Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011

ΠΑΛΙΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Του Βαγγέλη Κ. Χριστόπουλου
Για χρόνια στην σάλα, πάνω από το ξύλινο τραπεζάκι, ανάμεσα στις δυο μπαλκονόπορτες , ο τοίχος έμενε άδειος. Άδειος έμεινε και μετά που πέθανε ο Παππούς ,δεν υπήρχε φωτογραφία. Ρώτησα, άκουσα , έμαθα, τον φωτογράφισα. Ήταν ανάκοντος, σπιρτόζος, με καθαρό μυαλό, και μόνιμο χιούμορ. Πούλαγε, σιτάρι με το καρδάρι στους Λαγκαδινούς, [ένα καρδάρι , όλο, όλο είχε]. Πούλαγε στραβό γάιδαρο κι από τα δυο μάτια, και έλεγε δεν σώνονται οι κουτοί. Έσκαβε σε ξενοδούλι, και συγχρόνως με το αφεντικό του έκλεινε εμπορικές συμφωνίες για να ξεκουράζεται ,[γιατί δεν είχε τίποτε να πουλήσει]. Στην αγορά έβαζε τους χωριανούς στην σειρά ,για να τους πουλήσει αλάτι, και παρουσίαζε στα σακιά άχερα………… Μετά από πολλά χρόνια πού πέθανε η γιαγιά φρόντισα να κρεμάσω την φωτογραφία της στον τοίχο δίπλα στον καθρέφτη. Ήταν μια παράξενη φωτογραφία. Όταν πλησίαζα κοντά με κοίταγε με ένα ευχάριστο βλέμμα με σοβαρότητα, και όταν ακουμπούσα τα δάχτυλά μου επάνω της, μου φαίνονταν σαν να χαμογελούσε. Όταν την κοίταζα από τα πλάγια με τα σπινθηροβόλα άκακα μάτια της, μου μίλαγε, μου έλεγε, εδώ είμαι κοντά σου ,κοντά σας ,έχετε την ευχή μου. Ήταν απλή, υπερήφανη, λεβέντικη και πονεμένη γυναίκα. Φορούσε μαύρο μαντίλι στο κεφάλι , μακρύ φουστάνι και οι ώμοι της ήταν σκεπασμένοι με μια μπαλαρίνα. Τα μάγουλά της φακηδιασμένα και σκαμμένα απ ό βάσανα, από τον θάνατο του γιού της στην Μικρά Ασία.
Πέρασαν τα χρόνια και έχασα πρόωρα την μάννα . Μία φωτογραφία μόνιμα ομόρφαινε και φώτιζε το μεγάλο δωμάτιο. Όλοι όσοι την γνώριζαν και έβλεπαν την φωτογραφία της είχαν έναν καλό λόγο να ειπούν. Την αγαπούσαν και κρατούσαν την εικόνα της στην μνήμη τους. Για την μνήμη της έδειχναν και σε μας την αγάπη τους. Η μάνα σου τον χειμώνα εμάς τα παλιοπυργόπουλα, πάνω κάτω που πηγαινορχόμαστε, μας φώναζε να ζεσταθούμε στο τζάκι. Δεν είχε τίποτα άλλο η κακομοίρα, ήταν καλή.
Τι να σας πω είπε σε ομάδα ανθρώπων που με σύστησε στο διπλανό χωριό: Τούτος εδώ είχε μια καλή μάνα. Ήταν πολύ φτωχή, όμως όταν πήγαινες στο σπίτι της, χωρίς να φας να πιείς τίποτε, έφευγες πλούσιος και χορτάτος. Έλεγαν: συμπονούσε και αγαπούσε , τους γύρω της , και ασφαλώς έπρεπε να τις μοιάσετε, παιδιά της είστε . Η μητέρα ήταν μια έξοχη γυναίκα, με πολλές έγνοιες για τα παιδιά της, με ορμήνιες, με νοικοκυροσύνη. Με επηρέασε όσο τίποτε άλλο μέχρι τώρα και ως ενήλικα. Βλέποντας την παλιά φωτογραφία της μάνας ούτε έχει μεγαλώσει, ούτε έχει μικρύνει στην μνήμη μου, και ας έχουν περάσει πάνω από πενήντα χρόνια , που έφυγε, μόνο που μου λείπει.
Η εικόνα της θεια Τσατσαλένης βαθιά χαραγμένη στην μνήμη μου. Μου θυμίζει, ακόμη τα σημάδια στο κεφάλι μου, από τα χάδια της , ζωγραφιές στα μαγουλά μου, από τα χείλη της, γλυκά λόγια στα αυτιά και την ψυχή μου, από το στόμα της.
Στο σπίτι η αγαπημένη μου γωνιά ήταν με τις φωτογραφίες. Αργότερα έβαλα δίπλα και την φωτογραφία του θείου από την Αμερική. Καλοσυνάτος, χαρούμενος, θρήσκος ,φόραγε τα γυαλιά του και την ρεμπούπλα του. Είχε στείλει δέματα την εποχή της πίνας, γεμάτα ρουχισμό, παπούτσια φορέματα, παντελόνια. Ένας άνθρωπος μόνο για καλό.
Στον ίδιο τοίχο δίπλα στις παλιές φωτογραφίες σε μια κορνίζα μπήκε η φωτογραφία του Θείου. Ήταν όμορφος, κομψός, γαλανομάτης γεμάτος Νιάτα. Στεκόταν ακίνητος, με βλέμμα ξεκάθαρο, και πρόσωπο αστραφτερό , απέναντι στο απόσπασμα……………
Αργότερα μπήκαν στον τοίχο πολλές και διάφορες φωτογραφίες ,τα αδέλφια του πατέρα μου, αγαπημένα πρόσωπα, αγαπημένοι άνθρωποι, με τις γυναίκες τους τα παιδιά τους. Την φωτογραφία του πατέρα την έχω κρεμάσει σε δύο τρείς μεριές , στο σπίτι. Ο ίδιος δεν μου λείπει, Είναι κοντά μου, πάντα, μου μιλάει, με συμβουλεύει . Θα σου τσακίσω τα χέρια, έτσι μου είχε πει αν μάθω ότι δεν κάνεις θελήματα σε όποιον σου ζητήσει. Τον σέβομαι τον φοβάμαι, τον ακούω, θα συνεχίσω να κάνω θελήματα. Ας φώναζε, ας καμωνόταν πως ήταν σκληρός, ήταν περήφανος ,ήταν προστάτης, ήταν γενναίος ήταν γλυκός.
Φωτογραφίες με πρόζα με ομορφιά, με χάρη με νιότη, με λεβεντιά. Εκείνες οι παλιές φυλαγμένες φωτογραφίες είναι η περασμένη ζωή μας. Πόσες λαχτάρες, πόσες θύμισες, πόσες ευτυχισμένες ώρες πόσα φιλιά{της γιαγιάς, της μάνας του πατέρα της αδελφής του αδελφού]πόσα δάκρυα. Αναμνήσεις…….φωτογραφίες, μικρά παιδιά, ΜΕ αγαπημένα πρόσωπα σε γιορτές σε πανηγύρια σε γάμους σε τραπέζια, ΜΕ σχολεία δασκάλους συμμαθητές εκδρομές, ΜΕ τοπία χωράφια ,σπίτια, δέντρα ποτάμια βουνοκορφές, ΜΕ χαρούμενες και ευτυχισμένες στιγμές φωτογραφίες…………….. με αναμνήσεις πολλές.
Από μια φωτογραφία που έβλεπα : Μούρθε στο μυαλό το σφίξιμο του χεριού για τον αποχωρισμό του αδελφού που πήγαινε στα ξένα. Την αρχικά κρυστάλλινη φωνή του , το ψεύτικο χαμόγελό του, που δεν άντεξε ,και μετετράπη, σε αγκαλιά σε κλάμα, σε δάκρυ.
Θεέ μου αυτές οι φωτογραφίες, τυλιγμένες σε μια παλιά εφημερίδα να μην της διαβρώσει ο χρόνος. Τις ξετυλίγω αργά, αργά σε τακτά χρονικά διαστήματα και νοιώθω την ίδια συγκίνηση , όπως εδώ και πολλά χρόνια. Σήμερα έβγαλα από την τσέπη το πορτοφόλι μου, τράβηξα δύο κιτρινισμένες παλιές φωτογραφίες, τον θησαυρό μου την φωτογραφία μου την μάνα μου , και το χωριό μου.
B Girakas

5 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

ΒΑΛΕ ΚΑΜΜΙΑ ΔΥΝΑΤΗ ΚΑΙ ΓΙΑ ΜΑΣ

Ανώνυμος είπε...

δηλ?

Ανώνυμος είπε...

και αλλες και αλλες πιο πολλες.Μηπως ειναι μια καλη ευκαιρια να ανεβασουμε και οι υπολοιποι οτι φοτο εχουμε απο Γλανιτσια?
Δημητρης Χ (εγγονος Τσιριμογιαννη)

Ανώνυμος είπε...

ff

Ανώνυμος είπε...

θα το κάνουμε καί αυτό
μαζέψτε οσες μπορείτε
ο φωτορεπόρτερ ειναι ο Τάσος ο Σαθόπουλος
σε λίγες ημέρες θα δείτε τι καλή δουλειά εχει κάνει.