Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2019

Θανάσιμες Αμαρτίες

Η ιστορία της γυναίκας που στοιχημάτισε τον άντρα της

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ αφορά μια γυναίκα. Την Ελένη Αβαριτάκη. Τουλάχιστον έτσι είπε η κομμώτρια στη μάνα μου κι αυτή με τη σειρά της σε μένα. Αμφιβάλω για την αξιοπιστία οποιασδήποτε κομμώτριας, αλλά η ίδια ισχυρίστηκε ότι είχε γνωρίσει στο παλιό της μαγαζί στη Χαριλάου την καθαρίστρια που δούλευε για λογαριασμό αυτής της Ελένης.

Η Ελένη ήταν μια γυναίκα που πολλές τη ζήλευαν κι ας κακάριζαν μπροστά της “αχ φιλενάδα μου είσαι και πολύ όμορφη σήμερα”.

Είχε βγάλει το οικονομικό με άριστα και μόλις είχε στεφανωθεί με έναν από τους πολλούς μνηστήρες που την πολιορκούσαν από τότε που βγήκε πρόεδρος του δεκαπενταμελούς στο γυμνάσιο.

Καταξιωμένος δικηγόρος, είχε κληρονομήσει την πελατεία του μπαμπά.
“Ελένη μου λεφτά έχουμε, σε θέλω βασίλισσα, δε θα δουλέψεις” της έλεγε και το ‘κανε.

Πόσους καφέδες να πιείς, σε πόσα κλαμπ να χτυπηθείς, κάποια στιγμή βαριέσαι, και η Ελένη μετά από κάποια φτηνά χόμπι (ιππασία, γκολφ) βρήκε αυτό που την κέρδισε.

Αυτό που της έδινε την αδρεναλίνη που τόσο έλειπε από τη ζωή της. Πρώτα αεροδρόμιο, μετά Γευγελή δεν άφησε καζίνο που να μην επισκέφτηκε. Τί είναι μερικά χιλιάρικα μπροστά στα εξαψήφια νούμερα του τραπεζικού λογαριασμού;

Σε μια από τις εξορμήσεις της γνώρισε, άκου τώρα, έναν Μαμωνίδη και αυτός τη σύστησε στη Λέσχη Τυχαιοπαιγνίας Θεσσαλονίκης (ΛεσΤυΘ). Εξαφανιζόταν για μερικές μέρες για να επιστρέψει αργότερα με άδειο πορτοφόλι και μια έκφραση στα μάτια της λες και είχε λείψει 2-3 χρόνια αντί για 2-3 μέρες.

Ένα από εκείνα τα πρωινά τους άκουσε η καθαρίστρια να μαλώνουν άσχημα. Ο δικηγόρος βρόντηξε την πόρτα και έφυγε. Καθώς η καθαρίστρια μάζευε τα κομμάτια από τα σπασμένα πιάτα η Ελένη βγήκε στο μπαλκόνι για να απαντήσει το κινητό της αλλά ξέχασε την πόρτα μισόκλειστη.

“Δεν αντέχω πια, δεν έχω άλλα.”


“Μα ρε συ Μαμωνίδη αλήθεια σε λέω.”


“Όλα ή τίποτα; Τι; Μια τελευταία φορά; Το υπόσχεσαι;”


“Αυτό να το ξεχάσεις, το σπίτι το ‘χουμε μισό μισό.”


“Σίγουρα;”

(παρατεταμένη σιωπή)

“Εντάξει δέχομαι, δώσε μου δυο μέρες.”

Δυο μέρες αργότερα ο δικηγόρος πέθαινε από ένα σύντομο αλλά βίαιο επεισόδιο εσωτερικής αιμορραγίας και πνιγμού. Ο ιατροδικαστής ανακάλυψε ποσότητες νιτροβενζολίου στο στομάχι του.

Στη δίκη που ακολούθησε η Ελένη Αβαριτάκη παραδέχθηκε ότι έβαλε γυαλιστικό πατώματος στο θερμός που έπαιρνε ο άντρας της για τον καφέ και καταδικάστηκε για φόνο εκ προμελέτης. Λένε ότι το πρόσωπό της σε όλη τη διαδικασία ήταν πολύ ήρεμο, ενώ οι κακές γλώσσες ισχυρίζονται ότι χαμογελούσε κιόλας.

Από περιέργεια γκούγκλαρα τη ΛεσΤυΘ και βρήκα τα γραφεία της κάπου στην Ολύμπου. Μια φορά που ο δρόμος με έφερε προς τα εκεί, δεν άντεξα στον πειρασμό και μπήκα μέσα. Ο χώρος ήταν ένα απελπιστικό γραφειάκι και ένας κοντούλης μπάρμπας με γυαλάκια που καθόταν και άκουγε ράδιο παίζοντας με το μπεγλέρι του. Ζήτησα συγγνώμη για την ενόχληση, μάλλον θα είχα κάνει λάθος και έφυγα.






Δεν υπάρχουν σχόλια :