Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2019

Με πίκρα και αξιοπρέπεια

Γράφει ο Παλιοπυργήσιος

Ναι… θυμήθηκα… ήταν το καλοκαίρι του 1961 που συνέβη το περιστατικό στο οποίο θέλησα ν’ αναφερθώ και το οποίο μαζί με πολλά άλλα, φανερώνουν την λεβεντιά και την
α ξ ι ο π ρ έ π ε ι α που χαρακτήριζε τους Γλανιτσιώτες εργάτες όπου και όποτε κι αν δούλευαν.
Όμως το περιστατικό αυτό ήταν αφορμή ν’ ανασγουρλευτούν από το παρελθόν και να ’ρθουν στο νου μου ένα κουβάρι θύμισες, που μάλιστα στήσανε καβγά για το ποια θα πρωτοβγεί  στον αέρα. Μέριασε, όπως θα καταλάβεις, ήθελε δεν ήθελε και έδωσε σ’ αυτές την προτεραιότητα, να βγάλουν άκρη… και έμεινε για μετά.
Την εποχή από το 1950 και πριν ως το 1980 και μετά η Γλανιτσιά διέθετε περισσότερους από 100 εργάτες, που όλοι τους «ντουφεκάγανε το ημεροκάματο στον αέρα».
Περνάγοντας τ’ Αγιο-Φιλίππου, είχανε τελειώσει το σπαρτό, φεύγανε για Μεσσηνία ή για Αιγιαλεία, να βρουν δουλειά στο λιομάζεμμα. Θυμάμαι το 1959 είχα πάει κι εγώ στην Ακράτα για δουλειά. Δουλεύαμε με τον Κίμωνα του Λεγάκη και το Μαγκογιώργη στην παραλία της Ακράτας, με μεροκάματο μιάμιση οκά λάδι ( 400 + 200 δράμια).
Κάποια μέρα ήρθε ένας ελαιοπαραγωγός από την Παλιοσταφίδα (συνοικισμός της Ακράτας) και μας πήρε, εμάς τους τρεις, για δουλειά με αυξημένο ημεροκάματο, μια οκά και 300 δράμια. Ε!, έγινε χαμός, όλοι οι άλλοι παραγωγοί φοβέριζαν και απειλούσαν το καινούργιο αφεντικό μας, αλλά κι εμάς, γιατί έσπασε το ημεροκάματο, αυξήθηκε και δεν τους εσύμφερε. Παραμονή Χριστουγέννων γύρισα στο χωριό με όφελος 30 οκάδες λάδι (δύο ντενεκέδες). Εδώ μου έκανε εντύπωση ετούτο.
Ένας γυιός του αφεντικού μας είχε κάνει τα χαρτιά του κι έφυγε για την Αυστραλία, αναζητώντας πιο καλές συνθήκες ζωής. Διαλογιζόμουνα τότε, διαλογίζομαι και τώρα που το γράφω. Εμείς πηγαίναμε στον τόπο του για ημεροκάματο, κι αυτός έψαχνε στα ξένα για δουλειά. Δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Εσύ;

Μετά τις απόκριες πηγαίνανε κάτω στα χωριά του Πύργου ή του Αιγίου για σκάψιμο των σταφιδάμπελων και γύριζαν μπαίνοντας το Μεγαλοβδόμαδο.
Όλο το καλοκαίρι, αλλά και από πριν ως και μετά, από Μάη ως και Οκτώβρη δούλευαν στο Μαίναλο, σε έργα οδοποιίας. Το καλοκαίρι του 1957 πήγα κι εγώ στο Μαίναλο για δουλειά. Δούλεψα τις τρεις πρώτες μέρες της εβδομάδας. Την Πέμπτη ήρθε ο δασάρχης, Σκλαβούνος λεγόταν, για επιθεώρηση. Έρχονται και κάθονται μπροστά μου, εκεί που δούλευα μαζί με τον επιστάτη, το Βέη, με κοίταγαν παράξενα. Ήμουνα τότε 16 στα 17 χρονών αλλά έδειχνα πολύ πιο μικρός. (Γεννημένος βλέπεις μέσα στην κατοχή, πού να βρεθεί γάλα στη μάνα μου να ξεπεταχτώ, να τραχτώσω μια στάλα, έμεινα μπίτι κούτσικο, κατσιμουδιασμένο).
-Αυτό τι το θές εδώ; Νηπιαγωγίο το ‘καμες εδώ πέρα; λέει ο δασάρχης στον επιστάτη.
-Απ΄ αυτού, (έτσι μίλαγε), μου είπε ότι είναι 21 ετών. Στα δόντια θα τον κοιτάξω να δω την ηλικία του;
-Σήμερα κιόλας θα τα ξεδιαλέξεις όλα τα μικρά και τα σχολάσεις.
Μέσα σ΄ αυτά τα μικρά που σχόλασε την ίδια μέρα ήμουν εγώ, ο Θανάσης του Γιωργούτσου (ο Βούζιαλας ρε), ο Νίκος του Ντουσιοχρήστου (ο Κλάστας ρε) και ο Κώστας του Ραμόγιαννη (ο Πούτσης ρε). Δεν είχαν, βλέπεις, μόνο οι μεγάλοι παρατσούκλια στο χωριό μας, είχαν και οι μικροί.
Οι μεγάλοι πληρώνονταν με 44 δρχ. τη μέρα, εμείς πληρωθήκαμε με 28 δρχ. Το καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς πήγα πάλι και δούλεψα ένα μήνα, δε με σχόλασαν, εμεγάλωσα, βλέπεις, άσε που πληρώθηκα με 44 δρχ. τη μέρα! Η εργασία εκεί στις οδοποιίες το Μαινάλου ήταν στην αρμοδιότητα της Κρατικής-Δασικής Υπηρεσίας. Δεν ήταν καθόλου κουραστική. Όμως για τους μικρούς και άμαθους είχε τις δυσκολίες της. Στην αρχή τα χέρια του, επειδή έσφιγγαν το στυλιάρι του κασμά και του φτυαριού, πέταγαν φουσκάλες (καντήλες ή καρούλες τις λέγαμε). Πολλά παιδιά, συνομήλικοί μου, μου εκμυστηρεύονταν δειλά-δειλά και ντροπαλά ότι πήγαιναν πίσω από τον κορμό κάποιου ελάτου και κατουράγανε τα χέρια τους για να ψηθούνε και να μην καρουλιάζουν. Κι εγώ το ίδιο έκανα και δεν ντρεπόμουνα ούτε τότε που το έλεγα, ούτε τώρα που το γράφω.
Πάντως κάθε βράδυ, κάτω από τα πυκνά κλαδιά των ελάτων με τις διηγήσεις τους, το κέφι τους τα τραγούδια, τα καλαμπούρια, τ΄ αθώα αλληλοπειράγματα, μετέτρεπαν τον εργατικό καταυλισμό σε κέντρο διασκέδασης.
Πολλοί εργάτες από το χωριό μας πήγαιναν για δουλειά σ΄ εργολαβικά έργα οδοποιίας, κοντά στους εργολάβους της Τρίπολης (Ξαγοράρη, Κοττή).
Μου ΄ρχεται τώρα στο μυαλό τούτο το περιστατικό. Ήμουνα σπουδαστής στην Π. Α. Τριπόλεως. Τότε, τον Οκτώβριο του 1961 γίνονταν εθνικές εκλογές (Ήταν εκλογές που είχαν χαρακτηριστεί ως «Εκλογές της βίας και της νοθείας»). Υποψήφιος με το κόμμα των Προοδευτικών (Μαρκεζίνη), που συνεργάστηκε τότε με την Ένωση Κέντρου (Παπανδρέου), ήταν ο Γεώργιος Τσάκαλος. Την Παρασκευή, προπαραμονή των εκλογών με βρίσκουν στην πλατεία Αγίου Βασιλείου 5-6 εργάτες από το χωριό μας που δούλευαν στου Κοττή. Ήταν, θυμάμαι ο  Λαγιόγιαννης, ο Πάνος του Καπαλή, ο Γρηγόρης του Ξερικού κ.α. Απ΄ ότι μου είπαν, τους είχε τάξει ο εργολάβος τους ότι θα τους έβαζε αυτοκίνητο να τους πάει στο χωριό για τις εκλογές και τους γέλασε. «Ξέρεις κανα-πολιτικό να μας βάλει τα εισιτήρια να πάμε με το λεωφορείο στο χωριό και να τον ψηφίσουμε». Σκέφτηκα, είχα ακούσει ότι ο Τσάκαλος είχε πολλά λεφτά και διέθετε σε τέτοιες περιπτώσεις. Αυτό κι αυτό, τους λέω, θα πάω στο πολιτικό του Γραφείο να του το θέσω υπόψη και θα δούμε, φαντάζομαι κάτι να γίνει. Πήγα, έλειπε, τον περίμενα να γυρίσει και του είπα «το και το».
-Πόσα παιδιά είναι; μου λέει.
-Πέντε-έξι, του λέω.
-Πόσο έχει το εισιτήριο για το χωριό;
-Εικοσιπέντε δρχ. του  λέω.
-Εικοσιπέντε να πάνε και εικοσιπέντε να γυρίσουν 50Χ6=300 δρχ. Πάρε ένα πεντακοσιάρικο να τα κεράσεις κιόλας, αλλά να φροντίσεις να με ψηφίσουν.
Βγήκα και πήγα να τους βρω με αγνή πρόθεση, αν θέλεις πίστεψέ το, δεν τους βρήκα, είχαν φύγει για το χωριό, είχε αλλάξει στάση ο εργολάβος τους, τους διέθεσε αυτοκίνητο κι έφυγαν για το χωριό. Τώρα; Με ρωτάς ασφαλώς τι έγινε στη συνέχεια. Μπορείς να υποθέσεις ό,τι θέλεις, μπορείς να δώσεις ό,τι ερμηνεία νομίζεις. Εγώ πάντως σου υπόσχομαι ότι: Ό,τι  και να υποθέσεις, όποια ερμηνεία και να δώσεις δε θα σου θυμώσω! Α, ναι, ξέχασα να σου πω ότι χρώσταγα τρία μηνιάτικα ενοίκιο και δεν είχα να τα πληρώσω και ο σπιτονοικοκύρης ήθελε να με διώξει!!!
Ο Τσάκαλος πάντως βγήκε βουλευτής των προοδευτικών ως και ο Ν. Μπακόπουλος με την Ε.Κ. εδώ στην Αρκαδία, βγήκαν και 5 βουλευτές με την Ε.Ρ.Ε.
Ήταν καλοκαίρι του 1961. Είχα τελειώσει το πρώτο έτος των σπουδών μου στην Π.Α. Τριπόλεως. Αποφάσισα να πάω να δουλέψω στα εργολαβικά έργα του Ξαγοράρη. Έφτιαχνε τότε το δρόμο Τρίπολης-Σπάρτης. Είχε αρκετούς εργάτες στη δουλειά του, εκεί στο νταμάρι, κοντά στους Βουτιάνους Λακωνίας. Ήταν, θυμάμαι, ο Κούλης του Κωλοβούρδου, ο Γιώργης του Μπιτσίλη, ο Κίμωνας του Λεγάκη, ο Μαγκογιώργης, ο Ζούλας, ο Κώστας του Καπαλή, ο Χαραλάμπης του Νίκου του Μπρή και άλλοι πολλοί. Εκεί στο νταμάρι η δουλειά ήταν πολύ δύσκολη, πολύ κουραστική, ιδίως για τους άμαθους. Εκεί, να καταλάβεις, με εκρήξεις και δυναμίτη (φουρνέλα) έσπαζαν τεράστια λιθάρια στο έδαφος, γίνονταν μεγάλα και μικρά κομμάτια, φορτώνονταν σε φορτηγά και μεταφέρονταν σε μηχανήματα (σπαστήρα) τρίβονταν και μετατρέπονταν σε άμμο ή αμμοχάλικο για επίστρωση-ασφαλτόστρωση δρόμου και για άλλα τεχνικά έργα. Τα μικρά τεμάχια φορτώνονταν με φτυάρια, τα μεγάλα πετάγονταν με τα χέρια πάνω στ΄ αυτοκίνητα. Οι μεγάλες πέτρες είχαν κάτι μυτερές κόχες που για τα άμαθα ιδίως χέρια ήταν ο θάνατος! Εγώ, ομολογώ, δυσκολευόμουνα πολύ. Είχα καλντήσει. Κάποια στιγμή πήγα να πετάξω μια σχετικά μεγάλη πέτρα πάνω στο φορτηγό, αυτή ήταν βαριά, τα χέρια μου αδύνατα, χτυπάει η αφιλότιμη στο παραπέτι του αυτοκινήτου, γυρίζει και με χτυπάει στο πόδι, κάτω από το γόνατο, στο κόκκαλο. Ε, με βερβέριξε, μου ήρθε ζαλάδα. Εκεί κοντά ήταν ένας επιστάτης, ο μπάρμπα-Αριστείδης:
-Αυτό κι αυτό, του λέω, μήπως υπάρχει λίγο οινόπνευμα ή κάτι άλλο…
-‘Έλα, ρε, κάτι έπαθες, πέτα πέτρες επάνω…
Ε, αυτός ο τρόπος του με πόνεσε περισσότερο από την πέτρα, αλλά του το ξεπλήρωσα αμέσως. Τον άφηκα κι έφυγε και …….. σούρνω σιγά-σιγά, σκαπέτησα από κειμεριά, ξάπλωσα στον ήσκιο μιας πουρναρίσιας τούφας και λούφαξα μια ώρα. Ύστερα γύρισα στη δουλειά και ούτε γάτα ούτε ζημιά, που λέει.
Είναι αλήθεια, αν θέλουμε να τα γράφουμε όχι σύμμεικτα αλλά καθάρια και σταράτα, όχι σμιγαδένια αλά χώρια σιτάρι – χώρια κριθάρι, χώρια υφάδι – χώρια στημόνι, ότι δεν είχα δύναμη, δεν είχα καθόλου καλή απόδοση στη δουλειά. Ναι αλλά πληρωνόμουνα με μεροκάματο 65 δρχ. όσο οι καλοί εργάτες, ενώ μερικοί άλλοι με 48 δρχ. αν θυμάμαι καλά τους αριθμούς. Στους δεύτερους, στους 48δραχμους, ας πούμε, ήταν ο Κώστας του Καπαλή και ο Χαραλάμπης του Ν. του Μπρή. Αυτοί ήταν λίγο μικρότεροι στην ηλικία από μένα, αλλά πολύ γερά παιδιά με διπλάσια και παραπάνω απόδοση από μένα. Ήταν φυσικό να τους δημιουργηθεί μια κάποια δυσαρέσκεια, μια κάποια π ί κ ρ α. Σιγομουρμούριζαν το θέμα που τους απασχολούσε αλλά δεν αναφερόσαντε σε ονόματα. Κάποια μέρα, γύρω στις 11 η ώρα που καθίσαμε για κολατσιό, το ξεφούρνισαν στον επιστάτη, τον μπάρμπα-Αριστείδη.
-Ναι, υπάρχουν εργάτες που δουλεύουν λιγότερο από εμάς και πληρώνονται περισσότερο.
-Τι λέτε, ρε, ποιοι είναι αυτοί που δουλεύουν λιγότερο και πληρώνονται περισσότερο;
-Δε λέμε ονόματα.
Εδώ λοιπόν, δίπλα στην π ί κ ρ α μπαίνει η α ξ ι ο π ρ έ π ε ι α.
-Να πείτε, δεν θα παρεξηγηθεί κανένας, παιδιά, λέει ο επιστάτης, απευθυνόμενος σε όλους όσοι ήμασταν εκεί.
-Όχι,  όχι ακούστηκε από όλους μας.
-Ε, τότε θα πούμε, ο δάσκαλος είναι που …. Κλπ, (δάσκαλο με λέγανε γιατί είχα τελειώσει το πρώτο έτος της Π.Α.)
-Δεν ντρεπόσαστε, ρε, που λέτε ότι δουλεύετε εσείς περισσότερο από το δάσκαλο;
Τώρα τι να ειπώ; ή πίστευε ότι εγώ δούλευα περισσότερο από αυτούς – και φυσικά ήταν λάθος του – ή τον είχε ευαισθητοποιήσει ότι ήμουν σπουδαστής, αδύνατος και άψητος στη δουλειά ή ήθελε ν΄ αποκαταστήσει, να εξισορροπήσει την απρεπή συμπεριφορά του, όταν μ΄ εκτύπησε η πέτρα που γύρισε από το παραπέτι του αυτοκινήτου ή όλα αυτά μαζί.
Πάντως η α ξ ι ο π ρ έ π ε ι α του Κώστα και του Χαραλάμπη δίπλα στην π ί κ ρ α τους έμεινε χαραγμένη στο σκληρό μου δίσκο.
Αυτό είναι το περιστατικό που ήθελα να περιγράψω και που έγινε η αφορμή να μου έρθουν στο μυαλό και τόσα άλλα.
Και ναι, είναι αλήθεια, όπου πήγαιναν για δουλειά οι Γλανιτσιώτες εργάτες έπαιρναν μαζί τους τη λεβεντιά, την α ξ ι ο π ρ έ π ε ι α, την τιμιότητα, την ειλικρίνεια, την χιουμοριστική διάθεση, την όρεξη, το κέφι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τούτο: Δούλευε μια παρέα εργατών από τη Γλανιτσιά στου Λαμπέτη, μεγάλο χωριό, κοντά στον Πύργο Ηλείας, στο σκάψιμο σταφιδάμπελων. Πολύ κουραστική εργασία και με δύστροπο αφεντικό. Μεταξύ των άλλων ήταν και η Παναγιώτα του Γουνά, που κάποια στιγμή, παρά την υπερβολική κούραση, άρχισε το τραγούδι:
Τίποτα δεν εζήλεψα ΄δω στον απάνω κόσμο,
να ΄μουνα νιός κι ανύπαντρος κι ένας καλός λεβέντης,
να ΄χα ΄να γρήγορ΄ άλογο και μια καλή γυναίκα
και τ΄ άλογο να ΄χει φτερά και η κόρη μαύρα μάτια.
Να καβαλάω τ΄ άλογο και να φιλιώ την κόρη.
Να με ρωτάνε οι φίλοι μου και οι μπουραζέρηδές μου
-Φίλε, που βρήκες τ΄ άλογο και την καλή την κόρη;
-Στους κάμπους βρήκα τ΄ άλογο και στα βουνά την κόρη.
Το τραγούδαγε, λέει, με τόση γλύκα που συγκινήθηκε το αφεντικό, ράγισε η σκληράδα του και κάποια στιγμή ξέσπασε και της λέει. «Πέτα το ξινάρι, σταμάτα τη δουλειά, μόνο θα τραγουδάς και θα πληρώνεσαι περισσότερο από τους άλλους¨.
Έτσι δούλευαν οι Γλανιτσιώτες εργάτες όπου και να πήγαιναν. Βέβαια εξαιρέσεις πάντα υπάρχουν, αλλά…. όπως και να το πάρεις… «αν δεν παινέψει ο βλάχος την καλύβα του… θα πέσει να τον πλακώσει».

11 σχόλια :

  1. Ανώνυμος25/11/19 13:55

    Θυμάμαι.. Ήμουν μικρό παιδί ο αδερφός μου ο Γιώργος δούλευε στου Ξαγοραρη και κατέβηκε στο χωριό με ένα τεράστιο φορτηγό 🚛 και δεν μπορούσε το παιδικό μυαλό μου πως μπορούσε να το κουμαντάρει αυτό το θηρίο ένα παιδί γιατί και ο Γιώργος ήταν ακόμα παιδί και μικρόσωμος... Πέτρινα χρόνια που όμως περίσσευε η αξιοπρέπεια και το νοιάξιμο ο ένας για τον άλλον.. Ευχαριστώ για αυτές τις θύμησες..!!!
    Panagiota Giannopoulou

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος25/11/19 15:04

    Υπέροχο κείμενο !!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ανώνυμος25/11/19 16:49

    τι μου θυμισες δασκαλε.το ανεκδοτο με το Μακρη που ειχε μαζευτει ενα πρωι κουβαρι απο το κρυο στο Μαιναλο και τον ακουσανε να μονολογει:-ρε ποσος ημουνα και χωραω σ ενα τορβα.ακομα θυμηθηκα με το Μαιναλο το ανοιχτο φορτηγο του δασαρχειου που ηταν για κορμους ελατων και μετεφερε σαββατο και δευτερα τους εργατες απο τον τοπο δουλειας στο χωριο κι αναποδα.σ αυτο ανεβαιναμε κι εμεις οι μαθητες στην καροτσα με τον προστασια των εργατων μην πεσουμε και γυρναγαμε στο σπιτι μας..αυτα το καλοκαιρι.το χειμωνα που δεν ειχε δουλεια για εργατες, μεσ τα κρυα επρεπε ν ανεβουμε την ανηφορα του ποριου για να φτασουμε εγκαιρα στο σχολειο.αξεχαστα χρονια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ανώνυμος25/11/19 19:21

    Ρε ποιος έλεγε θέλοντας να υπολογίσει την απόσταση που θέλουν για να φτάσουν "Θα θέλουμε από την πλατεία μέχρι του Καρατζιά??

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ανώνυμος25/11/19 19:25

    Δεν μου λες gerolyke επήγες καμιά φορά στο Μαίναλο η για σκάψιμο η ήσουν της σχολής του Τσιότσιολα?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ανώνυμος26/11/19 15:37

    με παιρνει μια φορα η μανα μου να παμε να τους βοηθηκω να σκαψουν τ αμπελι,ο γερος ανακαλυψε οτι εχουμε και μαρτινες που θελανε τσιοπανη εκεινη την ημερα, οπως καταλαβες την ..εκανε.μου δινει η μακαριτισα ενα δικελι να αρχινισουμε,ελα που ηθελε τα κουτρουλια ισια το να με τ αλλο και στην ευθεια.στο δευτερο κουτρουλι απολπιστικα,σκεβομουνα τι να κανω να την γλυτωσω.σηκωνω το δικελι,και το κοπαναω απανου σ ενα κλιμα, και καλα μοφυγε,πανε οι πυροι, μιλια η μαννα.στο αλλο εσκαψα κανονικα,στο τριτο παει και αλλο κλιμα.η φωνη της μακαριτισσας ακουστηκε ισιαμε τον πυργο...οπως καταλαβες η μανα μου εσκαψε τ αμπελι μοναχη της.επερασανε χροοοονια να της ειπω την αληθεια.gerolykos

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Ανώνυμος26/11/19 19:42

    δε μας λες ματι(gerolykos)και την αντδραση της μανας σου χροοοοονια μετα να τοχουμε ολοκληρο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Ανώνυμος26/11/19 20:37

    αμ καλα κατάλαβα οτι είσαι της σχολής ου μπάρμπα Γιώργη του Τσιότσιολα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Ανώνυμος26/11/19 20:45

    Διαβαζοντα αυτο το κειμενο του παλιοπυργησιου ενα ημεροκαμο το εκανα στο Μαιναλο ,αλλα ποιος θα μου το πλερωσει

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Δεκάδες άνθρωποι του χωριού στον αγώνα της επιβίωσης που έφτιαξαν την ιστορία του χωρίς αυτή να τους ρίξει ποτέ μια ματιά. Ένας από αυτούς ήταν και ο πατέρας μου
    Αλλά ιστορία δεν είναι αυτή που γράφεται μόνο στα επίσημα βιβλία ,είναι κι αυτή που ο Παλιοπυργήσιος με γλαφυρό τρόπο ξετυλίγει με τα κείμενά του !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Ανώνυμος26/11/19 21:27

    Το άρθρο με συγκίνησε πολύ .Μου θύμισε τις αντίστοιχες διηγήσεις του πατέρα μου ,που θήτευσε κι αυτός σε όλους αυτούς τους χώρους της σκληρής δουλειάς ,και στο Αίγιο και στο Μαίναλο και στα νταμάρια...
    Κατερίνα Μποσμή

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Παρακαλούμε, πριν δημοσιεύσετε το σχόλιό σας, έχετε υπόψιν σας τα ακόλουθα:
• Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες, ασυνάρτητος λόγος και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, πολύ περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο, εναντίον των συνομιλητών ή και των συγγραφέων, με υποτιμητικές προσφωνήσεις, ύβρεις, υπονοούμενα, απειλές, ή χυδαιολογίες.
•Μην δημοσιεύετε άσχετα, με το θέμα, σχόλια.
•Ο κάθε σχολιαστής οφείλει να διατηρεί ένα μόνο όνομα ή ψευδώνυμο, το οποίο αποτελεί και την ταυτότητά του σε κάθε συζήτηση.
Με βάση τα παραπάνω η διαχείριση διατηρεί το δικαίωμα διαγραφής σχολίων χωρίς καμία προειδοποίηση.