Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟΙ ΤΥΠΟΙ

                          Ο Χρηστάκης Μποσμής   1853-1928)   
 Από το βιβλίο   του Θ. Γιαννόπουλου                      
Τον θυμάμαι σα να ‘τανε χτες. Ανάκοντος, λίγο σκυφτός, με το άσπρο γενάκι, το ‘να μάτι χαλασμένο, το χειμώνα με το μπενοβράκι και το καλοκαίρι με το μακρύ σώβρακο και την άσπρη πουκαμίσα και με τη ροζιάρικη πουρναρίσια μαγκούρα του. Περβοδιάβαινε πρωί βράδυ από του Καλόγερου τ’ αλώνι, για να πάει στα πράματα ή να γυρίσει απ’ αυτά.
Φτωχός κι αυτός, όπως όλοι οι Γλανιτσιώτες εκείνης της εποχής, με ένα τσούρμο παιδιά, αγωνιζότανε με χίλια βάσανα και μ’ ένα σωρό τερτίπια να ξεπεράσει τις στερήσεις και τις αναποδιές της ζωής. Οι παλιότεροι λένε πως ήταν ξύπνιος, πολύ πονηρός κι εύστροφος. Κι ακόμα γελάνε με τα ωραία που σκάρωνε σε κάθε περίσταση, για να ξεγελάει τους αφελείς και… να πορεύεται. Ας θυμηθούμε μερικά:
Κάποτε ο Χρηστάκης είχε πάει στο Κολίρι για σκάψιμο. Παρέα είχε μόνο τον Κωσταντή τον Πάπο, πατέρα του Μήτσιου. Πήγανε σ’ ένα αφεντικό, συμφωνήσανε το μεροδούλι και πιάσανε δουλειά. Οι δυο τους μαζί με τ’ αφεντικό, έναν άντρακλα γερόν και χορτάτο. Στην αράδα μπροστά ο Κωσταντής, στη μέση το αφεντικό και πίσω ο Χρηστάκης.
Όλη τη μέρα το αφεντικό δεν τους άφησε ούτε να ξανασάνουν. Όλο προχώρα, Κωσταντή και προχώρα, Κωσταντή, το πήγαινε… Τους έβγάλε την ψυχή και την ανάσταση.
Το βράδυ, σαν πέσανε οι δυο εργάτες να κοιμηθούν στη χαμοκέλα, ο Πάπος δήλωσε πως τα παρατάει.
- Έτσι που μας πάει αυτός, Χρήστο, θα μας ξεκάνει, είπε. Δε δουλεύω άλλο, θα ψάξω γι’ άλλο αφεντικό.
- Σώπα, ρε Κωσταντή, πιο κιότησες κιόλας, του λέει ο Χρηστάκης. Ας ξημερώσει ταχιά ο Θεός και βλέπουμε. Θα μπω εγώ μπροστά.
Την άλλη μέρα μπροστά ο Χρηστάκης, στη μέση το αφεντικό, πίσω ο Πάπος.
- Προχώρα, Χρήστο, έλεγε τώρα κάθε τόσο το αφεντικό. Προχώρα…
Ο Χρηστάκης προχωρούσε χωρίς μιλιά. Σε κανά δυο ώρες όμως στυλώνει την αξίνα στη γη, στηρίζεται απάνω της κι αρχίζει την κουβέντα:
- Αφεντικό, μου φαίνεται, σφάζει κιόλας. Λίγο κάτσαμε μαζί, μα σ’ εχτίμησα για καλόνε και μπεσαλή. Τι λες, κάνουμε μια συμφωνία;
- Τι συμφωνία, ρε Χρήστο; απόρησε ο Κολιριώτης.
- Να, εγώ έχω πολλά γίδια στο χωριό. Το ίδιο κι ο Κωσταντής κι οι άλλοι χωριανοί μας. Λέω το λοιπόν εκεί πο ‘ρχόνται ξένοι χασάπηδες και μας γελάνε κιόλας, να ‘ρχεσαι ναν τα παίρνεις εσύ. Άμα τα σώνεις, να μου παραγγέλνεις να σου μαζεύω άλλα, κι άλλα κι άλλα, ολοχρονίς. Ε, τι λές;
Ο αφελής Κολιριώτης βρήκε ενδιαφέρουσα την πρόταση. Στύλωσε κι αυτός την αξίνα και την υπόλοιπη μέρα την περάσανε συζητώντας κι οι τρεις για την καλύτερη οργάνωση του… εμπόριου.
- Τι λες Κωσταντή, λέει ο Χρηστάκης γελώντας στον Πάπο το βράδυ. Θες ακόμα ν’ αλλάξεις αφεντικό;
Μια φορά ο Χρηστάκης βρισκόταν απένταρος – και πότε είχε πεντάρα στην τσέπη του; - και σχεδόν ξιπόλητος – ξετσαρούχωτος θέλω να πω – στην Κυράς το Γεφύρι. Κατά το γιόμα πέρναγαν από κει για την Ποδογορά κάτι Λαγκαδινοί πραματευτάδες που πουλάγανε φασκιές για γουρνοτσάρουχα. Είδε το «πράμα» ο Χρηστάκης και:
- Πόσο τις φασκιές, παιδιά; ρώτησε.
Είπαν ένα ποσό ο Λαγκαδινοί. Έκανε πως παζαρεύει ο Χρηστάκης, αλλά σε λίγο τους λέει:
- Ας αφήκουμε τα λεφτά, παιδιά. Εσείς έχετε ανάγκη από ζευγιές (ζευγολάτες με το ζευγάρι τους) να σπείρετε παρέκει. Πόσες ζευγιές θέλετε για δυο φασκιές;
Τελείως ανύποπτοι οι Λαγκαδινοί συμφωνήσανε φασκιά και ζευγιά. Πήρε δυο φασκιές ο Χρηστάκης και υποσχέθηκε στο σπαρτό να πάει στο χωριό τους και να τους κάνει δυο ζευγιές. Χαιρετήθηκαν και καθένας πήρε το δρόμο του.
- Δε μου λες, Χρήστο, εσύ ζευγάρι δεν έχεις, τον ρώτησε ένας χωριανός μας. Πώς θα πας για ζευγιές;
Ο Χρηστάκης γέλασε πονηρά κι απάντησε:
- Δε φτάνει που δεν έχει η φαμελιά ζευγάρι, ήθελες να μείνει και ξιπόλητη αποπάνου;
Κάποτε ο Χρηστάκης είχε γυρέψει από το Μαρινάκη το Μαρουδή ρόβη για τα πράματα. Και είχανε συμφωνήσει να πάει να την πάρει.
Ο καιρός όμως πήγαινε καλός και τα πράματα βόσκανε άνετα στα χωράφια. Γι’ αυτό ο Χρηστάκης χρονοτριβούσε να πάρει τη ρόβη. Έλπιζε πως ο καιρός θα ‘βγαινε πέρα για πέρα έτσι και θα γλίτωνε από ένα πρόσθετο χρέος. Στο μεταξύ ο Μαρινάκης έταξε τη ρόβη στο Φανταρόγιαννη.
Ξαφνικά ο καιρός μούρτζωσε. Και σε λίγες μέρες χάλασε για καλά. Ξεροβόρι και χιονιάς άρχισε να δέρνει τον τόπο. Τα γίδια ξεμυτίζανε με το ζόρι έξω κι έτρεμαν από το κρύο. Ξεκίνησε τώρα ο Χρηστάκης να πάει για τη ρόβη.
- Τι να σου κάνω τώρα, Χρήστο; του λέει ο Μαρινάκης. Είδα που άργησες, είπα πώς ματανόησες και τη ρόβη την έταξα στο Φαντάρο.
Ο Χρηστάκης δε διαμαρτυρήθηκε. Ούτε έδειξε καν πως στεναχωρήθηκε ή θύμωσε. Γύρισε πίσω τάχα για να φύγει και λέει:
- Δεν πειράζει, Μαρίνη. Συγγενής σου έναι ο Φαντάρος κι έπρεπε να τον προτιμήσεις. Αλλά τι να σου ειπώ; Μαρουδής και ψεύτης δεν το περίμενα…
Το κόλπο έπιασε. Φιλοτιμήθηκε ο Μαρινάκης και του ‘δωσε τη ροβή.
Μια φορά ο Γιώργης ο Πλιότας έκανε μήνυση του Μένη του Ντανούλα – που εγκαταστάθηκε αργότερα στο Λαμπέτι της Ηλείας, – γιατί άφησε «ανεπιτήρητο το ποίμνιόν του» κι εκείνο πήγε σ’ ένα χωράφι, που είχε σπαρμένο στις Γούρνες, και του ‘κανε ζημιά. Μάρτυρες υπεράσπισης πήγαν ο Σκασίλας κι ο γερο-Χρηστάκης. Ήταν Μεγάλη Σαρακοστή, όταν έγινε η δίκη. Κι ο γερο-Χρηστάκης βρέθηκε μπροστά σε τρομερό δίλημμα. Τα πράματα την είχανε κάνει τη ζημιά, μα ο Μένης ήταν ανιψιός του κι έπρεπε να τον απαλλάξει. Πώς θα το κατάφερνε όμως, αφού ήταν υποχρεωμένος να ορκιστεί στο Ευαγγέλιο, για να ειπεί την αλήθεια; Και τον όρκο τον σκιαζότανε πολύ. Τον έτρεμε! Όπως τον τρέμανε κι όλοι οι γέροι εκείνης της εποχής.
- Τέλος πάντων, είπε μέσα του. Ας πάμε στο δικαστήριο κι έχει ο Θεός…
Πήγανε στο ειρηνοδικείο στα Μαγούλιανα, άρχισε η δίκη, εξετάστηκαν οι άλλοι μάρτυρες κι ήρθε η σειρά του.
- Έλα, γέρο, του λέει ο ειρηνοδίκης. Βάλ’ το χέρι σου στο Ευαγγέλιο κι ορκίσου να ειπείς την αλήθεια.
- Αμάν, κύριε ειρηνοδίκη! Κάνει ξαφνικά ο γερο-Χρηστάκης. Ξέρεις… νηστεύω να ματαλάβω μεθαύριο την Κυριακή… Πια κάνει να ορκιστώ;
- Κάνει, πώς δεν κάνει. Φτάνει να πεις την αλήθεια…
- Σε παρακαλώ, κύριε ειρηνοδίκη, συνέχισε το ‘να πόδι το ‘χω στον τάφο, νηστεύω κιόλας, σου είπε, για να ματαλάβω… Πια ψέματα θα σου ειπώ; Μη μου το κάνεις το κακό… μη μ’ ορκίζεις… Μου φαίνεται πως θα ‘χω αμαρτία…
Με τα λιμά τον κατάφερε.
- Άιντε, ρε γέρο, σε πιστεύω. Λέγε.
Δε χρειάζεται να ειπωθεί πως ο Μένης αθωώθηκε πανηγυρικά.
Αλλά η ιστορία έχει και συνέχεια:
Βγαίνοντας ο γέρος από την πόρτα του ειρηνοδικείου είπε γεμάτος ικανοποίηση στους άλλους:
- Δόξα σοι ο Θεός! Ειρηνοδίκη μοναχά δεν είχα γελασμένον, τον γέλασα και τούτον…
Ύστερ’ από λίγες μέρες, ο γερο-Χρηστάκης ήρθε σπίτι μας να δει τον πατέρα μου, που ήταν ανήμπορος από γρίπη. Στη συζήτησή τους απάνω σε κάποια στιγμή τον ρωτάει ο πατέρας μου:
- Πώς τα καταφέρνεις, ρε Χρήστο, και ξεγελάς όλον τον κόσμο;
- Σώπα, Αργύρη. Δε σωνόνται ποτές οι κουτοί… Άιντε, γεια σου τώρα και περαστικά!

6 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

δηλαδη ο μακαριτης δεν .....κραταγε απο φουρνοδαυλεους???gerolykos

Ανώνυμος είπε...

Ο Χρηστάκης πείρε το ζευγάρι του {δύο γαϊδουράκια] φόρτωσε το αλέτρι και τα λοιπά σύνεργα για να οργώσει το χωράφι του στην περαμεριά. Μαζί του ήταν η γυναίκα του η Δέσπω και ή νύφη του η Τάκαινα. Ώσπου να φθάσουν στην περαμεριά με τα βασταγούρια και να κάνουν και μια σποριά, ήρθε γιόμα και κάθησαν να φάνε. Φάγανε μια πουγανιά ψωμί τυρί και ότι άλλο είχαν . Και τότε είπε ό Χρηστάκης
Στο φαί είμαστε δυνατοί, στη δουλειά είμαστε αδύνατοι οι κακόμοιροι.
B girakas

Ανώνυμος είπε...

μαλιστα και ελεγα απο που πειρε ο μακαριτης ο τσιοτσιολας.............στρωτα -στρωτα

Ανώνυμος είπε...

Στο σπίτι του Χρηστάκη πήγανε ξένοι, προφανώς για κάποια αγοραπωλησία. Κάθισαν στο τραπέζι να φάνε και η Δέσπω η γυναίκα του έφερε μια κανάτα κρασί στο τραπέζι. Οι γείτονες κείνα τα χρόνια όταν έβλεπαν ξένο να φιλοξενείτε, βοηθάγανε την οικογένεια με ψωμί, με κρασί ή ότι άλλο είχαν, που δεν το είχε η οικογένεια. Ο Χρηστάκης κρασί δεν είχε και του πήγαν τρείς κανάτες κρασί. Οι ξένοι παινέψανε το κρασί αλλά η κανάτα τελείωσε. Γυρίζει στην γυναίκα του και της λέει¨
Γυναίκα δεν πας να πιάσεις κρασί από το άλλο το βαρέλι;
B Girakas

Ανώνυμος είπε...

για συνεχισε βαγγελη .....gerolykos

Ανώνυμος είπε...

Σχόλια για Χρηστάκη
¨α/ Λαγκαδινοί πήγανε στο χωριό και ψάχνανε να βρούνε στάρι να αγοράσουνε. Τους πείρε ο Χρηστάκης και τους πήγε στο σπίτι του {εκεί που ήταν το σπίτι του Παναζιούλη] Λέει στην γυναίκα του την Δέσπω. Φέρε το καρδάρι με το σιτάρι να ιδούνε οι ξένοι. Η γυναίκα του μπήκε στο νόημα έφερε το καρδάρι με λίγο διαλεχτό σιτάρι που είχε στον πάτο. Παιδιά αυτό είναι τους είπε. Σας αρέσει; Ου μας αρέσει είπαν αυτοί!
Τότε ο Χρηστάκης τους λέγει: Αυτό είναι όλο ,όλο πάρτετο.

β/Επίσης σε Λαγκαδινούς : Έψαχναν για γαϊδούρι. ΄Εμαθαν ότι ο Χρηστάκης πούλαγε ένα γαϊδούρι, αλλά ότι ήταν στραβό και από τα δυό μάτια. Πήγαν να ιδούν το Γαϊδούρι και είχαν αμφιβολία αν βλέπει . Του έκαναν την σχετική ερώτηση αν βλέπει το γαϊδούρι. Τι λέτε εφτού , ποιος σας είπε ότι το γαϊδούρι δεν βλέπει; Το γαϊδούρι βλέπει. Απλώνει το χέρι του μπροστά στα μάτια του γαϊδουριού και ελαφρά ακούμπησαν στα ματοτσίνορά του. Κοιτάτε τους έλεγε το γαϊδούρι βλέπει και ανοιγοκλείνει τα μάτια του. Τελικά έπεισε τους Λαγκαδινούς και αγόρασαν το Γαϊδούρι.

γ/Στο χωριό δεν υπήρχε αλάτι. Βαρύς χειμώνας χιόνια, φτώχια κλπ. Φορτώνει το γάϊδαρο με δυό σακιά γεμάτα και βγήκε στην αγορά και φώναζε αλάτι, αλάτι. Έτρεξε ο κόσμος να αγοράσει αλάτι. Περιμένετε έλεγε στους βιαστικούς, να μαζευτεί όλο το χωριό, γιατί όλοι έχουν ανάγκη να πάρουν αλάτι. Τους έβαλε στην σειρά και περίμεναν Κατέβασε τα σακιά από το γάϊδαρο και με το σατέρι στα χέρια ετοιμαζόταν να ανοίξει τα σακιά. Οι χωριανοί όταν άνοιξαν τα σακιά τι να ειδούν!
Ά χ υ ρ α….
Αιωνία σου η μνήμη παπού Χρήστο.
Β Girakas