Παρασκευή, 13 Μαΐου 2011

Ο ΝΙΟΝΙΟΣ

Του ΒΑΓΓΕΛΗ Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Πώς εμφανίστηκε στο χωριό, κανένας δεν ξέρει. Ήταν Σεπτέμβριος του 195….Κάτω από ένα τουφωτό πουρνάρι είχε στήσει την σκηνή του. Μέσα ήταν η γυναίκα του και τα δύο μικρά παιδιά του. Ο Πέτρος, μέχρι επτά χρόνων και η δεκατριάχρονη Φετήν .
Ο κυρ Ντίνος, τσοπάνης , γύριζε με τα προβατάκια του στα καταράχια στις Κάτω Ράχες. Στον μεγάλο πρίνο στην λάκα είδε μια σκηνή και καπνός ανέβαινε στον ουρανό.
Πλησίασε με προφύλαξη όσο γινόταν και προτού φτάσει έξω από την σκηνή ξερόβηξε . Ένα μελαψό πρόσωπο έκανε δειλά-δειλά την εμφάνισή του και στην συνέχεια ένα σκελετωμένο και κακοντυμένο ανθρωπάκι, παρουσιάστηκε.
Τα παπούτσια του ξεθωριασμένα με βγαλμένα έξω τα μελανιασμένα δάχτυλα του δεξιού του ποδιού.
Χαιρέτησε με ελαφρό κούνημα του κεφαλιού του και περίμενε διστακτικά τον κυρ Ντίνο να ανοίξει την συζήτηση. Ο ουρανός κατάμαυρος και σύννεφα μελανά πηγαινοέρχονταν και φοβέριζαν με τα μπουμπουνητά τους να γκρεμίσουν τον θόλο τ’ ουρανού.
Ο κυρ Ντίνος του χαμογέλασε και τον χαιρέτισε.
--Γειά σου κουμπάρε, από πού μας ήρθες; Θα κάτσεις πολύ καιρό εδώ;
--Από μακριά ήρθα.-- απάντησε αόριστα ο γύφτος-- και άμα περάσουν οι βροχές θα φύγω. Το χωριό που φαίνεται πιο είναι ;--Ρώτησε με αδιάφορο τρόπο--. Ο κυρ Ντίνος δεν απάντησε. « Καλώς είσαι του λόγου σου» , σκέφθηκε ο κυρ Ντίνος. Ξεροκατάπιε και κοίταζε γύρω του με περιέργεια.
Δίπλα από την σκηνή ένα δεμάτι χοντρά καλάμια στυλωμένο όρθια στην μάντρα και λυγαριές ήταν πρόχειρα ριγμένες. Από την άλλη πλευρά της σκηνής καμιά δεκαριά κοφίνια, καλοπλεγμένα, το ένα μέσα στο άλλο σχημάτιζαν το καμπαναριό της . Αυτό ήταν όλο το βιός του!.
Πιο πέρα ένα ισχνό γαϊδουράκι με τσουκλωμένα τα αυτιά του, περίμενε να αντιμετωπίσει τα μπουρίνια που θα έρχονταν από τον ουρανό.
Ο κυρ Ντίνος ήξερε από φτώχια, από δυσκολίες , από αφαγανιά, από τότε που γύριζε στους κάμπους, στο ξενοδούλι για ένα κομμάτι ψωμί. Να μαλώσει τον γύφτο; να τον διώξει από το χωράφι του; Δεν ήξερε και ο ίδιος τι απόφαση να πάρει.
Ο κυρ Νιόνιος, έτσι ήταν τ’ όνομά του, τον κοίταξε κατάματα και τον ρώτησε με σοβαρότητα.
--Κουμπάρε, κανά βαγένι δεν έχεις για φτιάξιμο;.
--Είσαι μάστορας ;-- Τον ρώτησε ο κυρ Ντίνος και απόρησε με την σοβαρότητά του. Αμφέβαλε για την τεχνική του κατάρτιση, όπως τον έβλεπε αδύνατον και μικροκαμωμένον.
Θα βρούμε, όλοι στο χωριό έχουν βαγένια . Καιρός που θα τρυγήσουμε είναι του είπε.
Έρχεται μεγάλη μπόρα θα φύγω και θα τα ξάνα ειπούμε
.
--Τι είδες Ντίνος πάνου κείς στις Ράχες; -- Τον ρώτησε ο Πίκουλας στην αγορά--. Η γύφτισσας σού είπε τη μοίρα σους; . Το χωράφι το πατήσανες ούλος;
--Αντρέα, ο Νιόνιος, έτσι τον λένε, είναι μάστορας, φτιάχνει βαγένια!. Έχει οικογένεια , μου ζήτησε δουλειά.
Πιάς, γύφτος και μάστορας πάεις;
Αν τα καταφέρεις και αφήσεις το χωριός χωρίς κρασίς! Δεν θέλουμες τίποτας άλλος!....
Πια Ντίνος, θα τους αφήσεις πολλές μέρες τους γύφτους στο χωράφι σους;
Ο Αντρέας έκανε πλάκα και διαφήμιζε στα καφενεία και το χωριό την μαστορική του Νιόνιου. Την άλλη ημέρα του εμπιστεύτηκαν την επισκευή βαγενιού που ήταν για πέταμα στην πλεύρα. Ο Νιόνιος, αφού έλυσε τις δόγες, τις πλάνισε προσεκτικά μία-μία και άρχισε να τις συναρμολογεί και να εφαρμόζει η μία με την άλλη χωρίς κανένα κενό . Τα άκρα έμπαιναν στις αυλακιές των σανιδιών ,του κάτω πάτου πρώτα και ύστερα του πάνω.
Ταίριαζε έπειτα και τα στεφάνια γύρω γύρω από τις δόγες και με μαεστρία και τέχνη χτύπαγε τα στεφάνια να σφίξουν οι δόγες μεταξύ τους και να γίνουν στεγανές.
Όταν τελείωσε τη δουλειά, έλεγξε το βαγένι εξωτερικά, έκλεισε προσεκτικά με μικρές ξύλινες σφήνες κάθε ρωγμή, κάθε τρύπα από όπου θα μπορούσε να χυθεί το κρασί.
Ο Ανδρέας δεν πίστευε στα μάτια του με αυτό πού έβλεπε!.
Εμπιστεύτηκε στο γύφτο να του στεγανοποιήσει μια βαρέλα κι ένα κανάτι.
Η Ασμέν, η γυναίκα του και η κόρη του η Φετήν γύριζαν στις γειτονιές και πούλαγαν κοφίνια.
Η Ασμέν έπαιρνε πληροφορίες , έκοβε το μάτι της, ποια ήταν παντρεμένη, ποια χήρα , ποια γεροντοκόρη , πόσα παιδιά είχαν οι οικογένειες και τις μάζευε στο μυαλό της! Είχε το σκοπό της, θα τις χρειάζονταν αργότερα. Ο Νιόνιος καλά τα κατάφερνε με την δουλειά του μέχρι και κότα οικονόμησε , αλλά και η γυναίκα του δεν πήγαινε άσχημα. Πούλαγε τα κοφίνια και έπαιρνε ψωμί, χυλοπίτες, τραχανά, κανα κομάτι τυρί , αυγά , και λάδι της είχαν δώσει!.
Ο Νιόνιος μια Κυριακή με τον γιό του τον Πέτρο κατέβηκαν στον Παλιόπυργο. Βρήκαν και εκεί πολύ δουλειά. Όλοι Βιάζονταν να φτιάξουν τα βαγένια . Ο Νιόνιος ήξερε από φτώχια και δεν πήρε.. μία! από τον κυρ Πάνο που τούφτιαξε το βαγένι.
Ο πονόψυχος Πάνος εκτίμησε την καλοσύνη του Νιόνιου , έβλεπε την δυσκολία με τις βροχές και το κρύο στην σκηνή και του παραχώρησε δωρεάν το σπίτι του στο χωριό.
Έτσι ο Νιόνιος βρήκε ένα φιλόξενο και ζεστό σπίτι και, μαζί με την οικογένειά του, ζούσαν ευχάριστα. Κατέβαινε στο ποτάμι με το γαϊδουράκι και το φερνε φορτωμένο με καλάμια, ιτιές, λυγαριές και μαζί με την γυναίκα του έπλεκαν κοφίνια. Έτσι τα κουτσόβγαναν πέρα χωρίς να τους λείπουν πολλά πράγματα.
--Μαρία, ε Μαρία. Δεν μ’ ακούς; Μαρίααα...
--Τί είναι Βασίλω; Τι με θέλεις; Μου φωνάζεις πολύ ώρα; Δεν σ’ άκουσα, τι τρέχει;
--Δεν έμαθες τα νέα!.Ένα ζευγάρι γύφτοι παρουσιαστήκανε στο χωριό και έχουν και δυο γυφτόπλα μαζί τους. Γυρίζουν στα σπίτια. έχε τον νού σου.
--Και πού είναι τώρα;
--Ο γύφτος πήγε στο μαγαζί. Η γύφτισσα προτού μια ώρα ανέβαινε προς του Γιωργίλα για κανα κομμάτι ψωμί. Τα γυφτάκια στην αγορά παίζουνε.
--Την είδες τη γύφτισσα από κοντά;
--Άκουσα ότι είναι γριά και άσχημη με δυο χρυσά δόντια αποπάνου. Ρίχνει και τον καφέ στο φλιτζάνι και λέει την μοίρα μας. Απ’ αυτές, είναι να φυλάγεσαι , μπορούν να σε μαγέψουν!. Καλώς τα δέχτηκες Μαρία, για σένα έρχεται.
--Κάτσε Βασίλω. -- Και προτού αποσώσει το λόγο της, ακούστηκε η φωνή της γύφτισσας.
--Ανοίχτε χριστιανές την πόρτα σας, λίγο ψωμάκι θέλω , λίγο φαγάκι, για τα παιδάκια μου και θα σας δώσω την ευχή μου. -- Με το ψωμί που της έδωσε η Μαρία ήταν ασυμβίβαστη! Ήθελε τυρί, ελιές και ότι άλλο μπορούσε να αποσπάσει από τις γυναίκες.
--Χριστιανή μου, δεν έχουμε τίποτα άλλο να σου δώσουμε, μη μας φορτώνεσαι, πήγαινε στο καλό!. « Ας πάει απέναντι στην γεροντοκόρη», είπε η Βάσω χαμηλόφωνα να μην την ακούσει η γύφτισσα. Τ’ άκουσε η.. κουμπάρα! έβαλε την πληροφορία στο μυαλό της και σε λίγο χτύπαγε την απέναντι πόρτα.
__Τυχερή καλέ είσαι, προκοπή θα ιδεί, το σπίτι σου, που ήρθα στην αυλή σου.
__Την τύχη μου την χόρτασα, χαρές άλλες δεν θέλω.
--Θέλεις να σε πώ τη μοίρα σου, να ειπώ το ριζικό σου; Δυο μαύρα μάτια σε κοιτούν ,έξω απ’ το σπιτικό σου.
--Στο σπίτι εδώ τι θέλεις; Και ποιόν αναζητάς; Ακούγεται η βραχνή φωνή της Γιαννούλα.
--Κόρη μου, φτιάξε ‘ναν καφέ, να ειπώ τα μυστικά σου!.
--Κουμπάρα, βλέπεις τον καφέ και βρίσκεις τα τυχερά μας; Κοιτάς και την παλάμη μας; να φέρω την φιλιά μου;
--Για φτιάξε πρώτα τον καφέ, να ιδώ σαν τι χαρά θα πάρεις!. -- Η Γιαννούλα φτιάχνει και σερβίρει τον καφέ, η γύφτισσα τον πίνει και ρίχνει μια ματιά στο φλιτζάνι. Με σοβαρότητα λέγει της Γιαννούλας: « Κόρη μου, βλέπω πως σ’ αγαπά και θέλει την φωλιά σου, τα μάτια σου αναζητά και θάρθει σ την αγκαλιά σου»!.
--Προχώρα γύφτισσα, να ιδώ τι άλλο θα πείς που βλέπεις:.
--Ταξίδι βλέπω κοντινό, γεφύρι θα περάσεις, το πρόσωπο που αγαπάς, σε θέλει να μην γεράσεις.
--Στεφάνι βλέπεις γύφτισσα, στεφάνι φασαρία, άλλη από μένα τον τριγυρνά, έχει άλλη ιστορία;
--Κυρά μου, δεν έχεις τίποτα τον κόπο μου να πλερώσεις; Κανένα φανταχτερό πουκάμισο, σακάκι να μου δόσεις;. Η Γιαννούλα καθυστέρησε να δώσει το μπαξίσι στην γύφτισσα και εκείνη προσπάθησε να την πείσει με τα λεγόμενά της.
Η γριά μου η μάνα μ’ έμαθε , να βλέπω τις καρδιές σας , αν αγαπούν κι αν έρχονται κοντά στις γειτονιές σας. -- Η Γιαννούλα, με όσα της είπε η γύφτισσα, έμεινε ευχαριστημένη και της έδωσε ένα παντελόνι, δυο πουκάμισα και ένα σακάκι και την ρώτησε.
--Γύφτισσα βλέπεις αν μ’ αγαπά, θ’ αργήσει να με ζητήσει;
--Κρατά βαθιά το μυστικό, που έχει στην καρδιά του, από μικρός σε αγαπά και σ’ έχει στα φτερά του. Γράμμα σου στέλνει κόρη μου, σύντομα θα το πάρεις.
Κόρη δεν έχεις κοτερό, να δώσεις και λίγο λάδι, τον κόπο μου ασήμωσε, δώσε και καν’ απλάδι!...
Οι χωρικοί έπαιρναν κοφίνες, κάνιστρα, κοφίνια για όλες τις δουλειές και βοηθούσαν τον γύφτο. Ο Νιόνιος δεν παρέλειψε να πλέξει δυο ωραία κοφίνια με σχέδια , με κύκλους καφέ και μαύρους που τα δώρισε στην εκκλησία , για να μοιράζονται τα ψωμιά στα μνημόσυνα. Αλλά και ο Παπαπάνος συχνά έστελνε με τον Πέτρο που πήγαινε στην εκκλησία πρόσφορα.
--Καλά, οι γύφτοι πιστεύουν σε θεό; Είναι χριστιανοί;--Έλεγε η Μαρίκα στην Μήτραινα--. Έχω ακούσει ότι δεν βαφτίζονται και δεν τους αφήνουν να μπαίνουν στις εκκλησιές.
--Μαρίκα, είδα τα γυφτάκια προχθές την Κυριακή στην εκκλησία. Μην ακούς τι λέει ο κόσμος. Είναι χριστιανοί ορθόδοξου, βαφτισμένοι μυρωμένοι!.
--Αλήθεια Μήτραινα, η γυφτοπούλα πώς ήταν; Ήταν μαύρη;
--Να σου ειπώ, μελαψή είναι και σαν γύφτισσα πολύ νόστιμη και όμορφη κοπελίτσα.
Η Μήτραινα είχε υπολογίσει με το μάτι το ύψος της και έβαλε στην άκρη ένα ροζέ φόρεμα, μια μπλέ φούστα και μια κόκκινη μπλούζα, που είχε αγοράσει για την μεγάλη της κόρη.
Το απόγευμα της Μ. Πέμπτης που έλλειπαν οι γονείς της και ο αδελφός της στο κοντινό χωριό, χτύπησε την πόρτα της Φετήν.
Η Φετήν φώναξε από μέσα:
--Ποιός είναι;
--Άνοιξε Φετήν, είμαι η Μήτραινα.
Παραξενεύτηκε με την επίσκεψη της κυρα Μήτραινας. Πρώτη φορά την φώναζαν στο χωριό με τα’ όνομά της. Όλοι την φώναζαν γυφτοπούλα. Μόνο ή κόρη της Μήτραινας ήξερε το όνομά της. Βρέθηκε προ διλήμματος ,όμως δειλά-δειλά άνοιξε την πόρτα και εισήλθε στο φτωχό σπιτάκι της η επισκέπτρια, κρατώντας ένα δέμα που το παρέδωσε στα χέρια της.
--Σε αγαπώ κόρη μου , σού έφερα το πασχαλιάτικο δώρο σου.
Η Φετήν έμεινε έκπληκτη και δεν ήξερε τι ν’ απαντήσει.
__Κόρη μου μην ντρέπεσαι, μου είσαι συμπαθής και καλή. Σε καμάρωνα προχθές στην εκκλησία και θέλω να μην διαφέρεις από τα παιδιά μου, γιατί και συ είσαι παιδί μου….
Η Φετήν πήρε το χέρι της Μήτραινας και το φίλησε. Αυτό ήταν η πληρωμή της.
Η γριά γύφτισσα ζητιάνευε έξω από το χωριό σ’ ένα καλύβι. Η κυρά Ευγενία άνοιξε την πόρτα.
--Φύγε γύφτισσα, δεν έχω τίποτα να σου δώσω, φτωχή γυναίκα είμαι κι εγώ, άφησέ με στην ερημιά μου.-- Χωρίς να το καταλάβει, άθελά της, όρμηξαν τα δυο σκυλιά της να την δαγκώσουν. Η γύφτισσα άρχισε τον εξάψαλμο….
--Κακιά τύχη να’ χεις και συ και το σπίτι σου!. Φούρκα να μην στεριώσει. Βοριάς να το γκρεμίσει και να ψοφήσουν τα ζωντανά σου!. Δύστροπη και καταραμένη να είσαι!. Αστραπή να πέσει και να κάψει το ρημάδι σου!....-- Αυτά και άλλα ξεστόμιζε προς την Ευγενία . Όταν γύρισε ο άνδρας της στην καλύβα, του εξιστόρησε το πάθημά της.
--Του διαβόλου η γύφτισσα πόσα ξέρει. --Έλεγε ο άνδρας της.-- Αυτή θα κλεψε το απλάδι της Ρηνιώς από το μπαλκόνι της.
--Αυτή το ‘κλεψε και δεν θέλει να το παραδεχτεί η ψεύτρα.
--Γυναίκα, τι λες ότι είναι οι γύφτοι; Κλέφτες και ψεύτες. Καταραμένη φυλή!. Αυτοί φτιάξανε τα καρφιά και σταυρώθηκε ο Χριστός!.
Η γύφτισσα ζητιανεύοντας είχε υπολογίσει να περνά από τις τέσσερες γειτονιές του χωριού μια φορά την εβδομάδα. Οι νοικοκυρές την λυπόντουσαν , καταλάβαιναν την δυσκολία της οικογένειάς της και κρυφά φανερά της έδιναν καμιά φέτα ψωμί, λίγο τυρί, καμιά πλόχερη τραχανά.
Βαρύς χειμώνας κείνο το χρόνο! Κρύο παγωνιές . Κουκουλωμένοι κυκλοφορούσαν με βαριά ρούχα οι χωριανοί και έβρισκαν απάγκιο και ζεστασιά γύρω από τις γωνιές και τα τζάκια.
Σκέφτονταν τον Νιόνιο και την οικογένειά του και δεν τους άφηναν να πουντιάσουν. Τον πήγαιναν στού Μητρόγιαννη το πλάϊ , στου Ζαντέ ,στα δυο ρέματα , έκοβαν πουρνάρια , έβγαζαν κουτσούρες και με το γαϊδουράκι τα κουβάλαγε στο σπίτι του , να ζεσταθεί ο ίδιος και η οικογένειά του. Ο Νιόνιος που και που πήγαινε στο καφενείο, δεχόταν κανένα κέρασμα, καμιά κούπα κρασί. Ήταν περήφανος άνθρωπος και ξεροκατάπινε μόνος του τον πόνο και τις δυσκολίες.
Οι χωριανοί δεν τον είχαν για ξένον , είχε ενσωματωθεί μαζί τους.
Έκανε κανένα θέλημα, βόηθαγε τον χασάπη να πλύνει το σφάγιο, σήκωνε και φόρτωνε σακιά, πήγαινε τα ψώνια στα σπίτια, πάντα πρόθυμος, χαμογελαστός και τρεχάτος.
Πλησίαζε Πάσχα, ανέχεια και φτώχεια στο σπιτικό του. Ο Νιόνιος και προτού την Μ. Δευτέρα νήστευε με την οικογένειά του. Όχι γιατί ακολουθούσε το τυπικό της χριστιανικής πίστεως .
Ένα ξεροκόμματο υπήρχε όλο-όλο σε μια κοφίνα.
--Καλός ο Νιόνιος! Γύφτος, αλλά χρυσός άνθρωπος και καλός τεχνίτης. Και η γυφτισσα προκαλούσε την προσοχή με τα φλογερά μάτια της, την αλογοουρά της την περπατησιά της!. Αυτά έλεγαν σε μια ομάδα παλιοπυργήσιων που καθάριζε τον προαύλιο χώρο του όμορφου εξωκκλησιού , για να καλοδεχτούν τ’ Άγιωργιού τον κόσμο.
--Έτσι μούρχεται το Πάσχα να τους καλέσω στο σπίτι μου να ψήσουμε το αρνί και να φάμε μαζί. --Έλεγε ο γέρο Φώτης--. Φτωχοί άνθρωπο είναι και αυτοί.
--Μπάρμπα Φώτη, καλή η ιδέα σου και θ’ αρέσει στον Θεό, μα πρέπει και εμείς να συμβάλουμε στην φιλοξενία
Αυτά ακούστηκαν από το στόμα του Νώντα. Καλόψυχοι και πονετικοί άνθρωποι οι παλιοπυργήσιοι, συμφώνησαν χωρίς αναβολή να σφάξουν ένα αρνί και να το πάνε στο σπιτικό του Νιόνιου. Πάσχα ερχόταν.
Μαθεύτηκε γύρω-γύρω η πρωτοβουλία που πήραν οι άνδρες και όλες οι γυναίκες αποφάσισαν η κάθε μία να ετοιμάσει από κάτι φαγώσιμο για την οικογένεια του Νιόνιου.
Άλλη έφτιαξε κουλούρια, άλλη έβαψε κόκκινα αυγά, άλλη έφτιαξε γαλόπιτα και δυο μεγάλες πουγανιές στολισμένες με κεντίδια! Ήταν έτοιμα το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής. Ετοίμασαν και το αρνί, με την συκωταριά του, το κεφαλάκι και τα έντερα.
Ο κυρ Πάνος, που απλόχερα παραχώρησε το σπίτι του να μείνει ο γύφτος, δέχτηκε με το άλογό του καβάλα να πάει τα πεσκέσια στο σπίτι του Νιόνιου.
Δεν είχε ξεκινήσει ακόμη, όταν άκουσε μια φωνή.
--Πάνο! ε Πάνο. -- Γύρισε και είδε τον Γούνη--. Χρόνια πολλά.
__Χρόνια πολλά, Ανδρέα. Καλό Πάσχα να μας εύρει.
__Εγώ Πάνο, δεν το έμαθα τι σχεδιάζατε για τον Νιόνιο και θέλω οπωσδήποτε να συμμετέχω.
Να! Πάρε το καρδάρι με το γιαούρτι, να το δώσεις να κάνουν Πάσχα οι Χριστιανοί…
B Girakas

4 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Τεχνικό ήταν το πρόβλημα που εμφανίστηκε από χτες το μεσημέρι σε όλα τα blogspot H εξαφάνιση ορισμένων σχολίων στις αναρτήσεις δεν οφείλεται στην διαχείριση αλλά στην Google Είναι πιθανόν να επανέρθουν
Γ.Γ

Δημήτρης Χ (εγγονός Τσιριμόγιαννη) είπε...

Παγκόσμια φίμωση ήταν.
Επίθεση απο χακερ στους σερβερ του Γουγλη
Δημήτρης Χ (εγγονός Τσιριμόγιαννη)

Ανώνυμος είπε...

οπου ρωτησα οι μλοκερς αυτο λενε.αν και μου φαινεται παραξενο εγω θα πιστεψω το νις....κουκος

Ανώνυμος είπε...

Απο τα πιο πάνω σχόλια φαίνεται ότι κανείς δε θυμάται το Νιόνιο! Οι παλιότεροι Γλανιτσιώτες ομως πρέπει να θυμούνται το πέρασμά του απ'το χωριό. Έμεινε αρκετό διάστημα και έγινε άνετα αποδεκτός απ΄όλους. Ήταν ανάκοντος, λίγο μελαψός, πολύ κοινωνικός και εξυπηρετικός. Άφησε καλό όνομα. Αλλά ο Χρόνος!......
Η απορία μου είναι: πώς και γιατί τον επέλεξε ως θέμα ο Βαγγέλης; Δεν πρέπει να τον πρόλαβε.
Πάντως με συγκίνησε η τελευταία πράξη των Παλιοπυργίσιων και ιδίως του Αντρέα! Πηγαία καλοσύνη περασμένων χρόνων και αλησμόνητων ανθρώπων!!....