Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011

Ο Τσιριμοθανάσης (Σκουριάς) (1880-1952)

Από το βιβλίο του Θ. Γιαννόπουλου
Ονοματεπώνυμο: Θανάσης Πολυχρονόπουλος του Θόδωρου. Ήταν ο πατέρας του πολυσύνθετου οργανοπαίχτη-τραγουδιστή και σύγχρονου γιατροφιλόσοφου του χωριού μας Γρηγόρη Τζιντάνου. Ανάστημα γύρω στα 1.70, λιπόσαρκος, μελαψός (από δω και το παρατσούκλι Σκουριάς), διάσημος, όπως έλεγε ο Φίλος, ζωοκλέφτης. Μυαλό που πέταγε σπίθες και μάτι αστρίτη που σε διαπερνούσε από τη μια μεριά ως την άλλη. Επιπλέον είχε και μια καταπληκτική ετοιμότητα λόγου, που τον είχε αναγάγει σε ξεχωριστή γλανιτσιώτικη φυσιογνωμία με κύρια χαρακτηριστικά το χιούμορ και τη φάρσα.

Μια φορά – λένε – ο Τσιριμοθανάσης πήγαινε κατά τ’ αμπέλια. Στο δρόμο συνάντησε την αφελέσταση κι αθωότατη Βασιλαρώνα – κόρη του Κωτσιοφήρη, παντρεμένη στην Κερπινή. Μετά τους τυπικούς χαιρετισμούς που αντάλλαξαν τη ρώτησε πού πάει. Ανύποπτη η Βασιλαρώνα του είπε πως πάει στον Παπακώτσιο να ξεμολογηθεί και στη Σταθούλα του Μαστραργύρη, που ήταν μοδίστρα, να της ράψει ένα φουστάνι.
- Α, της λέει στο λεφτό ο Τσιριμοθανάσης. Τυχερή ήσουνα που συναντηθήκαμε και θα γλιτώσεις καμπόσον κόπο.
- Δεν καταλαβαίνω, ξεστομίζει η καημένη Βασιλαρώνα.
- Να, άκου να σου ειπώ τι συμβαίνει. Τούτες τις ημέρες ο Δεσπότης έκανε αργό τον Παπακώτσιο και δεν ξεμολογάει πια. Για να ευκολύνει όμως και το χωριό, όρισε το Μαστραργύρη ξεμολόγο. Και τώρα που κουβεντιάζουμε κι ο Μαστραργύρης κι η Σταθούλα βρίσκονται στ’ αμπέλι τους. Τράβα, που λες, εκεί να κάνεις και τις δυο δουλειές. Και το ξεμολόγημα και το φουστάνι. Όσο για την πλερωμή του Μαστραργύρη τα κανονίζετε (της είπε βέβαια και το είδος της πληρωμής, που έπαιρνε ο χήρος Μαστραργύρης από τις γυναίκες, αλλά εδώ δε γράφεται. Άλλωστε όλοι το μαντεύετε).
Τηράει κατά τις Φυτειές η γυναίκα, βλέπει πραγματικά το Μαστραργύρη και τη Σταθούλα. Και πάει για το φουστάνι, όχι όμως – προς Θεού! – και για ξεμολόγημα. Τόσο της έκοβε το μυαλό.
Το βράδυ, όταν γύρισε στο χωριό, ο Τσιριμοθανάσης καυχήθηκε δημόσια το χουνέρι που σκάρωσε στη Βασιλαρώνα. Μίλησε φανερά και για το είδος της πληρωμής…, το πράγμα πήρε διαστάσεις, κι όλο το χωριό το γλένταγε με την ψυχή του. Η Βασιλαρώνα έκανε καιρό να πατήσει στη Γλανιτσιά. Κι ο Μαστραργύρης για ένα διάστημα με πολύ δισταγμό έβγαινε στα μαγαζιά.
Η συνέπεια τελικά ήταν αναπάντεχα ξινή για το φαρσέρ. Ύστερ’ από μήνυση που του κούρντισε ο γαμπρός της «παθούσης» επαγγελματίας μηνυσεογράφος της εποχής, Φίλος ή Μυτίτσας, ο Τσιριμοθανάσης καταδικάστηκε εν έτει 1933 σε πρόστιμο 700 δραχμές!! Κι ήταν τόσο καταπέλτης η μαρτυρία του Φίλου, που δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα ο ειρηνοδίκης, μολονότι είχε υποσχεθεί την αθώωση του κατηγορούμενου στο Θόδωρο του Παπακώτσιου και σε μένα.
Το φύσαγε βέβαια και δεν κρύωνε ο Τσιρίμης, αλλά στο τέλος πάλι βγήκε κερδισμένος. Το ‘βγαλε απ’ αλλού το πρόστιμο. Δεν πέρασε πολύς καιρός κι άρχισαν η μια μετά την άλλη να χάνονται οι πεντέξι μαρτίνες του Φίλου, χωρίς να βρεθεί χειροπιαστή απόδειξη για το γνωστότατο σ’ όλο το χωριό – και στο Φίλο φυσικά – δράστη.

Μα μήπως στους ξένους μόνο σκάρωνε φάρσες ο μακαρίτης. Τις πιο πολλές τις σκάρωνε στους δικούς του. Και πιο πολύ στην εντελώς απονήρευση, στα πρόβατο – που λένε –, τη γυναίκα του την Τσιαντοπούλα, Κερπινιώτισσα την καταγωγή. Το τι πάθαινε η καημένη η Θανάσαινα από τα πειράγματα και τα καλαμπούρια του άντρα της δε λέγονται. Περιορίζομαι σε δυο μόνο.

Ένα βράδυ ο Τσιριμοθανάσης ξέχασε να φέρει στο καλύβι – νομίζω στα Γουβιά ήτανε – το μουλάρι. Κι είπε στη Θανάσαινα να πάει εκείνη ναν το φέρει.
- Άιντε τσ’ εσύ, διαμαρτυρήθηκε η γυναίκα με το κερπινιώτικο τσε αντί και. Πού να πάω τέτοια ώρα; Ας μείνει όξω το μουλάρι μια νύχτα, δεν παθαίνει τίποτα.
- Τι δεν παθαίνει, μωρή, πο ‘ναι να γεννήσει απόψε και το πουλάρι θα το φάει ο λύκος…
- Ποπό! η μαύρη, κακό που πάθαμε! ξεφωνίζει η γυναίκα. Και τρέχει αμέσως να προλάβει τη συμφορά… Δεν ήταν όμως τυχερό να την προλάβει. Βρέθηκε το μουλάρι, αλλά το πουλάρι το είχε φάει κιόλας ο «λύκος»…

Μια φορά το αντρόγυνο βοτάνιζε στον Αγιοθόδωρο. Μαζί είχανε το Γληγόρη, μικρό παιδάκι, που δεν ησύχαζε καθόλου. Πιλάλαγε πέρα δώθε σαν βαρβάτο πουλάρι κι έψαχνε για φωλιές. Κάποια ώρα τον χάσανε μπίτι από τα μάτια τους.
- Τσε, ρε Θανάση, τι έγινε το παιδί; ρωτάει ανήσυχη η γυναίκα.
- Πού θες να ξέρω, μωρή; Τον καιρό που σο ‘λεγα κάτσε ήσυχα και μην κουνιέσαι πολύ, εσύ δε μ’ άκουγες. Άι, μάζεφ’ το τώρα το μουρλάδι πο ‘κανες, απάντησε κοροϊδεύοντάς την ο άντρας της. Και συνέχισε ατάραχος το βοτάνισμα.
Είναι βέβαιο πως οι Πολυχρονόπουλοι – αλλιώς Κουγιουφαίοι – παρουσιάζουν ένα σημαντικό ποσοστό κήλης. Γι’ αυτό οι χωριανοί μας του λένε ή τους έλεγαν παλιότερα σπασμένους ή σπασόσογο. Είναι επίσης βέβαιο πως το ίδιο σόι είχε να επιδείξει διαπρεπείς ευνουχιστές ζώων, γουρουνιών π.χ., τραγιών, γαϊδάρων, αλόγων κλπ. Κορυφαίοι και περιζήτητοι και στα γύρω χωριά ακόμα ευνουχιστές ήταν ο Τσιριμοθανάσης κι ο Κουγιονικολάκης. Ποτέ δε λάθευαν ούτε και κανένα ζωντανό είχε πάθει τίποτα, μονολότι τότε έλειπαν τα σύγχρονα μέσα και προπάντων τ’ αντιβιοτικά που αφειδώς χρησιμοποιεί σήμερα ο Φουσκόπανος.
Μια χρονιά έπεσε βαριά άρρωστος από κήλη ο Κώτσιος ο Γιαννούσης. Ειδοποιήθηκε ο χειρούργος γιατρός της περιφέρειας Γκουντάνης από το Βυζίκι κι εγχείρησε τον άρρωστο στο καλύβι του της Πέρα Μεριάς απάνου στα σαΐσματα. Βοηθός του μοναδικός και πολύτιμος ήταν ο Τσιριμοθανάσης, που όλη την ώρα είχε το μάτι γαρίδα στο τι έφτιανε ο γιατρός.
Όταν τέλειωσε την εγχείρησή του ο γιατρός, που ήξερε την επιδεξιότητα του βοηθού του στη χειρουργική κι είχε αντιληφτεί με πόση προσοχή τον παρακολουθούσε, γυρίζει και τον ρωτάει:
- Ε, τι λες, Θανάση, θα τον κατάφερνες;
- Άσε μου τα κοπίδια σου, γιατρέ, κι αν τύχει άλλος τέτοιος, δε χρειάζεται να ‘ρθεις, ήταν η άμεση απάντηση του Τσιριμοθανάση.

5 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Δύο απ'τους Τσιρίμηδες παππούδες μου ,ο Γιώργος Τσιρίμης και Μιμίκος Τσιρίμης ,Θεός συγχωρές τους ,στις αρχές του προηγούμενου αιώνα πήγαν μαζί με άλλους Γλανιτσιώτες μετανάστες στην Αμερική.Δεν ξέχασαν τους άλλους Τσιριμαίους ,που έμειναν πίσω στην πατρίδα .Από εκεί έστειλαν αρκετά δολλάρια στους αδελφούς τους, Τσιριμαθανάση και Τσιριμοκώστα για να τους βοηθήσουν οικονομικά.Αυτοί τα περισσότερα δολλάρια τα επένδυσαν αγοράζοντας γη για να βόσκουν τα πολλά κοπάδια τους ,κατά προτίμηση στην Περαμεριά .Είναι τα γνωστά σε μας τους μεγαλύτερους τα ξερικά χωράφια στο Σαρακόρεμα ,στου Κολοκύθα ,στον Τράφο,στη Μπουγιούκα και Άγιο Θεόδωρο ,στην Αφλόριζα και αλλού.Αγόρασαν και ποτιστικά χωράφια στον κάμπο της Ρουπακίνας. Για την περιουσία που απέκτησαν οι εδώ Τσιριμαίοι ,ήταν πολύ υπερήφανη η προγιαγιά μου ,η γρια Τσιρίμαινα και με κάποια δόση κομπασμου ,έλεγε ,όπου στεκόταν ,στις άλλες γυναίκες της Γλανιτσιάς για να τις πικράνει : Μες του Τσιριμοθανάση το σπίτι υπάρχουν 50 πιάτα γυάλινα !!! Αυτό ήταν τότε βασικό κριτήριο πλούτου ,πολυτέλειας. Τότε σχεδόν όλο το χωριό έτρωγε σε γαβάθες ξύλινες και με ξύλινα πιρούνια. Η πραγματικότητα είναι
πως οι Τσιριμαίοι ανέβηκαν κοινωνικά με τα δολλάρια της Αμερικής και απέκτησαν μεγάλες ιδιόκτητες εκτάσεις γης.
marpolix

Ανώνυμος είπε...

Το βασικό στανοτόπι του παππούλι μου Τσιριμοθανάση ήταν στα Γουβιά ,που περιβαλλόταν από δασική έκταση. Εκεί διπλα στο πατρικό καλύβι ο πατέρας μου ,ο Γληγόρης ,έκτισε ένα μεγάλο καλύβι,σύγχρονο ,όταν πήρε γυναίκα τη μάνα μου, τη Τζικολένη.Εκεί πρωτοείδα το φως της ημέρας κι εγώ.Ο πατέρας μου είχε καλλιτεχνικές ανησυχίες και είχε αγοράσει από την Αμαλιάδα το πρώτο του βιολί και το μάθαινε.Συνήθως κούρντιζε το βιολί
τις βραδινές ώρες,όταν τα γιδοπρόβατα δεν ήθελαν φύλαγμα και ήσαν στο κατώι ή στο γαλάρι ,ανάλογα με τον καιρό. Τότε ο παππούς μου ,ξαπλωμένος έστελνε στο καλυβι μας την
άκακη γιαγιά μου λέγοντάς της : -Τρέχα γρια ,βγάλανε το ψητό και θα το φάνε μόνοι τους!! Δεν ακούς που αρχίσαν και το τραγούδι, μόλις που προλαβαίνεις. Η γιαγιά μου ,πάντα απονήρευτη ,ερχόταν και ήταν ευχαριστημένη όχι από το ψητό που τις προσφέραμε ,γιατί απλούστατα δεν υπήρχε,αλλά που μαζί με τα εγγόνια της σιγοτραγουδούσε ,κρατώντας τον ηχό στον πατέρα μου.Η μάνα μου ,που είχε κι αυτή αδελφό κλαριτζή το μεγάλο Ντρούλια και φαινόταν έμπειρη κάθε τόσο τον διέκοπτε,λεγοντάς του πως δεν πάει καλά το σκοπό. Ο πατέρας μου κάθε λίγο τη ρώταγε -Βαρώ καλά Ελένη!!! Και το αυτοσχέδιο βραδινό γλέντι στο καλύβι διαρκούσε όσο ο τσιμπλής είχε πετρέλαιο .Μετά όλοι ξαπλώναμε και κοιμόμαστε ήσυχα στο παραγώνι ,δίπλα στη φωτιά ,που σιγόκαιγε και μας νανούριζε. Όμορφα τα παιδικά μας χρόνια τότε ,νοσταλγικά ,ειρηνικά κι αγαπημένα .Μέσα στη φτώχεια μας ήμασταν όλοι ευτυχισμένοι!!!
marpolix

Ανώνυμος είπε...

Μπραβο Μαρινη!!πολυ καλο

Ανώνυμος είπε...

αγοραζε ο σκουριας πραγματα στην στρεζοβα στο πανηγυρι χωρις λεφτα.τον ρωταει ο εμπορας ποτε θα πληρωθει,δοσεις κλπ.απανταει....στου σκουρια το πανηγυρι...και τον επεισε οτι υπαρχει τετοιο!!!!!!!

αρης είπε...

μαρινη μου θυμησες την ζωη μας στο καλυβι στο αγιο θοδωρο με μια σκαλιτσα ανεβαιναμε στο επανω μερος του καλυβιου ειχε ενα πατωματακι εκαιγε η φωτια και κατω μπροστα μας τα γαιδουρακια και πισω τα γυδοπροβατα πραγματι ομορφα τα παιδικα μας χρονια
αρης