Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

Π Α Ν Τ Ο Π Ω Λ Ε Ι Ο Ν


Α Ν Τ Ω Ν Ι Ο Σ     Τ Ρ Ι Α Δ Η Σ
Του ΒΑΓΓΕΛΗ Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Ο μπάρμπα Αντώνης ήτανε o ανοιχτόκαρδος μπακάλης του χωριού μου, με το χαμόγελό του, τα αστεία του , τα καλαμπούρια του , τις ιστορίες του.
Τον θυμάμαι μεσόκοπο, ψηλό, γεροδεμένο με φαρδιές πλάτες , μελαψό πρόσωπο, μαύρα μαλλιά, με μικρό μουστάκι, πυκνά φρύδια, μεγάλη και φαρδιά μύτη με δυό ρυτίδες να αυλακώνουν το πρόσωπό του . Τα χέρια του μακριά με μεγάλες παλάμες και χοντρά δάχτυλα.
Καθισμένος σε μια καρέκλα στο χαμηλό τραπεζάκι του πάγκου ξεφυλλάει το χοντρό βιβλίο με τους πελάτες. Σταματάει σε ένα όνομα και κάνει λογαριασμούς. Τα γυαλιά του, από την πολύ χρήση, μόλις συγκρατούνται στο κάτω μέρος της χοντρής μύτης του και κάθε λίγο εστιάζει τους φακούς στα μάτια του για να μπορεί να κάνει υπολογισμούς.
--Ο Θύμιος πώς μου ξέφυγε και ανέβασε το χρέος!. Μουρμούρισε. Σκυφτός όπως είναι, τρίζει η πόρτα της εισόδου και εμφανίζεται η Γιώργαινα .
--Αντώνη, καλημέρα.
--Καλώς την. Στον ύπνο σου με είδες πρωί πρωί;

--Αντώνη, ο Γιώργης πήρε το ζευγάρι μπονώρα και πάει στην Σκοτίνα να οργώσει κείνο το παλιοχώραφο. Έχω βάλει λίγο μαγείρεμα στη φωτιά και κοντεύει να γίνει. Θα ακολουθήσω και εγώ για να βοηθήσω στο σκάλο.
--Μη χολοσκάς Γιώργαινα. Σκαλίσεις δεν σκαλίσεις ο τόπος χάλασε, στάλα νερό δεν βρέχει να γίνουν τα γεννήματα, ίσια που χάνουμε και τον σπόρο.
--Αντώνη, κάναμε καμία παράκληση στο Θεό; Δεν μας ακούει ο Θεός, είμαστε αμαρτωλοί , στην εκκλησία δεν πάει κανένας!.
--Πρόπερσι Γιώργαινα, στον Άγιο Κωνσταντίνο που κάναμε λιτανεία γονατιστοί τα δυο χωριά Γλανιτσιά και Κερπινή για να βρέξει, ίσα που μας πονέσανε τα γόνατά μας… Τι άλλο θέλεις να κάνουμε;
--Αντώνη, θέλω να μου δώσεις μιά ρέγγα αυγωμένη. Θα ‘χει και κανά δυο παλιοπυργήσιους σήμερα  να τον βοηθήσουν και θέλω να τους περιποιηθώ.
--Τι να σου ειπώ Γιώργαινα. Έχουν μείνει δυο- τρείς, διάλεξε όποια θέλεις. Έχω παραγγείλει στην Τρίπολη. Αύριο βράδυ, μπορεί να μου φέρει ο Πρίσκαλος. Πάρε αν θες απ’ αυτές... Και της δείχνει το κουτί με ένα λαδόχαρτο μέσα και από κάτω δυο τρείς ξερές και κοκκαλιάρικες ρέγγες!.
--Κατοχικές είναι Αντώνη; τις βλέπω πολύ αδύνατες. Στον καπνό τις είχες;
--Τι λες Γιώργαινα; Είναι οι καλύτερες ρέγγες , χωρίς λίπος. Θα μοσχοβολήσει ο τόπος με το ψήσιμο.
--Σε πιστεύω Αντώνη, ούτε οι γάτες δεν τις πλησιάζουν.
--Να σου ειπώ Γιώργαινα, Έχω και μια κάσα με παστές σαρδέλες. Εχθές τις άνοιξα. Πάρε απ’ αυτές. Με ξυδάκι και λαδάκι θα γλύφεις τα δάχτυλά σου….
--Καλημέρα Αντώνη, ακούγεται η γνώριμη φωνή του παπά... Χωρίς να κοιτάξει προς το μέρος του, ανταποδίδει τον χαιρετισμό.
--Πώς είσαι παπά; πώς πέρασες απόψε;
--Τι να σου ειπώ Αντώνη. Μια ανακαψήλα και μια καούρα μέπιασε απόψε στο στομάχι . Θα ήταν από αυτή την παλιορέγγα που έφαγα εψές.
--Γιώργαινα, εδώ είσαι;
--Να, Παπούλη, μ’ έστειλε ο Γιώργης να πάρω καμιά ρέγγα να την πάω στο χωράφι.
--Τον είδα πού πήγαινε πρωί-πρωί προς τη Μπαλιζού. Με τη ρέγγα θα χρειασθεί να πάρεις κανά δυο βαρέλες νερό μαζί σου.
--Το ‘χω υπ’ όψη μου Παπούλη. Την καούρα δεν θα την γλυτώσουνε ότι και να πάρω!
--Αντώνη, για λογάριασε πόσο κάνει αυτή η ρέγγα; Και βγάζει από τις δυο τσέπες της ποδιάς της τέσσερα αυγά και άλλα τρία αυγά τα έβγαλε από δυο τσέπες του φουστανιού της.
Ο Αντώνης παίρνει και βάζει την ρέγγα στο ένα μέρος της ζυγαριάς και στο άλλο δράμια. Ξανά προσθέτει δράμια μέχρι που η ζυγαριά έρχεται στα ίσια της.
--Τι λές ότι κάνει Γιώργαινα; κοντά τρεισήμιση δραχμές. Με τα αυγά είμαστε πάτσι.
--Καημένη Γιώργαινα, δεν σε είχα για χαζή, της λέει ο παππάς, που παρακολουθούσε την συναλλαγή, περισσότερο για να πειράξει τον Αντώνη--. Με τα αυγά θα πέρναγε ο Γιώργης δυο ημέρες και δεν θα χάλαγε και το στομάχι του.
--Καλά τα λές παππά , αλλά αυτή την οδηγία έχω. Αν δεν πάω την ρέγγα, θα έχω ντράβαλα.
--Τι είπες παππά της Γιώργαινας ! Τι μαγειρεύεις πίσω από την πλάτη μου; Οι άλλοι λες ότι έχουν το στομάχι τους χαλασμένο σαν το δικό σου;…
Στο μαγαζί μπαίνει ο μικρός Θανασάκης και απευθύνεται στον κυρ Αντώνη.
--Μπάρμπα, μου είπε ο πατέρας μου να μου δώσεις δέκα τσιγάρα Καρέλια .
--Σού ΄δωκε λεφτά παιδάκι μου, ο πατέρας σου; -- ρωτά το παιδί και με τα μάτια του ερευνά τα ημίγυμνα χεράκια του-- .
--Όχι μπάρμπα ,μου είπε το βράδυ θάρθει στο μαγαζί. -- Πάλε βερεσέ!...Μονολογεί μπροστά στο παιδί.., πού θα βγεί αυτό!.
--Δώστου παιδιού να φύγει. --Επεμβαίνει εκ νέου ο παππάς--, δεν τα χάνεις από τον Κώστα .
--Παππά, πολύ ντεβεκέλης είσαι. Δυο ημέρες να σ ‘ είχα εδώ, θα μου το διάλυες το μαγαζί.-- Κόβει ένα χαρτόνι από την κούτα με τα τσιγάρα και γράφει επάνω: «Κώστας δέκα τσιγάρα ένα φράγκο» και το βάζει μέσα στο συρτάρι του πάγκου. Είχε και άλλα χρέη . Στον παππά έχει κάνει καφέ με μπόλικο καϊμάκι και καθισμένοι σε δυό ψάθινες καρέκλες συζητούν .
--Δεν ξέρω Αντώνη, πώς τα καταφέρνεις και έρχονται στο μαγαζί σου όλοι οι παλιοπυργήσιοι!
--Το μυστικό, παππά, είναι ότι είμαι τίμιος και δεν τους καταπιέζω να πληρώσουν. Δίνω βερεσέ τα πράγματα και τα γράφω στο δεφτέρι .
-- Σίγουρα με το αζημίωτο --Του λέγει ο παππάς χαμογελώντας ειρωνικά-- !. Και με τα χρέη τους πώς τα πάς;
--Όταν μαθαίνω ότι πουλήσανε κανά γουρνόπλο ή κανά αρνοκάτσικο, δεν κάθουμαι με σταυρωμένα τα χέρια. Πηγαίνω στα καλύβια για αυγά και τομάρια και κάτι εισπράττω. Μαθαίνω ποιος γύρισε από το ξενοδούλι και όποιος παλιοπυργήσιος έρχεται στο μαγαζί, στέλνω χαιρετίσματα.
Οι παλιοπυργήσιοι καταλαβαίνουν, δεν είναι χαζοί και σιγά- σιγά μαζεύω το χρέος.
--Σε έχω ακούσει Αντώνη, να λές στους πελάτες σου ότι ο Λώλος περιμένει να του στείλεις λεφτά, διαφορετικά θα σου κόψει την πίστωση, είναι αλήθεια;
--Τι να ειπώ παππά, ο Λώλος και ο Ανθούλης μου δίνουν ούλο το μαγαζί τους. Εγώ όμως έτσι πρέπει να λέω στους πελάτες, για να μαζεύω λεφτά κα να κινείται το εμπόριο.
--Πουλάς καλά και φρέσκα πράγματα στον κόσμο, αν αφαιρέσεις το λάδι, που είναι βαρύ, τα τσαπελόσυκα που πολλές φορές είναι χαλασμένα και τις ρέγκες που έχουν βαριά μυρουδιά.
--Παππά, άντε βρέσε καλύτερα. Τα καλά και φρέσκα είναι ακριβά, ποιος θα τα αγοράσει; Όλοι φτωχοί είμαστε. Παππά, αυτή την δουλειά την κάνω από μικρό παιδί. Ξέρω ποια είναι καλά πράγματα, έμαθα ποιά είναι φρέσκα, πια μπαγιάτικα. Μύρισα, μέθυσα, πρώτα εγώ έφαγα σκάρτα πράγματα, προτού τα πουλήσω και έτσι έμαθα την δουλειά.
--Αντώνη, δεν σε είδα μια φορά να είσαι κακόκεφος με τους πελάτες , πάντα είσαι χαμογελαστός και δεν θυμώνεις μαζί τους.
--Παππά, αν δεν υποδεχτείς τον πελάτη με διαφέρον , με καλαμπούρι και δεν νοιώσει τα ράφια με τα εμπορεύματα δικά του, εύκολα τον χάνεις.
Το μαγαζί του μπάρμπα Αντώνη ήταν συγχρόνως καφενείο, μπακάλικο, κέντρο διασκέδασης. Ήταν τόπος συνάντησης των χωριανών και εδώ έπαιρναν αποφάσεις για οποιοδήποτε θέμα προσωπικό, κοινοτικό, κοινωνικό. Η επικοινωνία και η επαφή αποτελούσε την μεγαλύτερη ευχαρίστηση στους πατριώτες μας.
Οι μακρινές αλλά γλαφυρές ιστορίες, τα πειράγματα και τα καλαμπούρια που γίνονταν στα μαγαζιά μας αντηχούν ακόμη στα αυτιά μου.
Εδώ γινότανε καταγραφή του χαρακτήρα του κάθε ενός , του ξένου, του περαστικού. Συζητήσεις για τα ήθη τα έθιμα, τα προβλήματα, τις αναμνήσεις , τις αποφάσεις των έργων και τόσα άλλα. Πραγματικό σχολείο. Μα αλήθεια και αλήθεια μικρό παιδάκι , πόσες ιστορίες άκουσα --λαθραία λόγω ηλικίας-- στα μαγαζιά, για τα ταξίδια προς το ξενοδούλι, για την καλοσύνη ή την αδιαφορία των αφεντικών, για την περιποίηση που είχαν , για τις όμορφες πολιτείες και τα χωριά και τόσα άλλα πράγματα.
Κάθε Κυριακή πρωί, με το σχόλασμα της εκκλησίας, ο μπάρμπα Αντώνης έπρεπε να εξυπηρετήσει συγχρόνως τους πελάτες με τα είδη μπακαλικής ,με καφέδες , τσίπουρα και με κολιτσίνες.
Δεν έπρεπε να υστερεί στα καλαμπούρια και η συμμετοχή του ήταν απαραίτητη.
Στα ξύλινα ράφια υπήρχαν πολλά προϊόντα από τρόφιμα, ποτά και σιδερικά . Προϊόντα για όλες τις δουλειές και όλα τα επαγγέλματα. Στο κάτω μέρος σακούλες με όσπρια (φακές ντόπιες, φασόλια, χαρόνια) σιτάρι, αλεύρι, αλάτι. Πιο πέρα ντενεκέδες με πετρέλαιο, ποτάσα, τεπόζιτο με λάδι, ντραμουζάνες με τσίπουρο , κρασί…. Στα ράφια ανάκατα ήταν τοποθετημένα ρύζι, μακαρόνια, ζάχαρη, μυριστικά,, σαπούνι, κονσέρβες… Τα τσιγάρα είχαν την δική τους θέση. Στην δεξιά μεριά υπήρχε ναφθαλίνη, οινόπνευμα και πιο πέρα κρέμονταν τριχιές, καπίστρια,, πέταλα ,αλογόκαρφα. Στο πάνω μέρος πακέτα νήματα μπογιές , λουλάκι, χρώματα. Κάπου προς το κέντρο καρφίτσες, βελόνες, πιατικά, γυαλικά, λάμπες, λαμπόγιαλα . Πίσω από την καρέκλα του ξύλινου πάγκου τετράδια, μολύβια, γόμες και δυο γυάλες με πολύχρωμες καραμέλες και γλυφιτζούρια.
Κάθε γωνίτσα, κάθε σημείο στα ράφια είχε τον δικό του χρωματισμό, την δική του εμφάνιση, το δικό του εμπόρευμα. Πολλές φορές ανακατεμένα εμπορεύματα το ένα με το άλλο ανέδυαν κοκτέιλ από μυρουδιές .
Και τι δε εύρισκες στο μαγαζί !.

Από παπούτσια Μαρμπαλιά, βαγένια με κρασί και προ πάντων τον γελαστό, κεφάτο , πρόθυμο και εξυπηρετικό μπάρμπα Αντώνη.
Τα έπιπλά του μαγαζιού πεντε- έξι ξύλινα τραπέζια, τρία σκαμπό, ψάθινες καρέκλες, η ζυγαριά πάνω στον πάγκο με τα μέτρα: την οκά, την μισή, το κατοστάρι και το δεκάρι , έτοιμα για το ζύγισμα.
--Αντώνη, άνοιξες το βαγένι έμαθα! Δεν φέρνεις ένα κατρούτσο; είναι καλό το κρασί σου;
--Αντρέα, το δικό μου κρασί λίγοι το πίνουνε, είναι καλύτερο από πέρσι.
--Εσύ πάντα έφτιανες καλό κοκκινέλι, θα τόφτιαξες με συνταγή του οινέμπορου της Τρίπολης.
--Μπά! Φέτος ήταν γλυκός καιρός και γουρμάσανε καλά τα σταφύλια. Έχω καλό αμπέλι και βαγένια καλά από τον πατέρα μου και ξέρω να φτιάχνω καλό κρασί. Δεν ξέρω αν με φτάσει εφέτος.
. Σέρβιρε το κρασί και έσκυψε σε μια λινάτσα , πήρε ένα κρεμμύδι από μέσα , το στούμπισε και τόβαλε πάνω στο ξύλινο τραπεζάκι.
--Να ρε, το καλό κρασί θέλει καλό μεζέ. -- Είπε και χαμογέλασε. Ξέρει ότι σε λίγο θαρθούν στο τραπεζάκι δυο τρείς της παρέας και θα γίνει καλή κατανάλωση κρασιού.
--Ελαφρό βρίσκω το κρασί του, γέρο. Τι λές εσύ;
--Δεν αποκλείεται να το νέρωσε. Κάνει κάτι τέτοια, ποιος τον ελέγχει; Είπε ο τρίτος της παρέας.
--Γελάς γέρο ! Να του το ειπούμε και να τον τιμωρήσουμε, να μην ξαναρθούμε, να το καταλάβει.
--Το νεράκι είναι δώρο του θεού. --Παρατήρησε ο γέρος--. Απέ τα χούγια του δεν κόβονται ότι και να κάνουμε. Όλο τον κόσμο γελάει . Ευτυχώς που δεν κάνει ψευτοζυγίσματα και πανογραψίματα στα βερεσέδια….
Ο μπάρμπα Αντώνης το είχε σύστημα! Δυό φορές την εβδομάδα περιπλανιέται στους δρόμους και τα στενοσόκακα του χωριού και φωνάζει:
Αυγά, τομάρια αγοράζω…..αυγά, τομάρια αγοράζω!. Νάτος κατεβαίνει στην Καπεταίϊκη γειτονιά , κατευθύνεται στου Μπάντοδήμου το σπίτι.
--Μπάρμπα ε! μπάρμπα, αυγά έχω , δεν έρχεσαι προς τα δώ; Πλησίασε και με το δεξί του χέρι βοήθησε να κατεβεί το βαρύ κοφίνι από το αριστερό του χέρι, και το έβαλε σιγά-σιγά κατά γης να μην σπάσουν τα αυγά που είχε μέσα.
--Έχεις πολλά; Αν είναι από πρωτόγεννες πουλακίδες, θα είναι μικρά. Γιαυτό θα σου δώσω εννιά δεκάρες και πολλά είναι. Αυτά της είπε προτού να τον ρωτήσει για την τιμή.
--Μπάρμπα, τα κανονικά αυγά πόσο τα παίρνεις;
--Από τον Παλιόπυργο είναι;
--Ναι μπάρμπα, από πού ήθελες να είναι από την Αμαλιάδα;
--Σε ρωτάω γιατί ο παλιόπυργος είναι κατώμερο και λόγω ζέστης κλουβιαίνουνε εύκολα και δεν τα παραπαίρνω .
--Εγώ μπάρμπα, δεν θέλω λεφτά, ένα πακέτο νέμα θέλω να πάρω που με έλλειψε και μπογιές. Μου είπε και ο Γιάννης να του πάω και κεινού μια κούτα τσιγάρα Καρέλια .
--Τότε αλλάζει το πράμα . Τα αυγά θα στα πλερώσω μια και είκοσι το ζευγάρι. Σου έβαλα κάτι παραπάνω αλλά δεν πειράζει, πελάτισσα είσαι. Τι λές ότι βγάζουμε ; ίσαμε που σκοτωνόμαστε και χαλάμε τις σόλες των παπουτσιών μας.
--Μπάρμπα, οι μπογιές μήπως είναι ξεθυμασμένες;
--Τι λες τσιούπα μου; Έχω σκάρτο πράμα στο μαγαζί;. Εγώ ότι φέρνω είναι κεχριμπάρι.!
--Μπάρμπα, μου έδωσε ο Γιάννης ένα τομάρι ,τόχω κρεμάσει στην μυγδαλιά. Να το πάρεις κι αυτό.--Και του το δείχνει.
--Τσιούπα μου τι είναι αυτό ! από τι είναι; πρόβατο είναι ; γίδι είναι; γουρούνι είναι ;! πως το έχει κάνει έτσι ο Γιάννης; Το ένα του πόδι λείπει, ο λαιμός του είναι κομμένος, και από την κοιλιά του λείπει ένα κομμάτι!. Τι να το κάνω; Για μπελάς είναι!.
--Μπάρμπα, πάρτω και δώσε μου ότι θες να το ξεφορτωθώ. Πήρε από το κοφινάκι της δύο αυγά και τα κούναγε πέρα δώθε στ’ αυτιά του.
Τι τα κουνάς Μπάρμπα, λές ότι είναι κλούβια ;
__Θέλω να είμαι σίγουρος τσιούπα μου. Προχθές μου έδωσαν τον φόλο και είχα προβλήματα με τον έμπορά μου.
Ο μπάρμπας πήρε είκοσι ζευγάρια αυγά, το τομάρι και ζήτησε από την τσιούπα να περάσει από το μαγαζί. Δεν είχε ο πονηρός επάνω του λεφτά. Ήξερε τι έκανε!, Ο άνδρας της ήταν γραμμένος στο δεφτέρι για κάποιο χρέος και με τα νέματα, τις μπογιές και τα τσιγάρα που θάπαιρνε, θα δενότανε χειροπόδαρα.
Την άλλη ημέρα , με το μουλάρι καβάλα, κατέβηκε τα Σύμπαινα, την Καρέκη και ξανάφανε στον Παλιόπυργο . Ο ήχος του κουδουνιού πρόδιδε την άφιξή του στα καλύβια. Τον καλοδέχτηκαν και τον καρτερούσαν στις αυλές των καλυβιών.
--Μπάρμπα, μεθαύριο που θα ξανάρθεις, μπορείς να μου φέρεις μπογιά κόκκινη, να βάψω νέματα;
--Φωτούλα, πρέπει να ξέρω πόσες οκάδες είναι τα νέματα. Ανάλογα με το βάρος τους πάει η μπογιά.
--Τα νέματα μπάρμπα, είναι πεντέμιση οκάδες. Κανόνισε. Βάλε κανά δράμι παραπάνω για να είμαι σίγουρη ότι θα βάψουν καλά. Μπάρμπα, δεν σου είπα να περάσεις μέσα στο φτωχικό μου να φας μια μπουκιά ψωμί!.
-- Είναι πρωί ακόμη και θέλω να περάσω και από τα άλλα τα καλύβια μην βρώ κανα αυγό και κανα τομάρι.
Είχε να εκτελέσει και παραγγελίες. Σε άλλον έφερε αλάτι, σε άλλον τα περιζήτητα μακαρόνια « Στέλλα» ,πετρέλαιο ενώ τα μικρά παιδιά τα φίλευε με καραμέλες.
--Φωτούλα, έχε υπόψη σου, μεθαύριο θα μαζέψω μύγδαλα και είδα οι δικές σου στον κήπο να είναι γεμάτες .
-- Μπάρμπα, και από την μύγα ξύγκι βγάζεις!.
--Τι λές τσιούπα μου; Ίσα που ξεσπαλιαζόμαστε τζιάπα. Δεν βγάζουμε τίποτα. Η κούραση μας μένει…. Αλήθεια κανά κοτόπουλο καμιά κότα που γεννάει δεν έχεις;
--Μπάρμπα, πέντε έξι οκτώ κότες μου μείνανε. Μου τις έφαγε η αλεπού.
--Έλεγα αν μπορούσες να δινες καμιά κότα, θα κλείναμε και εκείνο το κατοχικό χρέος….
--Για τα κοτόπουλα καταλαβαίνω. Θα έχεις μουστερήδες να τα πάρουνε. Τις κότες που γεννάνε τι θα τις κάνεις,μπαρμπα-Αντώνη;
Φωτούλα, έχω ένα κτήμα κοντά στο χωριό, στις Ράχες. Θα τις απολύκω κειμέσα και σιγά σιγά θα φτιάξω ορνιθοτροφείο.. -- Ο μπαρμπα Αντώνης στην συνέχεια έφυγε για τα Κερπινιώτικα καλύβια και έτρεχε να προλάβει…..
--Μωρ΄ Φωτούλα, πώς τα είπες με τον Ντούσια . Του έδωκες αυγά; Κάτι σούλεγε για κατοχικό χρέος . Τι είναι ευτούνο πάλι;
--Ολόκληρη ιστορία Βασίλω μου. Τι να σου μολογήσω, δεν έχεις ακούσει τίποτα;
--Πέσμου να μάθω, δεν ξέρω τίποτα!.
--Μιας και επιμένεις, άκουσε για να μάθεις τι πανέξυπνος, τι τετραπέραντος και τι έμπορικό μυαλό έχει ο μπάρμπα Αντώνης. Όταν ξαναφάνανε οι Γερμανοί στην Στρέζοβα και ερχόσανται για το χωριό, χτύπησε την καμπάνα και κάλεσε το χωριό να πάρει όλα τα τρόφιμα. ΄Ηταν το πρώτο μαγαζί στην περιοχή! Τα ράφια και η αποθήκη του ήταν γεμάτα τρόφιμα και αλεύρια. Έτρεξε ο κόσμος σαν στραβός και έπαιρνε ότι εύρισκε μπροστά του . Τι καλόψυχος που ήταν ο κακομοίρης! μπράβο του!.—Έλεγαν όλοι τότε--
-- Εγώ Φωτούλα, δεν τον είχα για τέτοιον.
-- Εγώ το πίστευα Βασίλω μου, αλλά τα πράγματα ήσαν λίγο διαφορετικά. Προτού βγούν από το μαγαζί με τα τρόφιμα περνάγανε από ένα σαραβαλιασμένο τραπέζι που καθότανε ο ίδιος και έλεγχε τι είχε πάρει ο καθένας . Με την ζυγαριά ζύγιζε και σε ένα δεφτέρι έγγραφε τι έπαιρνε ο καθένας, πόσες οκάδες , πόσα πακέτα τρόφιμα , πόσα φακελάκια……
Τότε είχε πάρει και ο πατέρας μου τρόφιμα και για να τον πιστέψω μου έδειξε το δεφτέρι με το όνομά του. Από κει είναι και το κατοχικό χρέος μου.
Λεφτά τότε δεν επήρε και τους λογαριασμούς, πόσα χρωστάει ο καθένας, τους έκανε όταν έφυγαν οι Γερμανοί από την Ελλάδα. Έβαλε και τόκους και πανωτόκια και άρχισε να εισπράττει το χρέος.
--Καλά τότε που έδινε τα προϊόντα του δεν φοβότανε μήπως τα χάσει! Πως είχε εμπιστοσύνη στον κόσμο;
--Εδώ είναι που λέμε: εμπορικό μυαλό!. Τα εμπορεύματα έτσι κι αλλοιώς χαμένα θα ήταν από τους Γερμανούς . Θα τάπαιρναν και δεν θάδιναν λογαριασμό σε κανέναν.
--Τώρα κατάλαβα… --Λέγει η Βασίλω--.
Αργά το απόγευμα μπαίνει στο μαγαζί ο Αντρέας. Ο Αντώνης σχεδόν αδιάφορος και βαρύς, κάθεται νωχελικά με απλωμένα τα πόδια του πάνω σε μια καρέκλα να στεγνώσουν τα πατζάκια του παντελονιού του.
__Αει στο διάολο για λάσπες. Ξεφώνησε.
__Τι έπαθες Αντώνη και τάχεις με το διάολο;
__Δεν βλέπεις Αντρέα , εκεί που ερχόμουνα γέμισε το παντελόνι μου μέχρι το γόνατο λάσπη. . Άλλαξε χρώμα.
__Καλύτερα Αντώνη δεν φαίνονται και τα μπαλώματα. Μην στενοχωριέσαι όμως εμείς δεν σε παρεξηγάμε. Δεν είμαστε τουρίστες ούτε την πελατεία χάνεις.
--Αντώνη, δεν σε βλέπω καλά, κουρασμένος φαίνεσαι. Και έλεγα να παίξουμε κανά τσιγαροουζολούκουμο να περάσει η ώρα.
--Αντρέα, ούλες τις βολές καλά λες ότι είμαι; Μόλις μπήκα μέσα. Από το πρωί λείπω και με πονάνε τα πόδια από την κούραση!.
--Που ήσουνα Αντώνη;
--Για τομάρια Αντρέα, στον Παλιόπυργο και στα Κερπινιώτικα καλύβια. Αλλά τζιάπα συριάναγα τον κατήφορο με το μουλάρι και ξεσπαλιάστικα! Με γελάσανε!.
--Ποιος σε γέλασε, Αντώνη;
--Οι Κερπινιώτες.. Ποιος άλλος!. Πέρασε ο Παλιοπλιάκας εχθές και τα μάζεψε. Πρίν μια βδομάδα τα τομάρια τα είχανε τάξει σε μένα .Αλλά ούτε κι αυγά βρήκα!.
-Μην στενοχωριέσαι, Αντώνη, και αυτός δικός μας είναι…..

Έκλαιγε απόψε και σταματημό δεν είχε!
__Τι έχει γυναίκα που δεν μορώνει; Έφαγε το παιδί; Το τάϊσες; Αυτά της είπε ανήσυχος όσο άκουγε το τρανταχτό κλάμα του. Εκείνη τον κοίταξε με τα βασανισμένα βαθουλωτά μάτια της.
__Άντρα μου, του έδωσα λίγο χαμομήλι με ζάχαρη, συμπλήρωμα στο λιγοστό γάλα μου.Φαίνεται όμως ότι δεν χόρτασε.
__Έμεινα γυναίκα χωρίς δουλειά. Τι να κάνω; ζητάω δουλειά από δω δουλειά από κεί, δεν υπάρχει τίποτε.
__Πήγαινε παρακάλεσέ τον. Δεν μπορεί να μη δώσει γάλα για το παιδί. Πες του ότι η γίδα έχει μπινιάρια, θα τσαπώσουνε λίγο και θα τα πουλήσουμε, να πάρει τα λεφτά του.
__Γυναίκα, το είπε ξεκάθαρα ο Αντώνης. Ανέβηκαν τα βερεσέδια μας. Άμα ανέβουν δεν δίνει γάλα ούτε για τα μωρά.
__Κάτσε Κώστα, να προσέχεις το παιδί. Θα πάω εγώ να του ζητήσω. Θα ρίξω τα μούτρα μου.
__Δεν πιστεύω γυναίκα, να σου δώσει. Θα σου ειπεί να εξοφλήσεις πρώτα τα παλιά.
Έτσι πήρε την απόφαση η κυρά Κώσταινα να πάει στο μαγαζί του.
Δεν ήταν σκληρός και άπονος ο μπακάλης μας, ο κυρ Αντώνης. Είχε περάσει φτώχια και ορφάνια και ήξερε από αυτά. Αργά εκείνο το βράδυ, είχε μείνει μόνος από πελατεία. Ετοιμαζόταν να βάλει το μάνταλο στην δυτική πόρτα και τις σιδεριές για να πάει στο σπίτι του, να ξεκουραστεί στο κρεβάτι του από την κούραση της ημέρας.
Δειλά δειλά μπήκε στο μαγαζί του η κυρά Κώσταινα. Ο κυρ Αντώνης χασμουρήθηκε και προτού ειπεί καλησπέρα, στην καλησπέρα της, έβαλε κούπα το χέρι του στο στόμα.
Όταν έκλεισε το στόμα του την καλησπέρισε, την κοίταξε στα μάτια και περίμενε την εντολή της.
__Μπάρμπα Αντώνη έχω το παιδί μου άρρωστο και κλαίει συνέχεια.
__Εγώ τι να σου κάνω; της είπε. Μήπως Κώσταινα πεινάει το παιδί και γι’ αυτό κλαίει;
__Κι έτσι να είναι μπάρμπα, δεν έχω γάλα να το ταϊσω και θα μου πεθάνει το παιδί από την πείνα.
__Κώσταινα, μου τελείωσε το γάλα. Δεν ξέρω στο σπίτι αν είναι κανένα κουτί. Θα κοιτάξω. Αύριο θα σου ειπώ. Τον κοίταξε λυπημένα, και πριν τον καληνυχτίσει για να φύγει, του είπε.
__Ότι μπορείς κάνε, πρωτού είναι αργά!.
Εκείνος, φεύγοντας η κυρά Κώσταινα από το μαγαζί του, μπήκε στη μικρή αποθηκούλα, που ήταν στο πίσω μέρος του μαγαζιού του. Πήρε τρία κουτιά γάλα, τα έπαιξε σαν παιδιάστικο παιγνίδι στα χέρια του, έκλεισε το μαγαζί και με γρήγορα βήματα κατευθύνθηκε στο φτωχικό σπιτάκι της Κώσταινας.
__Θα το ’χω κρίμα στο λαιμό μου, αν πάθει τίποτε τα παιδί, μονολόγησε και με τα πόδια του πήρε μπροσταριά δυό τρείς πέτρες σπαρμένες στο δρόμο.
Από μια χαραμάδα της ξύλινης πόρτας είδε μέσα που τρεμόσβυνε λίγο φώς. Χτύπησε την πόρτα και μια γυναικεία φωνή ακούστηκε.
__Εμπρός . Ποιος είναι; Στο βάθος ακουγόταν το γοερό κλάμα του παιδιού.
__Εγώ είμαι Κώσταινα, ο Μπάρμπα Αντώνης. Άνοιξε. Ήφερα το θέλημα, της είπε. Κείνη πρόβαλε στην πόρτα και της έδωσε τα τρία κουτιά γάλα στα χέρια της. Ένα τρέμουλο έπιασε την Κώσταινα, δέθηκε η γλώσσα της μπροστά στο μεγάλο καλό. Δεν ήξερε πώς να τον ευχαριστήσει.
__Μπάρμπα, σ΄όλη μου την ζωή θα θυμάμαι την καλοσύνη σου!. Ο Θεός να σε έχει καλά.
__Σώπα Κώσταινα, δεν είναι τίποτα. Όταν θα μεγαλώσει ο γυιός σου, θα μου το πλερώσει το χρέος, μην στενοχωριέσαι.
Αυτά της είπε , άνοιξε τις ποδάρες του κι έφυγε ευτυχισμένος για ό,τι έκανε.
Ποιος δεν θυμάται τον μεσολαβητικό ρόλο του μπάρμπα Αντώνη στους καβγάδες; Τον Μπάγκο του στα πανηγύρια του Αγιωργιού και Αγιοθόδωρου, με τα ζαχαράτα, τα ξερολούκουμα, τις καραμέλες, τα στραγάλια ,το ούζο, και το κρασί;………..
Ποιος δεν θυμάται το γλυκό χαμόγελό του, την φιλική και ζεστή ματιά του, την καλοσύνη του, που μοίραζε απλόχερα σε μικρούς και μεγάλους, την απλότητα και εργατικότητά του!...


13 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Αι στο ...καλό η στάλα σου....

Ανώνυμος είπε...

Ας το γράψουμε όλο και σωστά ,αν και εγώ έχω ξανά γράψει ότι στερούμαι του ταλέντου των αναμεταδόσεων είτε γραπτά είτε προφορικά αυτών των περιστατικών
Μου άρεσε όμως εξαιρετικά από αφήγηση που έκανε ο Μπάμπης ο δάσκαλος και το διακυνδινεύω
Είχαν πάει Γλανιτσιώτες και Κερπινιώτες για λιτανεία λόγο ανομβρίας εκείνης της χρονιάς. Τα σπαρτά κινδύνευαν να ξεραθούν Δεν θυμάμαι την τοποθεσία. ,Έχει όμως κι αυτή την σημασία της για την εικόνα που θα σκηνοθετήσουμε στο μυαλό μας.
Είχαν μαζί τους φυσικά και τον παπά .
Γονάτισαν στα χαλίκια και στις πέτρες και άρχισαν όλοι μαζί τις προσευχές.
Ο μπάρμπα-Αντώνης ο Ντούσιας κουράστηκε γονατισμένος τόση ώρα γονατισμένος στα χαλίκια.
Κάποια στιγμή σηκώνεται απογοητευμένος και αγανακτισμένος και μονολογεί δυνατά: Αη στο διάβολο η στάλα σου. Εγώ βρέξει δεν βρέξει μια σκούφα γέννημα θα βγάλω
Νις

Ανώνυμος είπε...

prepei na htan sta ampelia!!!

κουκος είπε...

νις ημουν μπροστα στον αγιο Κωνσταντινο της κερπινης εγινε η κοινη λιτανεια ττων κερπινιωτων με τους γλανιτσιωτες,δεν θυμαμαι μονο αν ητανε και οι δυο παπαδες και το ακουσα με τ αυτια μου!

Ανώνυμος είπε...

Δηλ κούκε σταυροκοπιόσουνα και εσύ
Νις

Ανώνυμος είπε...

Μπάρμπα-Αντωνη τι γράφει η εφημερίδα ? τον ρωτούσαν στο μαγαζί του οι γυναίκες,όταν τον έβλεπαν και κρατούσε την εφημερίδα, ενω δεν ήξερε να διαβαζει.
- Ντι να γράμπψει? ...ντα ίδια και ντα ίδια
Νις

Ανώνυμος είπε...

Κάνοντας εμπόριο και στα γύρω χωριά,ο μπαρμπα-Αντώνης γύριζε Κιάρνη,Μπουλιάρι, Στρέζοβα κ.λ.π.μαζεύοντας τομάρια κυρίως Μεγάλη Παρασκευή-Μεγάλο Σάββατο,τότε που οι τσιοπαναραΐοι έσφζαν τον λαμπριάτη και όχι μόνο και φορτώνοντάς τα στο μουλάρι γύριζε στο χωριό.
Πάντα είχε την αίσθηση ότι αυτός έκανε γενικό κουμάντο στην εμπορική κίνηση της περιοχής εξ΄ου και η παροιμοιώδης έκφρασή του ΓΟΡΤΥΝΙΟΣ ΔΕ ΚΙΝΕΙΤΑΙ.
IBas

Ανώνυμος είπε...

Ο βίος και η πολιτεία του Μπαρμπα Αντώνη αποδείχνει ότι ήταν ένας "χαλκέντερος" άνθρωπος. Χωρίς ουσιαστική βοήθεια, σχεδόν μόνος του, σε πολύ χαλεπούς καιρούς, πρόφθαινε τα πάντα.
Η εντιμότητά του καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι,ενώ διέθετε ένα πλήρες "Σούπερ Μάρκετ" της εποχής εκείνης,για πολλά χρόνια, τελικά δε φάνηκαν πολύ τα "καζάντια του"
Αγαθή η μνήμη του.

Ανώνυμος είπε...

Τον θυμάμαι για το μπόι του.Ήταν δυο μέτρα άντρας,δωρικός και ντόμπρος και μπεσαλής, και για τη βραχνή ,μπάσα φωνή του,λόγω των γηρατειών.Όλο το χειμώνα διπλάρωνε με τα μακριά ποδάρια του τη χαμηλή μαντεμένια ξυλόσομπά του ,για να ζεσταίνεταιστο μαγαζί του , στο ισόγειο του Βλασόπανου και να σπάζει καρύδια και μύγδαλα και με τα τσόφλια να τη συντηρεί ζεστή ,αναμένοντας τους πελάτες του καλόκαρδα. Την ψύχα την εμπορευόταν σε μεγαλέμπορους της εποχής του στην Τρίπολη και στο Λεβίδι.
marpolix

Ανώνυμος είπε...

Δε μπορώ ,θα μπω στον πειρασμό για να σας εξομολογηθώ μια μικροαπάτη της μακαρίτισσας μάνας μου ,Τζιουκολένης με τον αείμνηστο μπάρμπα- Αντώνη ,το Ντούσια. Ήταν το 1966 ,όταν εγώ με τον αδελφό μου το Θανάση ήμασταν μαθητές στο ιστορικό Γυμνάσιο Λαγκαδίων.Μπαίνοντας ο Οκτώβρης συνηθίζαμε τα απογεύματα να τριγυρνούμε στις ρεματιές και στο Λαγκαδινό ρέμα και να μαζεύουμε τα πεσμένα απ΄το φθινοπωρινό αέρα καρύδια.Αφού γεμίζαμε τις τσιέπες μας επιστρέφαμε στο νοικιασμένο δωμάτιό μας και στομώναμε έτσιτη λιγούρα μας ,σπάζοντας και τρώγοντας καρύδια. Όσα καρύδια περίσσευαν τα συγκεντρώναμε σε δύο χάρτινα γαλοκούτια .Σε λίγο διάστημα είχαμε μαζέψει καμιά τριανταριά οκάδες καρύδια. Η μάνα μας τα φόρτωσε στο μουλάρι μας και τα έφερε στο χωριό και τα έλιασε στο μπαλκόνι μας έχοντας σκοπό να τα πωλήσει στο έμπορα Ντούσια ,που ασχολιόταν και με το εμπόριο ξηρών καρπών ,( μύγδαλα και καρύδια ).Ο μπαρπα -Αντώνης στη συνέχεια όλο το χειμώνα τα έσπαγε και συγκέντρωνε την ψίχα τους και τη μοσχοπωλούσε σε μεγαλέμπορους της Τρίπολης. Μα τα λαγκαδινά καρύδια μειονεκτούσαν τόσο στην εμφάνιση όσο και στο περιεχόμενό τους: άλλα ήταν ξεροκάρυδα,άλλα κοκκαλιάρικα ,άλλα ατροφικά( με λίγη ψίχα -καρπό ) σε αντίθεση με τα καρύδια απ' το περιβόλι μας στα Σελά ,που ήταν λεπτόφλουδα και ψωμωμένα και εμπορεύσιμα. Σκαρφίστηκε να αναμείξει τα σκάρτα λαγκαδινά με τα καλά γλανιτσιώτικα και να τα πασάρει στον Ντούσια και έθεσε σε εφαρμογή το παράτολμο σχέδιό της. Παίρνει ένα πλατύ σακκί και στον πάτο του ρίχνει κάπου τρεις οκάδες τροφαντά καρύδια απ' τα Σελά.Στη συνέχεια συνεχίζει να γεμίζει το σακκί με τα λαγκαδινά καρύδια και το απογιόμισε πάλι με καρύδια απ'τα Σελά . Τα ζαλώθηκε και τα πήγε στο μαγαζί του Ντούσια .-Καλημέρα Αντώνη ,σου΄φερα λίγα καρύδια απ΄τα Σελά ,είναι ένα κι ένα διαλεγμένα.- Αυτό θα ντο ντούμε της είπε και λύνοντας το σχοινί του σακκιού έχωσε το χέρι του και πήρε ένα καρύδι .Το έσπασε και αφαίρεσε την ψίχα και τη δοκίμασε στο στόμα του.Έβγαλε ένα παρατεταμένο ναιιιι κιαπ΄το μορφασμό του η μάνα μου κατάλαβε πως ικανοποιήθηκε . Σήκωσε το σακκί ,το έβαλε στη ζυγαριά το ζύγισε και στη συνέχεια το άδειασε σε μια μεγάλη κενή βούτα ,που έβαζε αλεύρι.Ξαναπήρε ένα καρύδι( προερχόταν τώρα απ' τον πάτο του δικού μας σακκιού ) το έσπασε και το δοκίμασε στο στόμα και της λέει.Αυτά είναι καρύδια για τον έμπορα ,τα΄χουν τα λεφτά τους!! Τα βρήκε όλα εντάξει και σύμφωνα με τις προδιαγραφές του προϊόντος . Ύστερα έκανε το λογαριασμό στο άψε-σβήσε και πλήρωσε τη μάνα μου βγάζοντας την απ' τη δύσκολη θέση που είχε περιέλθει.Δεν κατάλαβε τη μικροαπάτη , που του είχε πολύ μελετημένα στήσει.Δε ξέρω τη συνέχεια,
αλλά την υποψιάζομαι,όταν έσπαζε ένα ένα τα καρύδια .Πόσες βλαστήμιες και βρισιές να της είπε.Πάντως η μάνα μου μας αντάμειψε δεόντως αγοράζοντας με τα χρήματα που πήρε απ' τον Κάππο ντρίλινα παντελόνια να τα φορέσουμε και να ξεχειμωνιάσουμε.'Ήταν μάλιστα και υπερήφανη που ξεγέλασε ποιον το Ντούσια ,που δε βρέθηκε άνθρωπος να τον γελάσει με σκάρτο εμπόρευμα .
Θεός συγχωρές τους.
marpolix

Ανώνυμος είπε...

χαχαχαχα καλο μαρινη.....αλλα μην μου πεις οτι του ξαναπουλησε τιποτα.....gerolykos

Ανώνυμος είπε...

ουετ απ εξω απο το μαγαζι θα ξανα -περασε

Ανώνυμος είπε...

KALOS O NTOYSIAS ERGATIKOS KAI XRHSIMOS GIA TO XWRIO.
PERIMENOYME THN SYNEXEIA