Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

ΞΕΝΟΔΟΥΛΙ ΚΑΙ ΜΠΛΕΣ

              Του Βαγγέλη Κ. Χριστόπουλου

Ήταν ήλιος όταν φτάσανε στην Άγια Λαύρα δώδεκα νοματαίοι. Οι Γλανιτσιώτες για να φθάσουν στον τόπο του ξενοδουλιού, έπρεπε να περπατήσουν δύο ημέρες. Μέσα από αγροτικούς δρόμους και μονοπάτια διέσχιζαν πυκνόφυτους και βραχώδεις ορεινούς όγκους, κορυφογραμμές, απότομες βουνοπλαγιές, βαθιές χαράδρες. Συναντούσαν χωριά, στανοτόπια καλύβες, τσοπαναραίους. Από το χωριό ξεκινήσανε την κονταυγή με σκοτάδι. Φτάσανε στα Κερπινιώτικα καλύβια πέρασαν τον Λάδωνα ποταμό, τα κοκκοβαίϊκα καλύβια {Σκοταναίϊκα] και το χωριό Κόκκοβα {Σκοτάνη]. Απομεσήμερο και η παρέα, φορτωμένη με τα χρειαζούμενα , βάδιζε αργά- αργά με κόπο το μονοπάτι!. Φτάσανε στο Καρνέσι {Άνω Κλειτωρία] τον Πριόλιθο με στόχο την Βισοκά.
--Θόδωρε, τε Θόδωρε, να σταματήσουμε να πάρουμε μια μπουκιά ψωμί. Τε πίσω από τη ράχη είναι η βρύση να πιούμε και μια στάλα νερό.
--Γιάννη ,εσύ όλο το δρόμο τρώς, την μέσιασες την πουγανιά, θα διψάς κιόλας.
--Έχουμε και παλιότσιουπα, θα πέσουν χάμου.
Μετά από λίγο φτάσανε στην βρύση ,φάγανε ότι είχανε στην φτώχια τους, ήπιανε και νερό και ξεκίνησαν με προορισμό για την Βισοκά και συνέχεια το Μοναστήρι, την Άγια Λαύρα.
Άντε καημένη Γκόλφω, καημένε χελμέ , από κάποια βράχια εδώ γκρεμίστηκε σκεφτόταν ο Μπλές.
Είχανε και… θύματα στο δρόμο . Ο γέρο Πάνος είχε στουμπίσει το μεγάλο δάχτυλο του αριστερού του ποδιού. Ο γέρο Κώστας φαινόταν ζεστός, σαν να είχε πυρετό και έπρεπε να τους προσέχουν.
--Μπάρμπα Γιάννη κοντεύουμε να φτάσουμε; Ξεψυχήσαμε.
--Την βλέπεις κει πάνου , ψηλά την κορφή; εκεί θα πάμε. Τε κάντε υπομονή άμα ανεβούμε τον παλιανήφορο και περάσουμε τις κολοσάρες, εκεί σκάπετα είναι η Βισοκά. Μετά για τους καλόγερους μια πηδουλιά τόπος είναι.
--Θα φτάσουμε απόψε στο Μοναστήρι, θα προλάβουμε μπάρμπα;
--Τε τσιούπες, βάλτε τα δυνατά σας να φτάσουμε γλήγορα στην Άγια Λαύρα, μη μας κλείσουν οι καλόγεροι απέτσω.
--Μπάρμπα, να μείνουμε στην Βισοκά στο ύψωμα , στην χαμοκέλα κοντά στις μουριές.
--Τσιούπες, τραβάτε, τραβάτε δρόμο. ‘Εχει πολύ κρύο εκεί, το παλιοκάλυβο είναι ασκέπαστο. Πώς θα τσενυχτήσουμε απόψε; Θα βρούμε και φαί στους καλογέρους.
--Το κόψανε το φαί στους ξένους μπάρμπα, δεν δίνουνε πια.
--Τε θα τους καλοπιάσω, τσέρω από αυτά. Έχω και ένα γνωστό…
Περπατάγανε ζαλωμένοι, νηστικοί, ξεθεωμένοι. Άρχισε ψιλόβροχο προς το απόγευμα, τα πόδια βάρυναν, μούδιαζαν από την κούραση.
Με μια πιθαμή ήλιο φθάσαμε στην Άγια Λαύρα. Ο γέροντας επί της υποδοχής, παλιός γνώριμος του Θόδωρου, αλλά και του Μπλέ, τους καλοδέχτηκε με ένα πλατύ χαμόγελο. Τους άνοιξε μια μεγάλη μακρόστενη αποθήκη, να στρώσουν τα τσιόλια τους μέσα και να ξεκουραστούν.
--Γέροντα,- του λέγει ο Θοδωράκης- έχουμε μαζί μας ηλικιωμένους ανθρώπους , ανήμπορους και θέλουμε την βοήθειά σου.
--Παιδί μου, ο Θεός είναι μεγάλος, να έχετε την βοήθειά του!.
--Δεν θέλουμε μόνο την βοήθεια του Θεού, θέλουμε και την δικιά σου. Γέροντα , να ανοίξεις την μεγάλη αίθουσα με τα κρεβάτια , να ξεκουραστούν οι άνθρωποί μας που υποφέρουν.
--Θόδωρε, η μεγάλη αίθουσα είναι να φιλοξενούνται οι μεγάλοι, οι επίσημοι.
--Γέροντα, οι περιούσιοι του Θεού εμείς είμαστε. Ερχόμαστε να προσκυνήσουμε τρείς τέσσερες φορές το χρόνο.
--Το ξέρω Θόδωρε, όσες φορές πάτε στο Αίγιο για δουλειά και όσες φορές γυρίζετε.
--Τε Παπά, άνοιξε την σάλα ,να συχωρεθούν τα πεθαμένα σου, να ξεκουραστούν τα παϊδια μας από την κούραση. Τε Θόδωρε, είπες στον Παππά ότι είμαι κι εγώ άρρωστος;
--Το ξέρει για σένα Γιάννη, δεν χρειάζεται. Έχει ειδοποιηθεί και ο Ηγούμενος ότι ήρθες!.
--Έλα Θόδωρε, να σου δώσω ελιές και ψωμί να τα μοιράσετε και να φάτε.
--Τε παπά, έρχομαι και εγώ. Τε δεν έχει λίγο κρασί για τους αρρώστους;
--Έχει κρασί στο κελάρι, θα σας δώσω μετά τον εσπερινό, βιάζομαι, δεν προφταίνω, χτυπά το σήμαντρο.
-- Γέροντα, έχω άνθρωπο να σ’ απαλλάξει απ’ αυτή τη δουλειά, αν μας δώσεις τα κλειδιά. - και εννοούσε τον Μπλέ!.
--Θόδωρε, όπως σκέπτεσαι ο Θεός θα στην κλείσει την πόρτα του παραδείσου!..
Ο Θόδωρος απέφυγε ν’ ανταποδώσει την σκέψη του στον καλόγερο. Ότι δηλ. από την πολύ νηστεία! και το πολύ πάχος ο Θεός θα κλείσει την δική σου πόρτα!.. Είχε δει και το λοξοκοίταμα του καλόγερου στις τέσσερες γυναίκες της παρέας, δεν του έμενε πλέον αμφιβολία ότι ο καλόγερος ήταν αμαρτωλός!. Πέρσι είχε ξεμοναχιάσει την Ντίνα, μια νταρντανογυναίκα της παρέας. Όταν εκείνη αντέδρασε της είπε: «Πρόσεξε μην πείς σε κανέναν πως σε είδα και σε ενόχλησα»!. Η Ντίνα όμως το μαρτύρησε και τώρα τα βρήκε μπροστά του ο καλόγερος .
Ήταν Σάββατο. Δυο τρείς άνδρες και δύο γυναίκες από την παρέα, πήγανε στον εσπερινό. Είχαν τους λόγους τους. Οι καλόγεροι θα τους έβλεπαν με συμπάθεια και κάτι μπορεί να ξεκόλλαγαν για φαί. Μετά το σχόλασμα του εσπερινού θα έπαιρναν καμιά προσφορά να χορτάσουν την πείνα τους. Ο Μπλές φουρκισμένος που δεν μπορεί να δράσει στο κελάρι, έλεγε στους υπόλοιπους:
--Τε έπρεπε να είχα γω τα κλειδιά τε να βλέπατε κεφαλοτύρια, τε φέτα, τε ελιές, τε κρασιά τε ψωμιά!. Θα περνάγαμε τε ζωή τε κότα μια βδομάδα!. Θα γέμιζα τε τα τράϊστα μας και θα περνάγαμε μια χαρά.
--Γιάννη, ο Θεός σε έχει για άλλες παλιοδουλειές. Σε έχει για συκιές , για απιδιές, για αμπέλια, για καρύδια…..
--Τι να σου κάνω τε αδερφέ, που έχουν βάλει σίδερα και την νύχτα τρίζουνε άμα τα πειράξεις.
--Γιάννη, δεν φοβάσαι να κλέβεις εδώ στο Μοναστήρι;
--Άμα κάνεις τον σταυρό σου δεν είναι αμαρτία. Δεν είναι αμαρτία να τα τρώνε όλα μόνοι τους τούτοι οι χαραμοφάηδες και να μην δίνουν και σε μας τους φτωχούς ;
Από τα κεραμίδια είδα αδύνατο σημείο.!
--Τι είδες Γιάννη;
--Ανεβαίνεις απάνου στα κεραμίδια, μεριάς πεντέξι και πηδάς μέσα και κάνεις την δουλειά σου.
--Και γιατί δεν το κάνεις Γιάννη;
--Ο διαβολοπαπάδες τσενυχτάνε το βράδυ και υπάρχει κίνδυνος να μην γίνει τίποτα. Μετά θα μας διώξουνε και θα χάσουμε και αυτά που μας δίνουνε.
Πρίν ακόμη πέσει ο ήλιος ο Γιάννης μας, ο προστάτης της παρέας, ο μπροστάρης στα καλαμπούρια και στην τροφοδοσία, ξεμοναχιάζει έναν καλόγερο και του λέγει:
--Τε ο ηγούμενος είσαι; -Χωρίς να περιμένει απάντηση του λέγει : Τε παπά, φασουλάδα δεν έχει; Ερχόμαστε από μακριά, πεινάμε.
--Από πού έρχεσθε; ρωτάει ο καλόγερος.
--Πάνω μακριά από την Γορτυνία, από κάτι κατσάβραχα, την Γλανιτσιά, την τσέρεις ;
--Πήγαινε τέκνο μου, δεξιά στην πέτρινη σκάλα .- Και του έδειξε με το χέρι του το μέρος-. Είναι δυο μαρμάρινα τραπέζια . Εκεί έχουμε σερβίρει φαγητό. Θα βρείς να φάς.
Ο Γιάννης ειδοποιεί την παρέα ότι υπάρχει φαγητό για όλους και πρώτος φθάνει στα Τραπέζια. Γελώντας φτάνουν και οι υπόλοιποι.
--Τε θέλετε ειδική πρόσκληση, τους λέει. Τε φάτε κάτου να ξενυχτίσουμε.
Χαίρεται η ψυχή του που συνέβαλε αποφασιστικά να τραπεζώσει τους συγχωριανούς του. Στα τραπέζια είναι φασολάκια με κολοκυθάκια και πατάτες (τουρλού, τουρλού) ψωμί, ελιές, φέτα και δυό κανάτες κρασί!...
--Γιάννη, πώς τα κατάφερες ;
-- Φάτε τε μη ρωτάτε. - Είναι συγγενής του ηγούμενου, κάποιος είπε. Φίλος του καλόγερου, είπε άλλος της παρέας.
--Τε αδερφέ, τε πιάστε τε όλο το τραπέζι, τε καθίστε αραιά να μην έρθουν άλλοι. Τε είδα κάτι Κατσουλαίους εδώ.
Η υπόδειξη του Γιάννη είναι σεβαστή και χρήσιμη. Ο Γιάννης μας, πρόλαβε προτού έλθουν οι άλλοι της παρέας στα τραπέζια, να γεμίσει της τσέπες του σακακιού του με ψωμί.
--Τε μάτι, - λέει σε μια τσιούπα -, πάρε το ψωμί που περίσεψε, βάλτο στο σακούλι και στην άκρη βάλε τις ελιές τε το τυρί.
΄Ετσι, με τις οδηγίες του, ότι απέμεινε στο τραπέζι, με το χαμόγελο και την συγκατάθεση ενός καλόγερου, μπήκε στο τράϊστο για την αυριανή ημέρα.
--Τε μάτι τε καλογεροπαίδι, από πού είσαι; Ευχαριστούμε ,τε να συχωρεθούνε τα ’αποθαμένα σου. Είμαι φίλος σου, τε άλλη φορά με εξυπηρέτησες.
Η παρέα με τις ραδιουργίες και την βοήθεια του Μπλέ το βράδυ κοιμήθηκε στην αίθουσα των επισήμων!...
.
--Τε τσιούπες, τε παιδιά, σηκωθήτε, φώτισε να φύγουμε. Προτού φέξει έπρεπε να ξεκινήσουν για να είναι πρίν το γιόμα στο Αίγιο, στην Κουλούρα, να βρούνε αφεντικά και να κλείσουν δουλειά. Με τα πόδια φορτωμένοι τα τσιόλια τους και τα υπόλοιπα μικροπράγματα πού είχαν, μέσα από περικοπά και μονοπάτια, έφτασαν στα Καλάβρυτα. Ακολούθησαν to μονοπάτι και τη γραμμή του Οδοντωτού. Κάτω έχασκε το φαράγγι του Βουραϊκού ποταμού και πάνω τα ψηλά βράχια με την οργιώδη βλάστηση!.. Πέρασαν τη Ζαχλωρού και κατευθύνονταν στο Διακοφτό.
--Τε τι γαλαρίες είναι εδώ! τε φυλαχτείτε μην κυλίσουν πέτρες και μας σκοτώσουν! .Τε παιδιά, βάλτε δύναμη να περάσουμε δυό τρείς στροφές μην πέσουμε στο γκρεμό και μας στριμώτσει και το τραίνο. Απέ μετά σας πάω εγώ.
--Αδερφέ, - του λέει η Γιώτα-, με κόβει το παπούτσι μου και δεν μπορώ να ακολουθήσω. Δεν με βοηθάς λίγο; Ο πονόψυχος Γιάννης θέλει να την βοηθήσει.
--Τε σε λυπάμαι. Φέρτα , φέρτα να τα πάρω εγώ τα πραγματά σου.- Φωνάζει στους προπορευόμενους:
--Πιο σιγά, πιο σιγά! Δεν βλέπετε που έχουμε μείνει πίσω;
Οι άλλες γυναίκες της παρέας κρυφά και φανερά χασκογελάνε. Ξεχνούν την κούρασή τους και τον πειράζουν:
--Αδερφέ, η Παλιόθανάσω είναι αδύνατη, μένει πίσω . Εσύ είσαι δυνατός άντρας, βόηθα τη λίγο δρόμο, ξελάφρωσε το βάρος της. Ο καλόκαρδος Γιάννης βλέπει την αδυναμία της Θανάσως, ευχαριστιέται με την κολακεία, αλλά παράλληλα διαισθάνεται ότι τον κοροϊδεύουν . Βρίσκεται σε αδυναμία να βοηθήσει.
--Τε μπροστά πηγαίνει ο Γιώργης, τε ο Κώστας. Όλα από μένα τα περιμένετε; - δίνει την απάντησή του-. Πέστε σε αυτούς άμα θέλετε .
Πλησιάζουν στα γνώριμα μέρη, κοντά στα κτήματα του Αιγίου. Στο δρόμο μια γυναίκα με έναν γάιδαρο φορτωμένο με δυό σακιά περνάει δίπλα από το Γιάννη. Τα πειραχτήρια της παρέας, οι τσιούπες, στα μουλωχτά για να μην ακούσουν οι υπόλοιποι του λένε:
--Γιάννη σταφίδες έχει ζήτησέ της.
--Θειά ε θειά, -- και ας είναι μεγαλύτερος ο Γιάννης-- τε σταφίδες έχεις εκεί;
--Όχι νεαρέ μου, -- του λέγει ειρωνικά η γυναίκα λές και γνώριζε την σκηνοθεσία-- , φουσκί έχω για τις σταφίδες. Ο Γιάννης μας καταλαβαίνει την γκάφα του αλλά και το πείραγμα των γυναικών.
--Τε γαϊδουρομούτρες, τε παλιότσιουπα τε μου την φέρατε.
Νωρίς προτού το μεσημέρι βρήκαν δουλειά και κατευθύνθηκαν σε μια χαμοκέλα κοντά στην Κουλούρα. Βράδιασε, αραιώνουν οι άνθρωποι από τους δρόμους. Το μάτι του Γιάννη είχε επισημάνει ένα κτήμα με πορτοκάλια. Δεν χάνει καιρό παίρνει μια τραϊστίνα και, χωρίς να δώσει λογαριασμό, εξαφανίζεται. Δεν πέρασε πολύ ώρα ξεσκισμένος από το σύρμα του περιφραγμένου κτήματος, ιδρωμένος, λαχανιασμένος φτάνει φορτωμένος με την τραϊστίνα γεμάτη πορτοκάλια!. Τ’ αδειάζει στο πάτωμα και παίρνει πρώτος ένα πορτοκάλι να φάει.
--Τε φάτε τε μάτι, τε φάτε όσα μπορείτε, τε αύριο θα ‘χουμε άλλα!.
--Που τα βρήκες αδερφέ, αγόρασες κανά κτήμα μισιακό;
--Τε φάτε, τε μη μιλάτε τε ξέρω εγώ. Άμα φάτε να μου μπαλώσετε το παντελόνι που σκίστηκε.
--Γιάννη, αυτά δεν είναι πορτοκάλια είναι νεράτζια , πικρίζουνε, δεν τρώγονται!. Πάρτα να τα πετάξεις μην τα πιάσουν εδώ μέσα και βρούμε τον μπελά μας.
Ο ίδιος διαπίστωσε με τα δυό πορτοκάλια που έβαλε στο στόμα του ότι ήταν νεράτζια και ζήτησε από τις τσιούπες να τα πετάξουν.
--Τε τσιούπες, βάλτετα στην τραϊστίνα τε πετάτε τα. Τις είπε.
--Γιάννη , όποιος τάφερε θα τα πετάξει, Εμείς δεν πάμε να τα πετάξουμε, μπορεί και να μας πιάσουνε, κάντα ότι θέλεις.
-- Τε τι έπαθα ο κερατάς! --αναφωνεί λυπημένος και βλαστημώντας -- Τε ζημιά έπαθα με το παντελόνι , τε σείς δεν φάγατε πορτοκάλια!...

Με τον αείμνηστο Μπλέ είμαστε γύρω τους τριάντα Γλανιτσιώτες στην Σκάλα Λακωνίας, παιδιά, νέοι, γέροι για να φτιάξουμε αντιπλημμυρικά έργα στον Ευρώτα ποταμό. Αναφέρω ενδεικτικά από γέρους : Μπλές, Μπροδήμος, Ζαντές , Ντουσιοχρίστος, Τζιράκας. Από νέους: Κείμωνας, Ρήγας, Αναστούλης. Από παιδιά : τα δυό παπαδοπαίδια, Σωτήρης και Γιάννης , Καίρης , Τζιρακοβαγγέλης, Κώστας Αγγελάρας κλπ.
Χωρίς υπερβολή , το πρώτο βράδυ σε ένα υπόγειο που κοιμόμαστε, ο χώρος γέμισε από καρπούζια!.. Φάγαμε και την άλλη ημέρα. Από το φούσκωμα δεν μπορούσαμε να δουλέψουμε!..
Ο λόγος όμως για τον Μπλέ.
--Τε μέριασε, Ανάστο, τε μέριασε να περάσω.
--Πού στο διάολο πας ρε μουρλέ; Τοίχος είναι μπροστά, δεν τον βλέπεις;
--Τε θ’απλώσω το ματαράτσι τε δεκεί να τσαπλώσω.
--Δε βλέπεις ρε; Εκεί εναι διάδρομος για την τουαλέτα.
--Τε το βλέπω. Κάτι με πείρατσε η κοιλιά μου, νάμαι κοντά.
Κυριακή μεσημέρι σε ένα εστιατόριο καθότανε σ’ ένα τραπεζάκι ο Μπλές με τον Καϊρη και στο διπλανό τραπεζάκι Τζιράκας Ντίνος και εγώ και σε άλλα τραπέζια άλλοι Γλανιτσιώτες. Πηγαίνει το γκαρσόνι να πάρει παραγγελία.
--Τε γκαρσόν, τε φασούλια με ζουμί έχεις; Το γκαρσόνι δεν κατάλαβε και υποχρέωσε τον Μπλέ να επαναλάβει την ερώτηση.
--Έχω. - λέγει το γκαρσόνι. Και βιαστικά ο Μπλές του λέγει.
--Τε φέρε δυο μερίδες πιάτα, τε ένα νερό ποτήρι!..
Αφού είχαμε δουλέψει πάνω από είκοσι ημέρες ρωτάγαμε τον Μπλέ πότε θα φύγουμε για το χωριό.
--Τε θα φύγουμε τούτη βδομάδα, την άλλη, την άλλη ,την άλλη, απέ την άλλη. Είναι απερίγραπτες οι σκηνές όταν πέφταμε για ύπνο. Κοιμόμαστε μετά τις δώδεκα- μία η ώρα!.
Ο Κίμωνας είχε χτυπήσει το μάτι του και ο γιατρός του σύστησε να ρίχνει κάποιο φάρμακο. Σ’ εμένα φαίνεται ότι είχε μεγάλη εμπιστοσύνη. Mε ξεμοναχιάζει και μου λέγει:
--Τε αδερφέ, να πάρουμε το φάρμακο του Κίμωνα, τε να μου ρίξεις στο μάτι, τε με πονάει.
--Από τι σε πονάει αρφέ, τι έπαθες;
--Τε το χτύπησα τε στην Αλβανία.- Άντε τώρα να μην του κάνεις το χατiρι και να μην γελάσεις… ---Γιάννη, να μας ειπείς πώς έγινε με τα σύκα που δεν τα φάγατε τελικά.
--Τε πήγαμε μια νύχτα σε κάτι παλιοσκές, γεμάτες μελιγκόνια με το Μπένο και το Ραμόγιαννη –τρείς Γιάννηδες πρωταγωνιστές του Γλανιτσιώτικου θεάτρου-. Όταν μαζέψαμε τα σύκα αργήσαμε και δε βλέπαμε να τα μοιράσουμε. Εκείνος ο τσουρουλιάρης, ο Μπένος είπε να τα μοιράσουμε τε αύριο. Την άλλη μέρα που τα μοιράσαμε, όταν πήγαμε να βάλουμε στο στόμα μας, είχαν όλα σκουλίκια μέσα τε τα πετάτσαμε!.. Τε είπα; Καλά να πάθουμε! Αν τα μοιράζαμε το βράδυ, θα τα τρώγαμε και θα τα είχαμε όφελος!..
Ο αλησμόνητος Μπλές, όπως τον περιγράφει ο Θ . Γιαννόπουλος « Είχε ανάστημα κανονικό, λίγο προς το ψηλό, μελαμψός, ελαφρά βραδύγλωσσος, πρόσχαρος, ανοιχτοχέρης, πονετικός, δουλευτής, σκλάβος μάλλον άδολος, με ειλικρινή αγάπη στους συγγενείς και φίλους και με παντοτινή διάθεση για εξυπηρέτησή τους».
Εκείνο που εγώ θυμάμαι, στους χώρους δουλειάς, στο καφενείο, στο δρόμο είχε πάντα ένα ακροατήριο που του ενέπνεε αισιοδοξία, ευθυμία, γέλιο. ΄Ηταν πηγαίο το χιούμορ του.
Όχι μόνο με τα λεγόμενά του, αλλά και με τις κινήσεις του σώματός του, τους μορφασμούς, τα νάζια του, το χαμόγελό του και ακόμη- ακόμη την σκέψη του. Είχε έναν ιδιαίτερο τρόπο επικοινωνίας με τα μικρά παιδιά και τους μεγάλους. Έναν ιδιαίτερο τρόπο επικοινωνίας με τους γύρω του σε θλιβερά ή ευχάριστα γεγονότα.
Το πρόσωπό του έπαιρνε την χροιά του προσώπου τού συνομιλητή του, συμπονούσε, σύμπασχε μαζί του εσωτερικά και εξωτερικά.
Προσωπικά στην Λαϊκή Αμπελοκήπων, όπου εργαζόταν, με είχε φορτώσει κάποτε με φρούτα και λαχανικά. Η χαρά του ήταν πολύ μεγάλη, έλαμπε ολόκληρος.
--Τε αδερφέ, τε άντε τώρα. Χαιρετίσματα στο Χριστάκο!.. Με συνόδεψε λίγα μέτρα από το… περιβόλι του, από τη λαϊκή του, όπως έκανε παλιά στο χωριό, στο σπίτι του. Από τότε δεν ιδωθήκαμε πια! Έγινε αείμνηστος!...
Σε ευχαριστώ μπάρμπα Γιάννη, σε ευχαριστώ « τε αδερφέ»!.

10 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Τε λοχαγέ μου ,τε δώσε και μια φορά μεταβολή τε να φάει τε και μια φορά πρώτο τε εκείνο το μπακανιάρικο του Ντόκα
Aσβος

Δημήτρης Χ (εγγονός Τσιριμόγιαννη) είπε...

Χρόνια Πολλά κύριε Βαγγέλη και πάντα δυνατός
Δημήτρης Χ (εγγονός Τσιριμόγιαννη)

Ανώνυμος είπε...

Δημήτρη ευχαριστώ για τις ευχές
Για σένα έχω ενα βιβλίο για το χωριό
Βαγγέλης

Δημήτρης Χ (εγγονός Τσιριμόγιαννη) είπε...

Κάποια στιγμή σύντομα θα βρεθούμε για καφεδάκι.
tripolitis@yahoo.gr το εμαιλ μου.
Στείλε ενα εμαιλ για να έχω το δικό σου.
Δημήτρης Χ (εγγονός Τσιριμόγιαννη)

Ανώνυμος είπε...

Μας ενδιαφέρει πάρα πολύ να βρούμε το βιβλίο του αείμνηστου συμπατριώτη μας Χ. Κωσταντινόπουλου. Ποιος μπορεί να μας βοηθήσει σ αυτό?
Γ.Γ

Δημήτρης Χ (εγγονός Τσιριμόγιαννη) είπε...

έχει κάποιο τίτλο?
Δημήτρης Χ (εγγονός Τσιριμόγιαννη)

Ανώνυμος είπε...

κανα καλο του μλε? ξερει κανεις?

Ανώνυμος είπε...

Περιγραφή που μας μεταφέρει με αυθεντικό τρόπο στην εποχή που μόλις συνόρεψε η δική μου γενιά . Για τον μακαρίτη τον Μπλε η ιστορία του χωριού εφύλαξε σελίδα
Γ.Γ

Ανώνυμος είπε...

ρε ποσος κοσμος λειπει και δεν αναπληρωθηκε.....gerolykos

Δημήτρης Χ (εγγονός Τσιριμόγιαννη) είπε...

ήταν άνθρωποι αυθεντικοί.Και οτιδήποτε αυθεντικό,δεν αναπληρώνετε εύκολα.
Δημήτρης Χ (εγγονός Τσιριμόγιαννη)