησία να ρθεί η μέρα του τρύγου. Τότε δεν τρύγαγε ο καθένας όποτε ήθελε, είχε καθιερωθεί να τρυγάνε όλοι την ίδια μέρα και το σπουδαίο για τα παιδιά ήταν ότι το σχολείο την ημέρα του τρύγου δεν λειτουργούσε και τα παιδιά είχαν την ευκαιρία να ευχαριστηθούν τη φύση, να παρακολουθήσουν όλες τις φάσεις της γεωργικής αυτής απασχόλησης, να γνωρίσουν τα κατάλοιπα της Διονυσιακής λατρείας, ν΄ανατρέξουν στη μυθολογία, να μάθουν ότι ανάμεσα στους άλλους Θεούς της αρχαίας Ελλάδας ήταν και ο Θεός Διόνυσος, που ήταν ο Θεός του τρύγου – του αμπελιού, του κρασιού, του κεφιού, της ευθυμίας. Μα εκτός αυτού θα πρόσφεραν και τη βοήθειά τους, γιατί ο τρύγος θέλει πολλά χέρια.
«Θέρος, τρύγος, Πόλεμος» που λέγαμε.
Πραγματικό πανηγύρι ο τρύγος, μικροί μεγάλοι, γέροι και νιοί, γυναίκες κι άντρες όλοι με κέφι στη δουλειά. Έκοβαν τα σταφύλια, τ΄ έριχναν στα κοφίνια και όταν γέμιζαν τα κοφίνια τ΄ άδειαζαν σε μεγάλες κοφίνες ή σε ξύλινα κιβώτια (κασελέτες) για να φορτωθούν και να μεταφερθούν στο χωριό. Άλλα ζώα φορτωμένα κατευθύνονταν προς το χωριό, άλλα αδειανά  έρχονταν προς τα’ αμπέλια να φορτωθούν.
Ζώα και άνθρωποι διασταυρώνονταν, φωνές – τραγούδια, σαλαγητά, κουδούνια ευχές «χρόνια πολλά με υγεία και του χρόνου να ‘μαστε καλά» Αλληλο-πειράγματα που είχαν σχέση με την ποσότητα παραγωγής: «Τι να παιδεύεσαι να ‘ξερα, δε θα σε φτάσει, ούτε το βαγένι να βρέξεις» ακούγεται να λέει ο Πίκουλας στο Μπένο. «Ρε, έχε του νου σου, θα ξεσαμαριστεί το γαϊδούρι και δε θα ‘χεις ούτε να τα δοκιμάσει η Πικουλίνα» του ανταπαντάει ο Μπένος.
Στο χωριό ύστερα από διαδικασία (πάτημα, λιώσιμο, στράγγιγμα) έβγαινε ο μούστος, που αφού τον δοκιμάζανε, πίνοντας λίγο, για τη γλυκύτητα, η με ένα αυγό να τον γραδάρουν, να μετρήσουν τους βαθμούς, τον έριχναν στα φρεσκοπλυμένα βαγένια για να βράσει, να υποστεί ζύμωση, έτσι θα το έλεγε ο γεωπόνος τώρα.
Τώρα θα με ρωτήσεις. Πώς μέτραγαν τους βαθμούς με το αυγό; Να λοιπόν: έριχναν μούστο σε μια τέσα, κοντόγεμη σχεδόν, και μέσα έριχναν ένα φρέσκο αυγό.  Αν βυθιζόταν το αυγό σήμαινε ότι δεν είχε τους βαθμούς που έπρεπε και του έριχναν ζάχαρη. Αν καθόταν στην επιφάνεια έβλεπαν πόσο μέρος του αυγού είναι μέσα στο νερό και πόσο έξω και υπολόγιζαν τους βαθμούς που έπρεπε να είναι γύρω στους δώδεκα.
Όσοι είχαν πολλά αμπέλια και μεγάλη παραγωγή σταφυλιού, όπως οι Μπαρούνηδες και Γιωργίλας, τα έλιωναν στα λινά τους, εκεί στ’ αμπέλια (τσιμεντένιες δεξαμενές) και μετέφεραν το μούστο με μουστιές (ειδικά επεξεργασμένα και κατεργασμένα δέρματα σερνικών γιδιών – τράγων.)
Μετά το λιώσιμο των σταφυλιών και το στράγγιγμα ξεχώριζε ο μούστος κι έμενε το τσαμπί με τις φλούδες (το τσάμπουρο). Να σου που ο λαϊκός ποιητής δεν άργησε να στιχουργήσει:
Εσύ ‘σαι το σταφύλι και εγώ το τσάμπουρο..
Συ φίλα με στα χείλη κι εγώ στο μάγουλο.
Μαζί με τα τσάμπουρα έμενε και μια μικρή ποσότητα μούστου, γι’ αυτό χρησιμοποιούσαν τη στρίφλα που με την πίεση αποδεσμευόταν και αυτή η λίγη ποσότητα μούστου.

Τη στρίφλα την αποτελούσε ένας κατακόρυφος ξύλινος άξονας διαμορφωμένος σπιράλ, που στηριζόταν γερά σ’ ένα τρίποδα. Σε ύψος μισού μέτρου περίπου υπήρξε ένας ξύλινος ή μεταλλικός δίσκος που με το τρύπιο κέντρο του στηριζόταν στον κατακόρυφο έτσι ώστε να είναι οριζόντιος κάθετα σ’ αυτόν. Σ’ αυτόν τοποθετούσαν ένα κυλινδρωτό διάτρητο δοχείο που εκεί έβαζαν καλά πιεσμένα τα τσάμπουρα. Πάνω από αυτό ένας άλλος δίσκος υποχρεωνόταν, με την περιστροφή ενός άξονα στον σπιροειδή κατακόρυφο, να πιέζεται προς τα κάτω και έτσι να πιέζει τα τσάμπουρα με αποτέλεσμα ν’ αποδεσμεύεται υποχρεωτικά η λίγη ποσότητα μούστου που είχε απομείνει.
Με την περιστροφή του άξονα στον κατακόρυφο ξύλινο σπιροειδή ακουγόταν ένας ρυθμικός ήχος που ήταν ενοχλητικός στ’ αυτιά.  Μια τέτοια στρίφλα είχε ο μπάρμπα Τέλης. Την έβαζε στον ώμο και πήγαινε και στρίφλιαζε τα τσάμπουρα σ’ όλους όσοι τον φώναζαν, φυσικά με το αζημίωτο. Αν έβγαζε π.χ. με τη στρίφλα 60 οκάδες μούστο έπαιρνε για την πληρωμή του από 6 έως 10 οκάδες.
Το κέφι, το τραγούδι, οι ευχές, τα αλληλοπειράγματα συνεχίζονταν στις γειτονιές αρκετές μέρες.
- «Χρόνια πολλά, Αγγελή, καλόπιοτο και του χρόνου με υγεία, είχες καλή σοδειά;» λέει ο Κουτσός στο γείτονά του τον Αγγελάρα.-
- Α, μπα, μια 50νταριά μπότσες όλο κι όλο, δεν τα πήγε καλά ο καιρός. (μπότσα – μονάδα μέτρησης βάρους στα υγρά που ισοδυναμούσε με διόμιση οκάδες 400 +400+200 δράμια ή με 1280+1280+640=3.200 γραμ.)
- Καλό είναι κι εγώ τόσο έβγαλα, θα μας φτάσει ως τα λαμπρογιόρτια, από κει και πέρα εσένα θα σε βολέψει ο συμπέθερός σου ο Μπαρούνης. Αλλά κι εγώ, μη νομίζεις έχω αποκούμπι το μπατζιανάκη μου το Γιωργίλα, δε μ΄ αφήνει ποτέ έτσι. (οι γυναίκες τους ήταν από του Ντάρα)
- Την υγειά μας να ‘χουμε, γείτονα, κι όλα θα τα φέρει δεξιά ο μεγαλοδύναμος.-
Όταν τελείωνε το βράσιμο του μούστου στα βαγένια τα κλείνανε αεροστεγώς, αφού του είχαν προσθέσει ζάχαρη, αν χρειαζόταν, και ρετσίνι για να έχει καλή γεύση.
Μετά από μερικές μέρες άρχιζαν και έπιαναν από την κάνουλα κι δοκίμαζαν. Στην αρχή ήταν γλυκότσουχτο και ….. τραβιόταν για τα καλά. Μετά την Τρίτη ποτηριά άρχιζαν να σιγοτραγουδάνε. Προτιμούσαν το παρακάτω τραγουδάκι:
Τρεις ανδρειωμένοι εβούλησαν, Mαργαριταρένια μου,
για να βγουν από τον Άδη, μαργαριταριάς κλωνάρι.
Ο ‘νας το Μάη θέλει να βγεί, γιέ μ’ κι άλλος τον Αλωνάρη.
Κι ο Δήμος τα’ Άγιο-Δημητριού, κόρη, μην αγαπάς αλλού,
Γιέ μ’ π’ ανοίγουν τα βαγένια κι έχουνε οι μπεκρήδες έννοια.
Αλλά, ξεχάσαμε τη στρίφλα του μπάρμπα – Τέλη. Μ’ αυτή σχετίζεται ένα περιστατικό που θυμήθηκα και που αυτό, σύμφωνα με το νόμο του Συνειρμού, μ’ έκανε να ταξίδεψα στο παρελθόν και να περιγράψω εικόνες από τον τρύγο εκείνης της εποχής. Άκου λοιπόν: ο μακαριστός Παπαπάνος, που λειτουργούσε χρόνια πολλά στην ενορία του χωριού μας, φώναζε εμένα και το Βασίλη του Τσιαγκρή, γειτονόπουλα, μικρά παιδιά τότε, μας έβανε στο ψαλτήρι, μας ορμήνευε να διαβάζουμε ύμνους και να ψέλνουμε. Μας άρεσε, είχαμε καλή φωνή, τρίψαμε αρκετά και τον βοηθούσαμε στην εκκλησία. Μόνιμος και βασικός ψάλτης ο μπάρμπα – Δήμος ο Τσίμπιρης. Ευκαιριακά πήγαιναν κι άλλοι και έψελναν.
Μια Κυριακή, μετά από καιρό, εικοσάχρονα παιδιά εγώ κι ο Βασίλης, είχε κάποιο μνημόσυνο και η εκκλησία ήταν γεμάτη κόσμο. Βέβαια το χωριό μας δε φημίζεται για τον εκκλησιασμό των κατοίκων, αλλά σε κηδείες, μνημόσυνα, γάμους δεν έλλειπε ούτε ένας. Στο δεξί ψαλτήρι εκτός από τον μπάρμπα – Δήμο ήταν ο Δημ. Ι. Κωνσταντινόπουλος (Μήτρος), ο Φώτης Δημ. Νταρζάνος (Φωτάκης) και ο Χρ. Ν. Τριάδης (Ντουσιο-Χρήστος).
Στο αριστερό εγώ κι ο Βασίλης. Παλιά ξύλινα τα ψαλτήρια, ιδίως το αριστερό, όταν τα γύριζες να ‘ρθει το μπρος πίσω και αντίστροφα έβγαζαν έναν ήχο αποκρουστικό, ενοχλητικό στ’ αυτιά. Κάποια στιγμή που το γύρισα, αυτός ο ήχος ενόχλησε το Βασίλη και μου λέει: Μούτζωτο να πάει στο διάολο, δεν τα’ ακούς που κάνει σαν την στρίφλα του Τέλη; Ε, άντε να κρατηθείς, πνίγαμε  το γέλιο στα λάρυγγά μας να μη μας αντιληφθεί το εκκλησίασμα και ρεζιλευτούμε. Έλα μου που κείνη τη στιγμή μας κάνουν νόημα οι δεξιοί ψάλτες να ειπούμε το «Πολυχρόνιο», τώρα τι κάνουν, άιντε να τα βγάλεις πέρα. Το γέλιο να έχει σκαλιάσει στο λαιμό.
Το Πολυχρόνιο, εκείνη την εποχή, κι εκείνο το ευλογημένο ήταν βαρυφορτωμένο, γιατί εκτός από τις δεήσεις μας για υγεία και μακροημέρευση των Βασιλέων μας και του διαδόχου έπρεπε να δεηθούμε και για τη Βασιλομήτορα Φρειδερίκη. Πολύ δύσκολο το έργο εκείνη τη στιγμή που έτυχε ο κλήρος σε μένα. Ευκολότερο θα μου ήταν να πάρω την ανηφόρα και να βγω στην κορυφή την Κουκούλα. Το κουτούρησα και ο Θεός βοηθός:
«Πολυχρόνιον ποι είσαι Κύριος ο Θεός τον ευσεβέστατον
βασιλέα ημών Κωνσταντίνο, συν τη ευσεβεστάτη βασιλίσση
ημών Άννη – Μαρία και τω ευσεβεστάτω διαδόχω αυτών Παύλο,
συν τη ευσεβεστάτη βασιλίσση μητρί Φρειδερίκη, Κύριε
φύλαττε αυτούς εις πολλά έτη (τρεις)».
Πως το ‘βγαλα πέρα ούτε ‘γω δεν ξέρω!!! Ο μπελάς, δίπλα μου, ο Βασίλης, μου λέει: «Το άρχισες σαν τσάμικο, το γύρισες στο συρτό και κει προς το τέλος κάτι σαν τραπεζίτικο»!!!! Όσο μπορούσα συγκρατιόμουν και έριχνα ματιές απέναντι να δω την αντίδραση των δεξιών ψαλτών. Καλά, ο μπάρμπα Δήμος, όπως πάντα, έτοιμος να μας κατσαδιάσει. Ο Μήτρος κι ο Φωτάκης μας έστελναν ένα βλέμμα γεμάτο θυμό και δυσαρέσκεια γιατί ερμήνεψαν τη στάση μας ως ανευλάβεια θρησκευτικά, ως ασέβεια εθνικά. Ενώ το βλέμμα του Ντούσιο-Χρήστου είχε μια έκφραση επιδοκιμασίας και ικανοποίησης, κάτι σαν να μας έλεγε: Πολύ καλά τα πήγατε, και πολύ τους έπεσε και καθόλου να μην το λέγατε ακόμα καλύτερα θα ήταν.
Εγώ μετά από Πολλά Χρόνια κατάλαβα τον τρόπο αντίδρασης των δεξιών ψαλτών.
Αυτό το περιστατικό μου ήρθε στο νου με τη στρίφλα του γέρο – Τέλη και αυτό μ’ έκανε ν’ αναφερθώ με ευχαρίστηση στον τρύγο εκείνων των χρόνων. Με την ίδια ευχαρίστηση, πιστεύω, τα διαβάζεις και εσύ τώρα.



Παλιοπυργήσιος.


10 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

εσβηστηκα χαχαχχα

Ανώνυμος είπε...

gerolyke μίλα Τι θυμάσαι εσυ από τον τρύγο?

Ανώνυμος είπε...

το ενα κειμενο καλυτερο απο το αλλο του παλιοπυργησιου

Ανώνυμος είπε...



.. ....να μπορειγα να παρω την παλιοπαρεα,οσοι ειμαστε ακομα δηλαδη, να παμε για τσαμπιδες.....gerolykos

Ανώνυμος είπε...

Το άρθρο με ταξίδεψε στον τρύγο ,στο πάτημα των σταφυλιών ,στην στρίφλα ,στον μούστο στην μουσταλευριά στα μουστοκούλουρα Ήταν για μένα ένα ωραίο ταξιδάκι στους δρόμους του κρασιού με αναμνήσεις , γεύσεις και αρώματα εκείνης της εποχής Σ ευχαριστώ παλιοπυργήσιε

Ανώνυμος είπε...

απο τη στριφλα του τελαρου μεχρι τη στριφλα του καγια μισο τσιγαρο δρομος

Ανώνυμος είπε...

Η στριφλα του Τελαρου πιθανον να ειναι ακομη στο κατόι του κανω την προταση καποιος φορεας του χωριου να φροντισει και να την μεταφερει στο δημαρχειο

Ανώνυμος είπε...

Εχει κατι τσαμπιδες απο βατα gerolyke

Ανώνυμος είπε...

εδεκει που ξιφωρτωνα το ζο, μου φεγει μια κασελετα και πεφτει απανου στα δαχτυλα του ποδιου μου,το ζο ξεσαμαριαστηκε,εγω ποναγα, η μαννα μου φωναζε τα σταφυλια ρεεε.....τελικα επειδη εβλεπε κ η γειτονια αποφασιστηκε οτι ...με ματιασανε.gerolykos

Ανώνυμος είπε...

xaxaxaxaxax Είσαι άπαιχτος!!