Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ

                                            
                                             Ο Χαρακτήρας του Γλανιτσιώτη

Γράφει ο Λιασκοβίτης:
Φαίνεται άρεσε η σελίδα αυτή στους ξενιτεμένους, γι’ αυτό και προσπαθούμε να ανασύρουμε ό,τι παλιό και συγκινητικό. Πάνω στο ψάξιμο βρήκαμε μια ποιητική σύνθεση του Βαγγέλη Παπαναστασίου, εκπαιδευτικού, που έζησε στη Θεσσαλονίκη και εξιστορεί την ερημιά του χωριού μας.

Το χωριό μου
Το χωριό μου που το λένε Μυγδαλιά στη Γορτυνία κι ήταν τόπος που ’χε κόσμο σα μελίσσι μιά φορά, σα δε έβγαινε, να πούμε, το ψωμί σε αφθονία, πλήθος νιοί και νιές τ’ αφήσαν γι’ άλλα μέρη παραπέρα.

Άλλοι πήγαν στην Αθήνα, άλλοι Πύργο και Ηλεία λίγοι Αίγιο και Άργος κι άλλες πόλεις του Μοριά, κι άλλοι ωκεανούς διαβήκαν γι’ Αμερική και Αυστραλία κι είναι πιά ξενιτεμένα της Ελλάδας μας παιδιά.

Το χωριό μου έχει μείνει έρημο σχεδόν και μόνο, με χορταριασμένες στράτες, δίχως κόσμο και παιδιά, πράμα πιά συνηθισμένο κάθε σπίτι ίδιο πόνο, να καπνίζει κάθε μέρα μ’ ένα γέρο και μιά γριά.

Τα χωράφια μένουν χέρσα. Ζώα έτσι έλειψε το γάλα, παν οι κότες και τ’ αυγά, μόνο τουλιγοστά και κείνα μιά επιταγή το μήνα, λίγα λάχανα του κήπου και οι συντάξειςσπιτιού μπερκέτι του ΟΓΑ.

Κι όμως βρίσκει τη χαρά του, όταν μπεί το καλοκαίρι, που καμπόσοι θα γυρίσουν απ’ την έρμη ξενιτιά, τότε πιά βουΐζει ο τόπος, γέλια και χαρές οι γέροι γλέντι αρχίζουν με κλαρίνα και χορός στην Παναγιά.

Και μερικά πειράγματα-ανέκδοτα

Στα ίδια πλαίσια καταχωρούμε και μερικά από τα πλούσια αποθέματα των πατριωτών μας σε ανέκδοτα και πειράγματα, που διαθέτουν πολύ έξυπνο χιούμορ.

1.- Λένε πώς το Δημητράκη Ροζή (Ματαρατσά) τον απατούσε η γυναίκα του. Πολλοί για να τον πειράξουν του λέγαν: Δημητράκη, η γυναίκα σου πάει με άλλους. Και κείνος απαντούσε “Ας πάει. Περισσότερες παώ εγώ σ’ αυτή κ’ άφοβα”.

2.- Κάποτε ο Τσιότσιολας είχε πάει με τον μακαρίτη τον Μαγγόγιαννη στο μήλο του σφυρί ν’ αλέσουν. Στο γυρισμό τους έπιασε βροχή, τόσο δυνατή που πλημμύρισε ο τόπος. Περνώντας τα γαϊδούρια τους φορτωμένα αλεύρι από μιά γράνα, γλύστρισαν και έπεσαν μέσα στο νερό. Τότε ο Τσιότσιολας αντί να βιαστεί να βγάλουν τα γαϊδούρια από το νερό, λέει στον Μαγγόγιαννη. “Κάτσε, ξάρφε να κάνουμε τσιγάρο πρώτα και μετά βλέπουμε”.

3.- Ο Τσιότσιολας, όπως ξέρουν πολλοί πατριώτες είναι αργός στις δουλειές του. Γι’ αυτό η γυναίκα του η Κατερίνη του φώναζε κάθε πρωί να σηκωθεί για δουλειά. Κάποια μέρα, λοιπόν, φωνάζοντας τον του λέει: Σήκω, Γιώργη να πάς για ξύλα. Δεν είδες τον Τέλαρο που πέρασε εδώ και μιά ώρα πηγαίνοντας στο χωράφι του; Και ο μπάρμπα- Γιώργης απαντά: “Και γιατί τηράς κατά του Τέλαρου, Κατερίνη, και δεν τηράς κατά του Μπόγια; (Ο Μπόγιας ήταν έτσι αργός όπως ο Τσιότσιολας).

4.- Κάποτε γινόταν ψηφοφορία στο μαγαζί του Θανάση του Γεωργιά για να δούν ποιός ήταν ο μεγαλύτερος ψεύτης του χωριού. Υποψήφιοι: Ο Θανάσης Γιωργιάς, ο Μήτρος και ο Τουρλόπανος, πράγμα το οποίο και έγινε. Μπήκε στο μαγαζί ο Παπίτσας. Και απευθυνόμενος ο Ζάρος σ’ αυτόν του λέει: “Ρε, που διάολο ήσουνα και έχασα την ψήφο μου;”.


ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ

Η πνευματική ζωή της Γλανιτσιάς

Η σελίδα αυτή, κολλημένη στη ζωή του Χωριού και του Γλανιτσιώτη, συμμετέχει σε στύλ Λιάσκοβας, για να θυμίζει στους παλιούς και να μαθαίνει στους νεόυς τις καταβολές μας. Με την έννοια αυτή γίνεται ενασχόληση με τα παλιά, μιας και για τα σύγχρονα διαβάζουμε τον ¨Αβαδαίο¨ και τον ¨Κουκολοφόρο¨. Έτσι ανασύραμε από τη μνήμη μας και καταγράφουμε στιγμιότυπα από την πνευματική ζωή του χωριού μας.

Η Κορκοσούρα

Η ¨Κορκοσούρα, όπως δανειζόμαστε πληροφορίες από το βιβλίο ¨Αναμνήσεις¨ του Θόικου Γιαννόπουλου, ήτανε μια σατιρική χειρόγραφη περιοδική εφημερίδα, που κυκλοφόρηρησε στο χωριό σε 2-3 φυλλα το 1926. Ο τίτλος της σημαίνει κουτσομπόλα. Ιδρυτής και ψυχή της ήταν ο δάσκαλος Βαγγέλης Παπαναστασίου, που την ¨τύπωνε¨ ολόκληρη με τα καλλιγραφικά γράμματά του, του ¨τύπου¨ όπως λέγανε. Όλα τα περιεχόμενα της Κορκοσούρας, κύριο άρθρο, ειδήσεις, σχόλια, σατιρικά κλπ. γράφονταν αποκλειστικά από τον Βάγγελη με απλούς βοηθούς το Θόικο και Ζιόγαλο. Το υλικό που μαζευότανε το ‘πλαθε ο αρχισυντάκτης Βαγγέλης και του ‘δινε την μορφή που ήθελε. Ήταν και μία καλή διασκέδαση για το χωριό και με κάποιες περιπέτειες, αφού ο Ζιόγαλος για κάποιο σκίτσο του, που ζωγράφισε πέντε γουρούνια και έγραψε από κάτω ¨το κοινοτικό συμβούλιο¨ συνεδριάζει, τιμωρήθηκε για συκοφαντική δυσφήμιση. Στα νεώτερα χρόνια γράφτηκε ότι η Κορκοσούρα εκδιδόταν από άλλους. Ιστορικό λάθος. Γι’ αυτό έγραφε ο Φλεβάρης, που ασχολιόταν με τη σάτιρα. ¨Και ο Φλεβάρης που ήταν …ο μάρτυς (μάρτυρας, γνώστης) είπε με φωνή μεγάλη πως την Κορκοσούρα μόνο ο Βαγγέλης έχει βγάλει¨.
Παράσταση της Γκόλφως

Το 1926 δόθηκε στο χωριό η θεατρική παράσταση ¨Γκόλφω¨ με ηθοποιούς Γλανιτσιώτες, σκηνοθέτη Γλανιτσιώτη, σκηνικά κλπ.όλα από τους ερασιτέχνες πατριώτες μας. Η παράσταση εκείνη πέτυχε απόλυτα, όχι σαν επίδειξη τέχνης - δεν είχαν τέτοια επιδίωξη – αλλά σαν ψυχαγωγία. Επαναλήφθηκε και το 1932. Στην παράσταση εκείνη το 1926 σκηνοθέτης ήταν ο Φλεβάρης και στους ανάλογους ρόλους ο Κ.Μπαρούνης, Μακρής, Φλεβάρης, Ντρούλιας, Χαϊδούλης στο ρόλο της Γκόλφως, Τζιμπάκος, στο ρόλο της Αστέρως και ο Θόικος στο ρόλο της Σταυρούλας, ενώ υποβολέας ήταν ο Μπάμπης Γιαννόπουλος με βοηθό τον Ζάρο.

¨Λιασκοβίτης¨
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΕΚΔΟΤΑ

ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ

Ο Χαρακτήρας του Γλανιτσιώτη

Δανειζόμαστε τίτλους και θέματα από τη «Λιάσκοβα», έτσι για να ζεστάνουμε το κλίμα, λίγο Γλανιτσιώτικα, μιας και τόσα χρόνια αποξενωθήκαμε. Εμείς οι παλιοί, παλιά γράφουμε. Μην βλέπετε τον «Αβαδαίο», που τα κάνει «μείγμα», με σύγχρονη έκδοση και ο «Κουκουλοφόρος», που δεν ξέρουμε ποιος είναι. Ξεκινάμε με θέματα από το βιβλίο του Θόδωρου (Θόικου) Γιαννόπουλου, ένα πνευματικό έργο που εκδόθηκε το 1987 και θα μείνει στην ιστορία της Γλανιτσιάς. Αρχίζουμε με θέμα τον χαρακτήρα του Γλανιτσιώτη.

Ο Γλανιτσιώτης σ`όλη του τη ζωή ζούσε μέσα στη φτώχεια και τη στέρηση. Δούλευε σκληρά, δέθηκε με το λιτό βίο κι έγινε οικονόμος. Τόσο οικονόμος, που μετρούσε και την τελευταία πεντάρα. Δεν επίτρεπε στον εαυτό του καμιά απλοχεριά και σπατάλη. Όλα έπρεπε να`ναι προμελετημένα κι όλα προγραμματισμένα.

Μετρημένος, συντηρητικός και οικονόμος ο Γλανιτσιώτης. Αλλά και φιλότιμος και φιλόξενος και κουβαρντάς και πολύ πολύ κοινωνικός. Τον κέρναγες; Θ`αντιγύριζε το κέρασμα. Ξενοχωρίτης πάλι έξω δεν έμενε, ας ήτανε και διακονιάρης. Οποιοσδήποτε πέρναγε από το χωριό θα`βρισκε καλόκαρδους, ανοιχτοχέρηδες και πρόσχαρους ανθρώπους που, πέρα από την περιποίηση στο μαγαζί, θα του προσφέρανε στέγη και τροφή στο σπίτι. Εκείνη τη λιτή τροφή, το σχέτο λάχανο, τη χυλοπίτα, τον τραχανά. Αλλά και τον περίφημο καγιανά, παστό χοιρινό δηλαδή με αυγά στο τηγάνι, αν υπήρχε. Με τον ξένο έπιανε εύκολα φιλία και κουμπαριά και τη διατηρούσε σ`ολόκληρη τη ζωή του. Είναι έξω από κάθε αμφισβήτηση το γεγονός ότι όποιος ξένος πέρασε από τη Γλανιτσιά έχει να λέει για τους φιλόξενους και θαυμάσιους ανθρώπους της.

Η φτώχεια, μόνιμος σύντροφος της ζωής, τον ανάγκασε πέρα από τη δουλειά να κλέβει για να ζήσει. Και να λέει ψέματα, για να ξεφεύγει τη δίωξη. Τον έκαμε όμως και πραχτικό και προνοητικό κι επινοητικό άνθρωπο. Σύμφωνα με το αρχαίο ρητό «πενία τέχνας κατεργάζεται» τον έκανε ικανό να καταπιάνεται μ`όλες τις πραχτικές δουλειές. Καθένας μπορούσε να χτίζει ξερόμαντρες∙ να μπαλώνει πρόχειρα τα παπούτσια του∙ να φτιάχνει τα γουρνοτσάρουχά του∙ να φτιάχνει τ`αλέτρια του∙ να καλιγώνει τα ζα του∙ να κουρεύει γιδοπρόβατα κι ανθρώπους.

Η ίδια φτώχεια κι ο διαρκής αγώνας για τη βιοπάλη και την εξοικονόμηση των αναγκαίων του ακονίσανε τη νόηση και την πραχτική νοημοσύνη για την εξεύρεση λύσεων που θα τον έβγαζαν από το οικονομικό αδιέξοδο. Τον προικίσανε μ`ένα ξάστερο μυαλό, που απόχτησε την ικανότητα να προσαρμόζεται εύκολα σε κάθε νέα κατάσταση∙ να βγάζει κι από τη μύγα ξίγκι∙ και να το ρίχνει στο γλέντι, στο αστείο και στο καλαμπούρι, για να γελάει και να διασκεδάζει. Έστω και για λίγη ώρα. Ήταν ο μόνος τρόπος αντίδρασης στη φτώχεια και τη στενοχώρια του. Έτσι ο Γλανιτσιώτης, ο φτωχός βιοπαλαιστής Γλανιτσιώτης, έγινε θυμόσοφος, καλαμπουρτζής, χιουμορίστας και γλεντζιές.

Ο παλιός Γλανιτσιώτης ήτανε – είπα – πολύ – πολύ κοινωνικός, είχε όμως και πάρα πολύ έντονα ατομιστικά συναισθήματα. Κοινωνικός και ατομιστής. Πείραζε κι ενοχλούσε. Δεν ήθελε όμως να τον πειράζουν και να τον ενοχλούν. Απόφευγε στη μεγάλη πλειονότητα του την αυτοδικία, κατάφευγε όμως συχνά στα δικαστήρια. Έγινε γκρινιάρης, εριστικός, πεισματάρης, εκδικητικός, μυστικοπαθής, φιλύποπτος, πονηρός, ζηλιάρης και αρκετά φθονερός.

Για το συγγενή όμως και το γείτονα. Ποτέ για τον παραπέρα και για τον ξένο. Ωστόσο – κι εδώ είναι η ανθρωπιά του -, αν ο συγγενής ή ο συγχωριανός παθαίνανε τίποτα, ξέχναγε θυμό και μίσος και προσφερότανε να τον βοηθήσει. Σε γάμο και γιορτάσι μπορεί να μην πήγαινε, σ`αρρώστια όμως ή σε θάνατο ήτανε πρώτος και καλύτερος μπροστά.

Ήθελε ακόμα ο Γλανιτσιώτης – και συνεχίζει να θέλει – ν`ανακατεύεται ενεργά στα κοινά και στην πολιτική. Του αρέσει η πρόοδος. Μόνο που νιώθει καλύτερα αν ο ίδιος είναι υποκινητής και συντελεστής της προόδου κι όχι άλλος. Γιατί στο βάθος είναι και φιλόπρωτος και αρχομάνης. Αυτή μάλιστα η φιλοπρωτία και η αρχομανία του τον κάνει συχνά μη συνεργάσιμο ως μέλος κάποιας ομάδας.

Με πολύ λίγη κρατική ενίσχυση, αλλά με πολλές δικές του χρηματικές εισφορές και με προσωπική εργασία κατόρθωσε να φτιάξει έργα που βελτιώσανε σημαντικά το βιοτικό και το πολιτιστικό επίπεδο. Κι αισθάνεται περήφανος γι`αυτά. Γιατί είναι και περήφανος.

Αυτός ήταν – κι είναι – ο Γλανιτσιώτης. Ένα κράμα από προτερήματα κι ελαττώματα. Από ψυχικές αντιθέσεις, αντινομίες και χάρες. Από γκρίνια κι από ανθρωπιά. Από μικρότητες κι από ψυχικό μεγαλείο.
ΚΑΙ ΕΝΑ ... «ΑΝΕΚΔΟΤΟ»

Κάποια χρονιά ο Φλεβάρης έσπερνε στην Κουκούλα με το γαμπρό του το Σούφη. Ο Φλεβάρης φόραγε τα γυαλιά του, έβανε το δισάκι στον ώμο, έριχνε σπόρο και όργωνε με το αλέτρι. Ο Σούφης από πίσω σκάλιζε. Εκεί που έριχνε το σπόρο μια μέρα, ο Σούφης τον παρατήρησε πως δεν τον έσπερνε καλά. Ο Φλεβάρης, έχοντας στο μεταξύ σκαρώσει στο μυαλό του το καλαμπούρι, λέει με ύφος αδιάφορο.

- Δεν βαριέσαι, Γιάννη, στραβός σπέρνει, Θεός βλογάει.
- Δεν το λεν`έτσι Αντώνη, τον κόβει ο Σούφης.
- Πως το λένε, κάνε;
- Μουρλός σπέρνει, Θεός βλογάει. Έτσι το λένε.
- Μα, αν το λένε έτσι Γιάννη, πάρε συ το δισάκι.

.

Δεν υπάρχουν σχόλια :