Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

ΒΡΟΥΣ Ο ΞΑΔΕΡΦΟΣ

Του ΒΑΓΓΕΛΗ Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Η γκρίνια έπεφτε σύννεφο στο καλύβι της Θοδώρας, από τ’ αδέρφια της τους δικούς της. Δεν βαριούνταν να την ορμηνεύουν να σταματήσει ν’ έχει στο μυαλό της κείνον τον ξυπόλητο τον φτωχό Γλανιτσιώτη. Τις έλεγαν υπάρχουν τσιοπαναραίοι με βιός, με πολλά στανοτόπια με σπίτι στο χωριό, ομορφόπαιδα να τις κάνουν προξενιό και αυτή δεν δεχόταν.
Τους έλεγε και αυτή τα δικά της και δεν έκανε πίσω. Ότι τις έλεγαν βούλωνε τα’ αυτιά της και απαντούσε όσο και να γκρινιάζετε εγώ θα παντρευτώ τον Ανάστο του Γαγάτσου τον γιό της Αρετής.
Το καλύβι του πατέρα της ήταν μακριά από το χωριό στον κάμπο αλλά κοντά στο κτήμα του Ανάστου. Σχεδόν κάθε ημέρα εύκολα τον αντάμωνε κρυφά .
Ξέφευγε το πρωί τάχα για δουλειές και εκεί στην ερημιά πέρα στο μαντρωμένο κτήμα του τον συναντούσε. Ο Ανάστος αλώνιζε με λίγα προβατάκια που είχε γύρω , γύρω από τα κτήματα και το καλύβι της και έριχνε από μακριά κλεφτές ματιές μπάς και τη δει να έρχεται προς το μέρος του. Όταν την συναντούσε τις έλεγε!
--Αχ Θοδώρα μου στο τέλος θα με τρελάνεις. Και εκείνη του απαντούσε!
--Στο χέρι μας είναι να κλεφτούμε, αφού οι δικοί μας δεν θέλουν αυτόν τον γάμο.
Τα δυο αδέλφια της μήνες τώρα λείπανε, ο ένας για ξενοδούλι και ο άλλος σπούδαζε ηλεκτρολόγος στην Τρίπολη. Τους γέρους κατάφερνε να τους ξεγελά και συχνά βρισκόταν στην αγκαλιά του Ανάστου της.
Όταν γύριζε στο καλύβι της με την τσεμπέρα στο κεφάλι της έκρυβε από τους δικούς της τα σημαδεμένα χείλη και το λαιμό της από τα φιλιά του Ανάστου.
--Θοδώρα μαζεύω λεφτά να μπορέσω τουλάχιστον να νοικιάσω το καλύβι του Μπανάρα για κανα χρόνο. Η μάνα μου μια καμαρούλα έχει όλο, όλο, δεν μας χωράει. Δεν έδειξε ότι και αυτή θέλει τον γάμο μας.
Κάθε δουλειά που του παρουσιάζονταν εργάτης στα χωράφια, χτίστης, περιβολάρης, την αναλάμβανε, αρκεί να έβλεπε την Θοδώρα.
Εκεί σ’ ένα απάγκιο μέρος με πανύψηλες πουρναρίσιες τούφες γύρω , γύρω ήταν το καλύβι που νοίκιασε.
Ένα απόγιομα σ’ ένα ερημοκλήσι στεφανώθηκαν και στην φτωχοκαμαρούλα του καλυβιού στέγασαν την αγάπη και τον ερωτά τους. Είχαν μαζί τους και τα λίγα προβατάκια που και αυτά λές και γνώριζαν την αγάπη τους , πότε, πότε αδιάκριτα παρακολουθούσαν τους νιόπαντρους να μπεζοβγαίνουν μέσα στο καλύβι. Οι γονείς της τα αδέλφια της ούτε που έδωσαν σημασία για την κόρη τους ειδικά όταν έμαθαν γα το γάμο της. Θα γλύτωναν και την προίκα τους.
Ο Ανάστος άφηνε την γυναίκα του με τα προβατάκια και αυτός με την τσάπα το σφυρί και το μυστρί, τράβαγε όπου τον καλούσε η δουλειά. Στεκόταν κολόνα κοντά της και αφού πέτυχε πρώτα να τη κατακτήσει και να γίνει γυναίκα του στην συνέχεια είχε άλλους στόχους. Ήθελε το δικό του σπιτικό το δικό του καλύβι να βάλουν το κεφάλι τους μέσα οι ίδιοι και τα κουτσούβελα που σιγά- σιγά θαρχόσανται.
Εκεί σε έναν λόφο ο πατέρας του, του είχε αφήσει ένα κομμάτι χωράφι κοντά στο δημόσιο δρόμο περιφραγμένο με ξερολιθιές και με μπόλικες πεζούλες μέσα. Εκεί θα έφτιαχναν το νοικοκυριό τους.
Γύρω ολοπράσινοι λόφοι με θαμνώδη βλάστηση και κάτω απλωνόταν ο Βαλτεσινιώτικος κάμπος με αμπέλια και καρπερά χτήματα. Στον λόφο έριζα στις μεγάλες βελανιδιές θ’ έχτιζαν το σπιτάκι τους.
Άρχισαν οι δυό τους τον ελεύθερο χρόνο να κουβαλούν διαλεγμένες πέτρες και τις σόρωναν κοντά στο σημείο που θα κτίζανε .
Ο χειμώνας έφευγε και σαν είχε καιρό πήγαινε ξεχορτάριαζε , ξελιθάριζε και πάστρευε τον τόπο, μέτραγε και χάραζε τα θεμέλια του σπιτιού, ενώ η Θοδώρα κουβάλαγε πέτρες και βόηθαγε σε ότι χρειαζόταν.
--Σταμάτα εσύ Θοδώρα, δεν είναι για σένα αυτές οι δουλειές, αυτές είναι αντρικιές δεν το καταλαβαίνεις τις έλεγε. Είναι βαριά δουλειά παράτα τα. Και εκείνη ξεχείλιζε απ χαρά και ευτυχία.
--Δεν μπορώ να σε βλέπω ν’ αγωνίζεσαι μόνος σου. Το σπίτι έχει πολύ δουλειά του έλεγε πρέπει να τελειώσει γρήγορα , να μην μας βρεί ο χειμώνας.
--Περιστέρα μου βασίσου σε μένα, στην δύναμή μου, στα χέρια μου και στην τέχνη μου.
--Ανάστο αγάπη μου άνθρωπέ μου, έρχεται και το παιδί, πρέπει να βιαστούμε.
Τα βράδια πλάι στην φωτιά που έκαιγαν τα κούτσουρα και χάμου στο αχυρένιο στρώμα προτού κοιμηθούνε κάνανε λογαριασμό. Πόσα υλικά έχουνε τι τους λείπει, πόσα λεφτά έχουν , πόση ξυλεία ,πόσα κεραμίδια , από πού θα πάρουν τον ασβέστη και πολλά άλλα που τους απασχολούσαν.
Από την ρεματιά κοντά στο πορί , ξεδιάλεξε και κοσκίνισε άμμο. Με μια γαϊδουρίτσα ένα –ένα φόρτωμα το κουβάλησαν μια αυτός μια η γυναίκα του και τον έβαλαν κοντά στα θεμέλια του σπιτιού τους. Από του Τζίνη το ρέμα ήταν ένα παλιό ασβεστοκάμηνο χώθηκε ούλος μέσα και έβγαλε ασβέστη τον έφερε και τον έβαλε σ’ έναν λάκκο με νερό για να σβήσει.
Μέσα στα ανοιγμένα θεμέλια έσφαξε ένα οψιμάρνι , δεν είχε κόκορα ο καψερός και ο Παπαπάνος αγιάζει τα θεμέλια. Ο Ανάστος κάνει πολλές φορές τον σταυρό του, γονατίζει σηκώνει τα χέρια του προς τον θεό και παρακαλεί για καλά στεριώματα του καλυβιού του.
Το ίδιο κάνει και η γυναίκα του και δυο τρείς Βαλτεσινιώτες συνοριάτες του κτήματός του που παρευρίσκοντο εκεί του εύχονται καλορίζικο το καλύβι τους.
Ο Ανάστος στρώθηκε στην δουλειά ακόμη και την Κυριακή δούλευε να προχωρήσει το χτίσιμο. Η Γυναίκα του κουβάλαγε λάσπη που είχε φτιάξει ο άνδρας της το πρωί και μικρές πέτρες και ζιόμπολα . Τις μεγάλες πέτρες τα αγκωνάρια τα έπαιρνε μόνος του με τα γερά μπράτσα , τους έδινε δυο τρείς σφυριές όπου χρειαζόταν και με σβελτάδα τις τοποθετούσε στον τοίχο.
Φύτρωσε ο τοίχος και ανέβαινε με γοργό ρυθμό από τα χαμηλά κλωνάρι των πουρναριών στα ψηλότερα και τα κλαδιά τους αγκάλιαζαν τα ντουβάρια. Χώρισε τα κουφώματα, πρώτα την μεγάλη πόρτα της εισόδου. Την έκανε ψηλή, όμορφη, χτισμένη με διαλεγμένες πελεκητές πέτρες και ύστερα χώρισε τα παράθυρα.
Έβαλε επάνω στα κουφώματα χοντρά δέντρινα πρέκια . Τα είχε αγορασμένα από παλιά οικοδομή που δούλευε παλιότερα.
Τελείωσαν τα ντουβάρια και με την Θοδώρα του έμπαιναν μέσα στο χτισμένο σπίτι , καμάρωναν τον κόπο τους και έβαζαν σχέδια που θα γίνει η καμαρούλα τους, που θα τους στεγάσει. Την καμαρούλα θα την υψώνανε πάνω από μέτρο για να χωράνε από κάτω τα λίγα προβατάκια τους και να έχουν άπλα.
Η Θοδώρα ήταν όλο χαρά και έκανε όνειρα μέσα στο ξεσκέπαστο σπίτι τους.
--Άνδρα μου εδώ θα βάλουμε το κρεβάτι μας, εκεί θα βάλουμε την κασέλα μας , σε κείνη την γωνία θα βάλουμε το τραπέζι, τώρα που δεν έχουμε καρέκλες και χωράει. Σε αυτόν τον τοίχο θα κρεμάσουμε τον καθρέφτη που αγοράσαμε από το πανηγύρι στα λεύκα και του έδειξε τον τοίχο. Το μπεσίκι του παιδιού θα το βάλουμε μακριά από το παράθυρο στην γωνία να μην σχηματίζεται ρεύμα. Ο Ανάστος συμφωνούσε σε όλα και κούναγε καταφατικά το κεφάλι του.
--Γυναίκα πρέπει να φτιάξουμε και κοτέτσι να έχουμε κοτούλες και φρέσκα αυγά , και μια αποθηκούλα να βάζω μέσα τα εργαλεία μου.
--Άντρα μου άμα το σκεπάσουμε και μπούνε τα κουφώματα θα μπούμε και εμείς μέσα. Μετά θα φτιάξουμε παγνί για την γαιδουρίτσα μας και το γουρούνι να μην είναι μέσα στο καλύβι και όλα θα πάνε καλά.
--Τα ζόρια από δω και πέρα είναι Θοδώρα. Τα υπόλοιπα δεν φτιάνονται με πέτρες που μαζέψαμε τζιάπα από τα πλάϊα του Θεού και φτάσαμε μέχρι εδώ.
Τώρα μας λείπουν τα μισά κουφώματα και η ξυλεία για την σκεπή. Θα χρειασθεί και μάστορας . Πρέπει να έχουμε ζωντανά φράγκα να πλερώνουμε.
--Εκείνα τα παράθυρα που σούταξαν από το παλιόσπιτο του Γρηγόρη τι έγιναν; Το γκρεμίσανε το σπίτι;
--Δεν κάνουν γυναίκα είναι μικρά και τα παράθυρα τα δικά μας, είναι μεγάλα να μπαίνει πολύ φως να σε βλέπω και να σε καμαρώνω. Για να μας τα δώσουνε θέλουνε να δουλέψω έξι ημέρες και τη δουλειά μας δεν θα την κάνουμε. Δεν ξέρω τι να κάνω!.
Ευτυχώς που είχα αγοράσει τα κεραμίδια του Καπερώνη όταν ξεκαινούργωσε το καλύβι του.
Σταμάτησαν τις δουλειές στο σπίτι τους και μόνο αργά το απόγευμα και την Κυριακή δούλευαν στο δικό τους. Ξενοδούλευε έπρεπε να έχει χρήματα να αγοράσει την ξυλεία της σκεπής και νά έχει λεφτά για την πληρωμή του μάστορα. Στο έμπα του Σεπτέμβρη αποφάσισαν να φτιάξουν την σκεπή.
--Γυναίκα τώρα δεν φοβάμαι πείρα τα χρειαζούμενα για το σκέπασμα. Βρήκα και τα υπόλοιπα παράθυρα που μας έλειπαν.
--Πως τα κατάφερες άντρα μου.
--Υπάρχουν καλοί και πονετικοί άνθρωπο στο Βαλτεσινίκο.
--Τι εννοείς Άντρα μου, δεν σε καταλαβαίνω!.
--Γυναίκα όλα, μου τα προμήθεψε αυτός ο καλόψυχος φίλος μας Ο Σταύρος ο Γαλάνης
--Το περίμενα είναι από τους καλύτερους ανθρώπους, όλοι τον εκτιμούν και τον αγαπούν για τις καλοσύνες του.
Άνδρα μου ένα μήνα έχουμε ακόμα, μετά πιάνει χειμώνας και εγώ θα γεννήσω ίσαμε που προλαβαίνουμε .
--Το ξέρω γυναίκα τα έχω προβλέψει όλα. Αύριο θάρθει ο μάστορας ο Πιαγκής να ξεκινήσουμε.
--Οι Πιαγκαίοι είναι καλοί άνθρωποι και καλοί μαστόροι. Είμαστε και μισοσυγγενείς η θειά μου η Κώσταινα και η μάνα του Πάνου του Πιαγκή είναι δεύτερα ξαδέρφια η τρίτα.
--Δηλαδή εμείς Θοδώρα τι τους έχουμε.
--Δεν ξέρω είναι μπερδεμένα τα πράγματα, πρέπει όμως να είμαστε συγγενείς.
Το πρωί με την γυναίκα του έφτασαν στο καλύβι. Εκείνη κράταγε με το ένα της χέρι μια τέσα φαί για το μεσημέρι και στον ώμο της κρεμόταν ένα τράϊστο με ψωμί και τυρί.
Ήρθε και ο μάστρο Πιαγκής με δυο τρείς άλλους καλημέρισαν και προσπάθησαν ν’ ανεβάσουν στην σκεπή το μεγάλο πατερό.
--Ανάστο ο τοίχος φεύγει προς τα έξω λίγο , τον βλέπεις;. Μην μας κάνει καμιά και κλοτσίσει και πάθουμε ζημιά!
--Από τον αέρα θα μετακινήθηκε δεν φαίνεται πολύ, δεν έχει τίποτα , έχω κάνει στέρεη δουλειά τον διαβεβαίωσε ο Ανάστος.
--Καλά Ανάστο ράμματα δεν είχες; Πως έχτισες όλο τούτο το θερίο και γέρνει!.
--Δεν είχα και κάποιον ειδικό κοντά μου να μου δείχνει πώς να βάλω τις πέτρες δικαιολογήθηκε. Ράμματα είχα δυο λογιών και του έδειξε τέσσερους προβαζούς δεμένους μεταξύ τους και ένα τρίμετρο παλούκι λίγο στραβό στην μέση που το είχε βγάλει από το κοντινό δάσος.
--Καλά Ανάστο πως έβλεπες ότι ο τοίχος είναι ίσιος επέμεινε ο Πιαγκής, γιατί είδε ότι και οι άλλοι τοίχοι είχαν κουσούρια. Ο ανατολικός τοίχος έγερνε ελαφρώς προς τα έξω, ο Δυτικός δεν είχε χτιστεί σε στέρεα θεμέλια . Στο τελείωμα του καλυβιού πάνω στον κορφιά μια γραμμή, σαν ράϊσμα , κατέβαινε από πάνω μέχρι κάτω τα θεμέλια.
--Πιαγκή έχτιζα και κάθε λίγο έσκυβα , έκλεινα το ένα μάτι κοίταγα προς τον τοίχο και έβλεπα ότι είναι ίσιος. Έβαζα και το παλούκι για ράμμα που και που. Ο τοίχος ίσιος ήτανε ,φαίνεται από τις πολλές βροχές και τον αέρα στράβωσε αλλιώς δεν έχει εξήγηση. Έτσι δικαιολογήθηκε ο Ανάστος στον Πιαγκή.
--Ανάστο πέρσι που σε είχα βοηθό, όλο για ράμματα σού μίλαγα αλλά εσύ φαίνεται είχες το μυαλό σου άλλου και εννοούσε την Θοδώρα.
Με την βοήθεια των τσοπαναραίων ανέβασαν το μεγάλο πατερό στην σκεπή το σταθεροποίησαν και άρχισαν να ανεβάζουν τα χοντρά ψαλίδια.
Ο Ανάστος πάνω από την σκεπή του καλυβιού του αγνάντευε και έβλεπε όλον τον κόσμο δικό του και έκανε όνειρα. Βγάζει από τον λαιμό του ένα μαντήλι που ήταν δεμένο για τον ιδρώτα το ανεμίζει στον αέρα και χαιρετά χαρούμενος την γυναικούλα του που ξανάφανε στο χωράφι.
Με τον Πιαγκή γκάπ γκούπ κόντευαν να τελειώσουν την αρμάτα όταν οι τοίχοι του καλυβιού άρχισαν να υποχωρούν και ο Ανάστος βρέθηκε τυλιγμένος με πέτρες, ψαλίδια και σοβάδες. Ο Πιαγκής ευτυχώς πρόλαβε και πήδησε από το καλύβι προτού γίνει γιαπί. Βοήθησε και τον Ανάστο που ήταν τραυματισμένος ν’ ελευθερωθεί.
Του Ανάστου το πρόσωπο σκλήρυνε και οι γροθιές του σφιχτές χτύπαγαν τον αέρα από τον θυμό του.
Γύρισε προς το καλύβι το φασκέλωσε δυο τρείς φορές , ξεστόμισε πεντέξι βλαστήμια και αναζήτησε την γυναίκα του. Έθαψε τα όνειρά του στο γιαπί . Δεν ήθελε καμία συζήτηση για το καλύβι και η σκέψη της συφοράς που τον βρήκε, του έφερνε αναστάτωση.
Το πρώτο παιδί γεννήθηκε στην μικρή καμαρούλα της μάνας του.
Έβαλε μυαλό από τότε, έμαθε από το πάθημά του την τέχνη του χτίστη, έχτισε καλύβι μεγάλο και ονομαστό στα παλιοκάλυβα, καλύβι στις Γούρνες, μεγάλωσε το σπίτι του στο χωριό. Έχτισε βρύσες στην πλατεία του χωριού, στο Μαίναλο.
Στο κοκολαγκάδι σμύλεψε την πέτρα και έκανε την Γλανιτσιώτικη μονοβύζα. Έχτισε μεσοτοίχια, φούρνους, αποθήκες, σπίτια , τοιχία στο κάτω νερό,….πύργους που κατοίκησαν αρχόντισσες.
Τα κτίσματά του διεσπαρμένα σε όλη την Πελοπόννησο δεν ξέρω αν υπάρχουν, ο Ανάστος πάντως υπάρχει στην καρδιά μας στο μυαλό μας στην μνήμη μας.

7 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Έλεγε ο μακαρίτης ο Φλεβάρης
Καλός μάστορας ο Ανάστος αν έχει και έναν άνθρωπο να τον ορμηνεύει
ΓΓ

ΚΟΥΚΟΣ είπε...

ΚΑΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ . ΚΑΛΟΤΑΤΟΣ

ΜΠΟΒΙΣΙΟΣ είπε...

Ο ΔΕ ΑΝΑΣΤΟΣ ΕΓΕΝΝΗΣΕ ΤΟ ΣΟΛΩΝΑ ΚΑΙ Ο ΑΒΑΔΑΙΟΣ ΤΟΝ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕ

Ανώνυμος είπε...

ρε να ακουγαμε την μπαντιναδα για τις ραχες ..........gerolykos

Ανώνυμος είπε...

Βρίσκω "πολυδιήγητον" τον έρωτα του Ανάστου.

Ανώνυμος είπε...

Κι εγώ τον βρίσκω "πολυδιήγητον", κατά τη "ρηση" της μάνας του.Την τέχνη του κτίστη.."ποίημα". Το πέρασμά του από την κοινωνία του χωριού μας: θετικό, έντονο και δισεύρετο!
Ο Βαγγέλης προσπάθησε να δώσει άνα μέρος της δράσης του εξαδέλφου του με το δικό του τρόπο.
Νομίζω πέτυχε αρκετά. Συνεχίζομε....

Ανώνυμος είπε...

Ο μακαρίυης μπαρμπα-Ανάστος ήταν φιλομειδής ,μαλακός και ευγενέστατος άνθρωπος κατά το πέρασμά του από τον εφήμερο ,επίγειο βίο του.Η αυλαία στο πανηγύρι της Παναγιάς μας έπεφτε πάντα με τον μπαρμπα -Ανάστο.Την τρίτη ημέρα του πανηγυριού ,όλοι οι παραπονούμενοι από τις " φίρμες "του δημοτικού τραγουδιού και η μαρίδα από κοντά την έβρισκαν με τους αυτοσχέδιους μουσικούς ήχους του κλαρίνου του συμπαθέστατου Ανάστου. Οργάνωναν την καθιερωμένη πορεία προς τις Ράχες ή Ψιλού ο Δήμος Τριάδης ,ο Σωτηράκης του Παπαπάνου και ο Γιάννης του Παπαμούζιτα κοι όλοι οι ξενύχτηδες,που δεν είχαν εκφραστεί από τα " επίσημα " μουσικά συγκροτήματα.Με τα πολλά ευτράπελα και χωρατά τα χαράματα έφτανε η ομάδα στις Ράχες και υπό τους ήχους του κλαρίνου του ξεφορτωνόταν την υπερβολική μπύρα ,που είχε καταναλώσει το βράδυ στο πανηγύρι.Εκεί ο Μπαρμπα -Ανάστος με ιώβεια υπομονή παίζοντας τους έλεγε κάθε τόσο:
-Κατουράτε ρε,αλλά ρίξτε και κάνα μπόμπι (δηλαδή λεφτό -χρήμα )στον καλλιτέχνη.
Η μάνα μου διηγόταν πως ο μπαρμπα-Ανάστος κάποτε μεταμφιεσμένος παρουσιάζεται στη μάνα του,
την Αρετή ,και ζητούσε πληροφορίες για τον ίδιο, πού μένει και άλλα διάφορα. Όμως η τεραπέρατη μάνα του ,τον γνώρισε ,παρά τα βαθιά της γεράματα και εύστοχα του λέει : Μουρλοτρελοφάμελο,θέση Καραμπούζιανου. Παλιάνθρωπε και Μπαντίσκο μου ποιον πας να κοροϊδέψεις ρε ,τη μάνα σου ; Κόκκαλο ο Ανάστος !!!
marpolx