Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

Ο Μ Α Γ Α Ζ Α Σ συνέχεια

Από το Μαρίνη Πολυχρονόπουλο ,Φιλόλογο-Ιστορικό

« Πάντων χρημάτων μέτρο ο άνθρωπος » , έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι και όπως πάντα επαληθεύονταν και είχαν δίκιο. Ο άνθρωπος ήταν είναι και θα είναι η κινητήριος δύναμη ,η ψυχή των πάντων .Ο άνθρωπος δημιουργεί και καταστρέφει. Από αυτόν αρχίζουν και σε αυτόν τελειώνουν , σ’ αυτόν όλα έχουν αναφορά . Κι ο καθένας μας μέσα στο χρόνο γράφει τη δική του ιστορία ,μοναδική και ανεπανάληπτη και αφήνει στο τέλος τη δική του σφραγίδα μέσα στον πανδαμάτορα χρόνο.
Τα γράφω αυτά παίρνοντας αφορμή από τις έξι φωτογραφίες ,που ανάρτησε στην ιστοσελίδα του χωριού μας ο διαχειριστής του συστήματος ο φίλος Νις και αναφέρονται στο συμπαθέστατο συμπατριώτη μας άλλοτε μαγαζάτορα Βασίλη και στην αείμνηστη και ερίτιμη σύντροφο της ζωής του Τούλα και στο πάλαι ποτέ πολυάνθρωπο και πολύβουο κατάστημά τους.
ΚΑΦΕΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟΝ
Η ΦΘΗΝΕΙΑ
ΒΑΣ. Δ. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ
Ο λιτός και περιεκτικός ο τίτλος του καταστήματος ,μη σας ξεγελά.
Στις δόξες του έσφυζε από ζωή και κινητικότητα ,γιατί τα δύο αυτά πρόσωπα του έδιναν ψυχή, όραμα, προοπτική και μέλλον .Σήμερα είναι ένας χώρος βουβός , κλειστός ,έρημος , χωρίς ζωή και ψυχή . Τα ράφια του αδειανά , τα τραπέζια του κενά από ποτήρια και φλυτζάνια , οι καρέκλες του άδειες από ανθρώπους.
Σου δίνουν την αίσθηση της αναμονής .Ότι κάποιον περιμένουν να τους δώσει ζωή, κίνηση και αξία. Δυστυχώς στα ανθρώπινα πράγματα ,που υπόκεινται στη φθορά του χρόνου ,όλα έχουν ακμή και παρακμή ,αρχή και τέλος .Όλα ,μα όλα!!!
Συγκινήθηκα ,δε το κρύβω ,για το μαγαζά Βασίλη Δημητρίου Βασιλόπουλο ,το φίλο και γείτονά μου και τη συγγένισσά μου Τούλα . Το άστρο τους έλαμψε περίπου για τέσσερις δεκαετίες στο χωριό μας Γλανιτσιά ,από το ’50 ως στα μισά της τελευταίας δεκαετίας του εικοστού αιώνα. ( 1994 ) .
Χάραξαν ανεξίτηλη τη δική τους παρουσία στη μνήμη μας την ατομική και τη συλλογική επηρεάζοντας τα κοινά του χωριού μας νομίζω προς το καλύτερο.
Το παρατσούκλι μαγαζάς, που του φιλοδωρήσαμε ,νομίζω πως επάξια μόνος του το κατέκτησε με πολύ κόπο και ιδρώτα. Ο μαγαζάς, ως μεγεθυντικό ουσιαστικό του μαγαζιού , δηλώνει αυτόν που είναι ο ικανός και ο κατάλληλος για μάνατζερ στη συγκεκριμένη επιχείρηση . Ο Βασίλης ήταν πράγματι ένας ικανότατος μάνατζερ και λειτούργησε με επιτυχία το μαγαζί του ,που είχε ποσότητα ,ποιότητα και ποικιλία στα εμπορεύματά του .
Ο χώρος ,στο ισόγειο της οικίας του πεθερού του Σταθόπουλου Αθανασίου ( Κατσαφάνα) και με πρόσοψη επί της πλατείας του χωριού μας ,της Παναγιάς μας, δίπλα στο κατάμεστο από χαρούμενες παιδικές φωνές Δημοτικό μας Σχολείο ,ήταν πράγματι σε περίοπτη και νευραλγική θέση. Θέση ιδανική και δεσπόζουσα για να επιτελέσει το σκοπό που οι ιδιοκτήτες του τον προόρισαν ,για καφενείο και παντοπωλείο .
Ως καφενείο ο χώρος δεν ήταν αρκετά μεγάλος ,όμως ήταν ζεστός και φωτεινός απ’ τα αρκετά τζάμια που είχε ανατολικά και προς το βορρά. Το χειμώνα ,αν και κόσμος ήταν λιγοστός , το μαγαζί ήταν ασφυκτικά γεμάτο. Σερβίριζαν καφέδες ,ούζο και τσίπουρο με στραγάλια ή με ελιές και σαρδέλες και όλα τα είδη των αναψυκτικών. Οι θαμώνες ,συνήθως γέροντες ,για να σκοτώσουν την ώρα τους έπαιζαν τη δηλωτή τους μονομαχία ή σε τετράδα ,την ξερή ή την πρέφα τους με έπαθλο των νικητών ή το πατρινό λουκούμι ή το υποβρύχιο ( βανίλια ).Στην καλύτερη των περιπτώσεων απολάμβαναν το γλυκό κουταλιού (το κερασάκι )της Εταιρείας αφοί Κλώνη του Αιγίου. Τυχερά παιχνίδια δε θυμήθηκα ποτέ να παίζονται στο μαγαζί του Βασίλη .Ο ίδιος, νομίζω, δεν το επέτρεπε, λέγοντας : -Δε θέλω γκράβαλα και φασαρίες στο μαγαζί μου. Άλλωστε για τους χαρτοπαίχτες προσφέρονταν αποκλειστικά. άλλα καφενεία στο χωριό μας.
Τους καλοκαιρινούς μήνες ,που ο κόσμος ήταν πολύς ,ο Βασίλης χρησιμοποιούσε όχι μόνο τον εσωτερικό χώρο του μαγαζιού του, αλλά άπλωνε τα τραπεζάκια του από το μεσιανό πλάτανο ως τις ακακίες . Εκεί κάτω απ΄τους παχιούς ίσκιους του πλατάνου και των ακακιών στρώνονταν οι παίχτες της δηλωτής ,που ήταν κι οι περισσότεροι, και της πρέφας και παίζοντας απολάμβαναν το φρέσκο και αχνιστό καφέ τους, ή ό,τι άλλο ποθούσε η ψυχή τους μέσα σε ένα υγιεινό και φιλικό περιβάλλον. Απόκοντα και οι άλλοι παρατηρητές θαμώνες ,που σχολίαζαν το παίξιμο των παιχτών και παθητικά συμμετείχαν στο παιχνίδι τους. Και τα πειράγματα και τα σχόλια των παρατηρητών δεν είχαν τέλος με το τελείωμα του κάθε παιγνιδιού. Πιο πέρα άλλοι ,οι διανοούμενοι ,σχολίαζαν την πολιτική ή την τοπική επικαιρότητα. . Σε άλλο τραπέζι άλλοι απολάμβαναν τη μπύρα τους με μεζέ μια γευστικότατη και μυρωδάτη ντομάτα με γραβιέρα.. Σε άλλο τραπέζι έπαιζαν την πρέφα τους η γνωστή ομάδα : Φουσέκας ,Μπαζός και Ψητής με παρατηρητές το Φώτη,το Ζορμπά, το Χοβαντώνη και απ’ τους νεότερους τους :Μαρίνη και Βασίλη Μπούγο. Η ομάδα αυτή ήταν και η πιο θορυβώδης σ’ όλη την αγορά ,είτε έπαιζε δηλωτή ή πρέφα. Ο αείμνηστος Θεόδωρος Γιαννόπουλος, ο Θόικος μας, διασώζει ένα χαριτωμένο περιστατικό:
« Μια μέρα κουρευότανε στο Μαγαζά ο Δήμος ο Παναγούλιας από την Ποδογορά. Δίπλα του ο Φουσέκας με τον Ψητή και παίζανε δηλωτή .Στο βάθος η Τούλα τηγάνιζε κάτι ψαράκια. Στα πόδια της την τριγύριζε και νιαούριζε δυνατά ο γάτος της ,που του μυρίζανε τα ψάρια κι ήθελε να του ρίξει κανένα .
Ο Φουσέκας δεν άντεξε στο τόσο νιαούρισμα και φώναξε:
- Αχούγιαχ’ το,ρε Βασίλη ! Κυνήγα το όξω εφτούνο το διαβολοκάτσουλο!
Δε βλέπεις που μας έβγαλε το Θεό με τις φωνές;
- Μα αν είναι νάχουγιάζουμε και να κυνηγάμε έτσι ,κυρ Κώστα ,όσους φωνάζουνε, λέει ο Βασίλης ,εσύ δεν έπρεπε να’ ρχόσουνα μπίτι εδώθε από τις Ράχες ( κάπου ένα χιλιόμετρο μακριά από το χωριό ).
Κι αλήθεια . Υπάρχει περισσότερο φωνακλάς άνθρωπος στην αγορά από το Φουσέκα; Αν τύχει μάλιστα και παίζει πρέφα με τον Ζορμπά και το Μπαζό ,είναι ικανοί να ξεκουφάνουν το χωριό ολόκληρο. »
Μια φορά ο Μπαζός κατέβηκε κατηγορία και έπαιξε πρέφα με εμένα και το Μπουγόγιαννη. Ο μαγαζάς μαντεύοντας το αποτέλεσμα ,φέρνοντας τα λουκούμια και την τράπουλα μου λέει με ειλικρίνεια :
- Μαρίνη δεν τα πληρώνεις προκαταβολικά ,δεν έχεις καμιά τύχη. Και δεν έπεσε έξω, έχασα σε λίγο πανηγυρικά!
Αλλά είχε και ο καιρός γυρίσματα.: Μιαν άλλη φορά στο ίδιο μαγαζί με την ίδια παρέα μπόρεσα και τους νίκησα. Τότε τα πειραχτήρια ,Πανουριάς και Μπαντέβας,άρχιζαν να ειρωνεύονται τον Μπαζό για την ήττα του. Αυτός πείσμωσε και τους ανταπάντησε λέγοντας :- Αμ το Μαρίνη θα τον συγύριζα, τον έχω του χεριού μου ,αλλά τούτη η πουτ….να και ξεφτιλισμένη, δείχνοντας την τράπουλα, δε μοιράστηκε καθόλου ,πήγε μονόπατα!! Φυσικά όλοι οι παίχτες του χωριού μας θα έχουν να μας αφηγηθούν όλο και κάποιο ευτράπελο γύρω απ’ τα παιχνίδια της τράπουλας, της θεάς της τύχης ,στο χωριό μας.
Ως παντοπωλείο δεν θα είχε τίποτε να ζηλέψει και σήμερα από τα σύγχρονα σούπερ –μάρκετ των πόλεων ,αφού είχε τα πάντα ,δεν του έλειπε τίποτε.
Ο μαγαζάς ήταν για την εποχή του ο ΑΒ Βασιλόπουλος της Γλανιτσιάς μας ,αφού είχε και « του πουλιού το γάλα »,που λέει κι ο λαός μας και επί πλέον είχε το κουρείο και το κοινοτικό τηλέφωνο ,μέχρις ότου ο ΟΤΕ εδέησε επί τέλους να εγκαταστήσει τηλεφωνικές γραμμές στα σπίτια μας .Το μαγαζί του κάλυπτε όλες τις τότε ανάγκες των συμπατριωτών μας. Δούλευε ως οικογενειακή επιχείρηση απ’ τα άγρια χαράματα ως τα μεσάνυχτα ,χειμώνα –καλοκαίρι ,όλες τις ημέρες της εβδομάδας ,δεν γνώριζε από διακοπές , αργίες και υπερωρίες.
Εξαίρεση στη λειτουργία του καταστήματος έκανε μόνο την Κυριακή .Πάντα με το σχόλασμα της Εκκλησίας άνοιγε. Ο ίδιος ο Βασίλης μου έλεγε : -Προηγείται η Εκκλησία ,οι πελάτες μπορούν να περιμένουν. Κατάλαβα πόσο δίκιο είχε !!!
Διέθετε πρατήριο φιαλών γκαζιού ,που ο ίδιος προσωπικά τις μετέφερε στην πλάτη του και τις τοποθετούσε άμεσα στα νοικοκυριά μας. Διέθετε ποικιλία ειδών ζαχαροπλαστικής , μπακαλικής , ατομικής υγιεινής και οικιακού καθαρισμού . Επίσης διατηρούσε φαρμακείο πρώτων βοηθειών. Έβαζε στο υπόγειο κρασί σπιτικό και το πωλούσε στο μαγαζί του ή και στα σπίτια. Στο επαγγελματικό του ψυγείο διέθετε μπύρα παγωμένη ,ποικιλία αναψυκτικών και κατεψυγμένα ψάρια και κοτόπουλα.
Για μας τα σχολιαρόπαιδα πωλούσε τετράδια και στυλό , μολύβια και σάκες , παιχνίδια και τζουρλάδες , λουκούμια και καραμέλες ,γλειφιτζούρια και παγωτά. Τα πάντα κι όλα σε πολύ λογικές και προσιτές τιμές. Για όλα τα βαλάντια . Πάντα είχε σε ξύλινη κούτα ρέγγες σε πρώτη ζήτηση , φρέσκες και λαχταριστές , φελιά από καλοδιατηρημένο στο υπόγειο βακαλάο και εύγεστες ελιές Καλαμών.
Πωλούσε ακόμη και ώχρα για το βάψιμο των πατωμάτων , μπογιές διαφόρων χρωμάτων για το βάψιμο των μάλλινων νημάτων , ποτάσα για την παρασκευή του σαπουνιού απ’το δέρμα και τα λίπη των γουρουνιών , ποντικοφάρμακα και γαλαζόπετρα και θειάφι για το ράντισμα των αμπελιών .Ακόμη είχε πέταλα κι αλογόκαρφα και τριχιές για τα μουλάρια και τα άλογα και κουδούνια και τροκάνια για τα γιδοπρόβατα ,λάμπες και λαμπόγιαλα και τσιμπλήδες και πετρέλαιο για το φωτισμό των σπιτιών μας .
Είπαμε είχε και του πουλιού το γάλα κι αυτό είναι ένα βασικό πλεονέκτημα σε μια μικρή κοινωνία .Ό,τι δεν έβρισκες στα άλλα μαγαζιά, κατέληγες τελικά να το βρεις στου Βασίλη .Γι’ αυτό οι γνωρίζοντες σε ρωτούσαν : Στου Βασίλη το βρήκες ; Το μαγαζί του το ανεφοδίαζε ανελλιπώς ,γιατί ήταν Προμηθέας πάντοτε κι όχι Επιμηθέας.
Πλεονέκτημα θεωρώ την αξιοπιστία και την εμπιστοσύνη που απόχτησε ,όχι και εύκολα ,από τους πελάτες του για τα προϊόντα που διέθετε. Δεν πώλησε ποτέ στους πελάτες του ληγμένη κονσέρβα ή άλλο ακατάλληλο προϊόν. Όλα τα ληγμένα και αλλοιωμένα τρόφιμα ,χωρίς κανένα ενδοιασμό , τα πέταγε στην Πλεύρα , που ήταν ο καθορισμένος τότε σκουπιδότοπος του χωριού.
Άλλο πλεονέκτημα ήταν η άμεση και ταχεία εξυπηρέτηση των πελατών ,όλες τις ημέρες και ώρες του χρόνου. Επικρατούσε μια ευταξία στο μαγαζί του ,παρά το σχετικά μικρό χώρο που είχε .Το τι περιείχε το κάθε ράφι το γνώριζε αυτός και η γυναίκα του. Όταν τους ζητούσες κάποιο αγαθό, σου απαντούσαν με ειλικρίνεια ,αν το έχουν κι αν όχι πότε θα το φέρουν από την Τρίπολη.
¨Ένα άλλο πλεονέκτημα του μαγαζιού αυτού ήταν η σχολαστική καθαριότητα που είχε στο σερβίρισμα των καφέδων ,των ποτών και των άλλων εδεσμάτων προς τους πελάτες τους.Τα ποτήρια και τα φλυτζάνια άστραφταν από καθαριότητα. Κάθε πρωί ,βρέχει- χιονίζει ,ο Βασίλης και η γυναίκα του με τις σκούπες και τα φαράσια στο χέρι καθάριζαν τα τραπεζάκια και τις καρέκλες και αέριζαν το μαγαζί τους ,αλλά και το χώρο της πλατείας μέχρι το μεσιανό πλάτανο.Πότιζαν ανελλιπώς τους καλοκαιρινούς μήνες τον πλάτανο και τις δυο ακακίες και κατάβρεχαν το τσιμέντο για τη σκόνη. Τα σκουπίδια τα έβαζαν σε ένα μεταλλικό σκουπιδοντενεκέ και τα πήγαινε ο Βασίλης στην Πλεύρα. Δεν παρέλειπε κατά το Πάσχα να ασπρίζει τους τοίχους και να βάφει με υποδειγματική επιμέλεια τα πορτοπαράθυρα του δίπατου σπιτιού του και να περιποιείται το κλήμα του στο μπαλκόνι.
Στους ευνοϊκούς παράγοντες για την επιτυχία της οικογενειακής αυτής επιχείρησης συγκαταλέγω το κουρείο και το κοινοτικό τηλέφωνο .Ο κουρέας –μαγαζάς, πεντακάθαρος ,με τη λευκή πετσέτα καθαρή να την απλώσει στην πλάτη και στο λαιμό του πελάτη , με τα λεπίδια του ακονισμένα ,με τις χειροκίνητες μηχανές λαδωμένες, με τα μοσχοσάπουνα και τα αρώματα στη θέση τους ,πάνω σε ειδικό τραπεζάκι ,ήταν πάντα ετοιμοπόλεμος. Σε κανένα δε χάλαγε το χατίρι, όταν του ζητούσε να τον « κάνει έτσι »! Όλους τους κούρευε και τους ξύριζε με περισσή επιμέλεια και μαεστρία σπουδασμένου κομμωτή.
Πού έμαθε την τέχνη άδηλον . Άλλοι λέγαν πως έμαθε στο στρατό, άλλοι πως είχε δάσκαλο το Μπρουκλόγιαννη. Άλλοι πως ο Βασίλης δίδαξε το Γιάννη και πάει λέγοντας . Ένα είναι βέβαιο πως ο ένας κούρευε τον άλλο, είχαν δανεικολογιά και αλληλοεξυπηρετούνταν .Την αλήθεια την ξέρει μόνο ο ίδιος. Κάπου είδε ,κάποιος του έδειξε ,ύστερα πήρε τον αέρα της κομμωτικής τέχνης και εξελίχθηκε σε άριστο μαιτρ. Ο σατιρικός και δηκτικός μας Αβαδαίος του αφιέρωσε το παρακάτω περιεκτικό δίστιχο: Χαίρε Βασίλη μαγαζά και κουρέα της Σεβίλλης ( λουλούδι της Μονεμβασιάς και Τούλα της Ρηγίλλης ).
Το κοινοτικό τηλέφωνο λειτούργησε για την επικοινωνία των συγχωριανών μας με τους συγγενείς και τους συνανθρώπους τους εκτός Γλανιτσιάς και θετικά για το μαγαζί του Βασίλη, όπου πρόχειρα είχε στεγαστεί.
Ήταν ο βασικός του κράχτης. Τότε δεν υπήρχαν ιδιωτικά τηλέφωνα στα σπίτια μας .Ένα και μοναδικό και λειτουργούσε στο μαγαζί του Βασίλη. Όλο το χωριό περνούσε υποχρεωτικά απ’ το μαγαζί του. Έτσι δίπλα στο τηλέφωνο αγόραζε από ευγένεια και μερικά απ ‘τα χρειαζούμενα για το σπίτι. Στην αναμονή και ωσότου βγει η γραμμή , έπινε κι ο μεγάλος τον καφέ του ή το πιοτό του ,κερνώντας και τους άλλους θαμώνες του μαγαζιού .
Έτσι το τηλέφωνο έκανε τζίρο στην κατανάλωση των αγαθών του μαγαζιού ,όχι όμως χωρίς κόπο. Ό ένας απ’τους δύο ,ή ο Βασίλης ,ή η Τούλα έπρεπε να ξεποδαριαστούν πάνω -κάτω στα σοκάκια του χωριού για να ειδοποιήσουν τους συμπατριώτες μας για τα τηλεφωνήματά τους και για τις συνδιαλέξεις τους
Εκείνοι που απασχολούσαν το κοινοτικό τηλέφωνο περισσότερο ήταν οι δύο μουσικοί του χωριού μας: ο Μπρουκλόγιαννης και η Μαρίνα Για να κλείσουν κάποια επαγγελματική δουλειά έχαναν πολλές φορές και μια ολόκληρη ημέρα. στο κοινοτικό τηλέφωνο. Τις περισσότερες φορές το τηλέφωνο βράχνιαζε και ήταν αδύνατη η συνεννόηση ,που υποχρεωτικά τότε αναβαλλόταν για την επόμενη ημέρα. Και τότε άρχιζαν οι γκρίνιες ,που κατευθύνονταν όχι στον υπεύθυνο ΟΤΕ ,αλλά στον εντελώς ανεύθυνο ,συμπαθητικό μας Βασιλάκο. Ο Βασίλης τότε λειτουργούσε πυροσβεστικά και τους καθησύχαζε.
Κάτι ανάλογο σατίρισε με την καυστική του πέννα ο Αβαδαίος μας ,που σας το παραδίνω αυτούσιο :
« ΟΥΟΥΟΥ: …..
Φέτος δυστυχώς δεν θα σας δώσω σε ζωντανή μετάδοση το πανηγύρι. Δεν πήγα, αλλά ουδέν πρόβλημα, θα κάνουμε ……μαγνητοσκόπηση—βίντεο που λένε.
Από παραμονή και ανήμερα λοιπόν έπαιρνα τηλέφωνο να δω τι γίνεται, Εδέησε τη δεύτερη ημέρα το βράδυ.
--- Μπρος…. Μυγδαλιά.
--- Άντε Τούλα και με γκάστρωσες!....
--- Πωπώω…εσύ είσαι . Γιατί δεν ήρθες ;
--- Άστα , Τούλα και λέγε λεπτομέρειες…..
--- Πωπώ πνίγομαι,ζητάνε « βραστό ». Να ,πάρε τον Παπαπάνο ,που κάθεται …….
( πώς τόπαθε ; )
----Μπρόος ……κάνει ο παπούλης .Ποιος είναι φτου;
---- Έλα παπούλη χρόνια πολλά τα πανηγύρια σας, πώς πάτε ,ξόδεψες καμιά πορτοκαλάδα;
---- Ούουου! ,πάρα πολύ καλά φέτος ….και κραπ κόπηκε το τηλέφωνο (ή περίπου).
Έμεινα με το ακουστικό και το « ούουου …..» του παπά στ’ αυτί.
Να του πει ο παπάς στ’αυτί ,λέω, για το τηλέφωνο του κερατά.
Συγκρατήθηκα μη πω και τίποτε άλλο ,καθότι με παπά μιλούσα ,δεν είναι ωραίο νομίζω. Και τα πλήρωσε η κακομοίρα η Τούλα; Να σε βράσω Τούλα και σένα και το
τηλέφωνό σου και το « βραστό » σου μαζί. ΄Α , μα , πιά ; »
Γι’ αυτό το κοινοτικό τηλέφωνο μίλησε κι ο μακαρίτης υπουργός μας Ευάγγελος Γιαννόπουλος ,που το χαρακτήρισε « καφουρντιστήρι » ,που παραβίαζε και τη μυστικότητα των τηλεπικοινωνιών, αφού δεν υπήρχε ξεχωριστός θάλαμος. Όλοι μας, άθελά μας ,ακούγαμε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα των άλλων. Κύλισε από τότε πολύς χρόνος για να φτάσει η σημερινή ψηφιακή τεχνολογία στο χωριό μας.
Ο Βασίλης με ό,τι καταπιάστηκε το έκανε με αγάπη και μεράκι και το έκανε καλά. Πέτρα έπιανε ,μάλαμα γινόταν . Και ως κοινοτάρχης , ήταν εργατικός κι αποτελεσματικός, συναινετικός και δίκαιος ,διαλλαχτικός και συμβιβαστικός, αμερόληπτος και εχέμυθος.
Πέρα από τα αγαθά που απόλαυσαν με τον κόπο τους ,αποταμίευσαν αρκετά χρήματα ,τα οποία επένδυσαν συνετά σε Αθήνα και Τρίπολη για τα παιδιά τους. Ήταν ευτυχισμένο ζευγάρι στη ζωή τους .Συνεννοούνταν άμεσα και με τα μάτια !!!
Δημιούργησαν μια καλή οικογένεια με βάση τις ελληνοχριστιανικές αρχές. Σπούδασαν τα αριστούχα παιδιά τους Δημήτρη και Θανάση και τα καμάρωσαν λαμπρούς επιστήμονες ,τον ένα Νομικό ,τον άλλο Φιλόλογο.
Ο Βασίλης και η γυναίκα του δούλεψαν αγόγγυστα ,αδιαμαρτύρητα, πρόθυμα, με το χαμόγελο στα χείλη, με τον καλό λόγο και υπηρέτησαν ,φυσικά με το αζημίωτο, την μικρή κοινωνία του χωριού μας. ¨Ετσι υποχρέωναν και τον πιο δύσπιστο και δύστροπο πελάτη και γίνονταν μαζί του φίλοι .
Για μένα προσωπικά αυτό το ζευγάρι πρέπει να αποτελεί το πρότυπο για κάθε νέο ,σύγχρονο επιχειρηματία ,αν θέλει η επιχείρησή του να προκόψει.
Με βαριά καρδιά το 1994 ο Βασίλης εγκατέλειψε την πετυχημένη επιχείρησή του και το όμορφο χωριό του με τους απλούς κι αγαθούς του ανθρώπους ,με τους οποίους καθημερινά συνομιλούσε και συναλλασσόταν . Η επάρατη αρρώστια αφαίρεσε ξαφνικά και πολύ πρόωρα το νήμα της ζωής από τη γλυκομίλητη σύντροφό του και στοργική μητέρα των παιδιών του, την Τούλα.,που ήταν αγαπητή και σεβαστή από όλους μας. Και η ειρωνεία της τύχης : Την ημέρα της πάνδημης κηδείας της νέκρωσε και το κοινοτικό τηλέφωνο ,σα να θρηνούσε κι αυτό συμμετέχοντας στον αβάσταχτο πόνο των συγγενών και πολυάριθμων φίλων της.
Όλα τα άντεξε ,αυτό όμως όχι, ο Βασίλης ο μαγαζάς. Τα παράτησε όλα ,πλούτη κι αγαθά , αφού η μοίρα του φέρθηκε τόσο σκληρά . Άδειασε το εμπόρευμα από τα ράφια , μάζωξε τα μόμηλα του μαγαζιού ,τα έβαλε σε τάξη και σε σειρά ,σφάλισε ερμητικά πόρτες και παράθυρα ,πήρε το καπελάκι του κι αποχαιρέτησε οριστικά την επαγγελματική του ζωή.
Δεν εγκατέλειψε ποτέ όμως τη Γλανιτσιά , τη γη των γονιών του ,τη δική του, της αγαπημένης του Τούλας ,των παιδιών του και των συμπατριωτών του. Είναι , νομίζω, στα κατάβαθα της καρδιάς του. Εκεί βρίσκεται και η ψυχή του.!!!

4 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Εξαιρετική δουλειά,για αυτά γράφε Μαρίνη και τα πολιτικά άστα για άλλους.
πκ

Ανώνυμος είπε...

μαλλον σημερα ο κοσμος κανει ασκησεις αφωνιας ?????gerolykos

ΑΡΗΣ είπε...

ΤΑ ΓΡΑΦΟΜΕΝΑΣΟΥ ΑΔΕΡΦΕ ΜΑΡΙΝΗ ΕΙΝΑΙ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΑ ΖΗΣΑΜΕ
ΣΥΜΦΩΝΩ ΑΠΟΛΥΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΩΝΥΜΟ 16/12/2001 6:39 μμ ΓΡΑΦΕ ΑΔΕΡΦΕ ΜΑΡΙΝΗ ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΤΑ ΧΟΡΤΑΣΑΜΕ

Ανώνυμος είπε...

Άρη εννοώ να μην γράφει για μέρκελ κλπ
κπ