Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΦΙΛΟΙ Μέρος Α

                                          ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Ολάν…… ιστ……Ολάν…..ρε ιστ….
Ο Κουτσός έλεγε ότι ποτέ δεν τον έπιανε το κρασί, ούτε ο ουρανός γυρίζει σαν σφοντύλι, όπως γυρίζει στους άλλους . Το πρωί που νιβόταν ξερόφτυνε και έβηχε δυνατά, έτσι γινόταν αισθητή η παρουσία του στους γειτόνους. Έπειτα καθόταν σε ένα παλιό ξύλινο τραπεζάκι, στο στενό μπαλκονάκι με την τσίγκινη σκεπή του, που κοίταγε στην ανατολή και έπινε τον καφέ του.
Μετά τις δέκα η ώρα έπαιρνε το μισοκαδιάρικο μπουκαλάκι γεμάτο κρασί, με ένα ποτηράκι και έκανε… τη δουλειά του.
Όταν τελείωνε με το κρασί, κατηφόριζε το τζιρακαίκο σοκάκι, έφτανε στο σχολειό, στην πλατεία, εκεί κοντοστεκότανε και διάλεγε το καφενείο, για να συνεχίσει την οινοποσία.
Ξεχνιόταν να γυρίσει στο σπίτι, ή έμπλεκε με παρέα και τότε τον λόγω είχε η κυρά Γιώργαινα. Πήγαινε κοντά του ως ότου αποφασίσει να γυρίσει στο σπίτι.
__Σήκω γριά εδώ είναι μαγαζί, σήκω να πας στο σπίτι, δεν κάνει να κάθεσαι εδώ, θα σου κωλύσουν καμία ρετσινιά τώρα στα γεράματα. Ήθελε να ‘ναι ελεύθερος. Η γριά χαμογελούσε. Και τι μπορούσε άλλο να κάνει;
_
_Δεν θα ‘ρθεις σπίτι; Τον ρώτησε. Έλα να βάλεις μια μπουκιά ψωμί στο στόμα σου και ξανά έρχεσαι εδώ. Είσαι νηστικός, δεν το καταλαβαίνεις;
__Περιμένω τον Ζιωγούλα και τον Τζιμπάκο, να ειπούμε κάτι για μια δουλειά και μετά έρχομαι.
--Η κυρά Γιώργαινα κοίταξε γύρω της, είδε δυο τρείς θαμώνες και είπε:
__Βοηθάτε το γέρο να ‘ρθει στο σπίτι, μην πέσει πουθενά, φεύγω γιατί θα μου πιάσει ο τέντζερης.
__Κουμπάρα μη φοβάσαι, αναλαμβάνω εγώ όταν τελειώσουν να τον φέρω στο σπίτι.
__Ορμήνεψέ τον κουμπάρε, μην πίνει πολύ, και συ καφετζή με μέτρο.
__Με μέτρο του δίνω κυρά Γιώργαινα, ένα κατρούτσο την κάθε φορά.Απάντησε εκείνος.
Ο Δήμος ο Τζιμπάκος, φίλος και κολλητός με το Γιώργη τον Κουτσό, έσμιγαν και ξεκίναγαν με καφέ  τ’ απογεύματα , ώσπου να ‘ρθει ο Γιώργης ο Ζιωγούλας. Το σπίτι του ήταν στην άκρη του δάσους, μακριά από το καφενείο. Ώσπου να κατηφορίσει στα Παπαδαίϊκα σπίτια και να βγει στον δημόσιο δρόμο, έπαιρνε χρόνο. Γι αυτό πάντα αργούσε.
Ο καφετζής δεν χρειαζόταν να ενημερωθεί και να πάρει παραγγελία. Είχε πάγια εξουσιοδότηση, όταν άδειαζε το ένα κατρούτσο, πήγαινε το γεμάτο. Έτσι πέρναγε η βδομάδα .
Το Σάββατο ήταν ξεχωριστή ημέρα. Ξεκίναγαν το κρασάκι από τις έντεκα το πρωί μέχρι της δέκα το βράδυ. Τότε ο ένας παρακινούσε τον άλλον να φύγουν να πάνε σπίτι τους.
__Δήμο, έχει δουλειά αύριο, σήκω να φύγουμε,-- έλεγε ο Ζιωγούλας.
__ Το ξέρω --έλεγε ο Δήμος. «Του Κυρίου Δεηθώμεν» κι έτσι υπενθύμιζε την αυριανή δουλειά.
Οι δυο τους, ο ένας επίτροπος και καντηλανάφτης, ο άλλος ψάλτης ασκούσε και καθήκοντα επιτρόπου, άλληλοβοηθούντο στα καθήκοντα της εκκλησίας. Άψογη η εκκλησία, καθαρή, με καινούργια στρωσίδια, φωταγωγημένη. Αλήθεια είναι ότι κουράζονταν και δύο μήνες παρακαλούσαν τον παπά να δημιουργήσει θέση προϊσταμένου επιτρόπου. Προόριζαν να βολέψουν τον φίλο τους τον Κουτσό, μιας και δεν μπορούσαν να τον αποχωριστούν. Έκαναν ειδική μνεία στον Παπά ότι με τους Άγιους καλά τα πήγαινε μιας και συχνά τους…. μνημόνευε.
__Δήμο, δε μας κάνει τη χάρη ο παπάς. Η εκκλησία θα ωφελείτο. Θα έβγαινε δίσκος χωριστά για τις γυναίκες , χωριστά για τους άνδρες και οι δουλειές θα τελείωναν γρήγορα. Θα ήταν όφελος και για μας. Την Κυριακή θα ξεκινούσαμε γρήγορα την οινοποσία.
__Ζιωγούλα, το μπουκάλι το κρασί ποιος το έφερε στην εκκλησιά;
__Ζήτησε ο παπάς ένα μπουκάλι για την Θεία Κοινωνία, κι εγώ έφερα δύο. Σκέφθηκα: Ερχόμαστε νύχτα την Κυριακή, ο παπάς αργεί να έρθει μπορεί να μας πιάσει καμιά λιγούρα.
__Καλά σκέφθηκες. Χαρά στο μυαλό σου!. Έφερες και ποτήρια;
Την άλλη Κυριακή πρωί, τσουγγρίζανε τα ποτηράκια τους. Στην εκκλησία πρωί- πρωί η γριά Βασίλαινα, ξαδέλφη του παπά, έφερε κάνιστρο με σπερνά. Άφησε το κάνιστρο στο πέτρινο δάπεδο της εκκλησιάς να πάρει κερί από το παγκάρι. Εκεί άκουσε το ήχο των δυο ποτηριών και είδε όσα έγιναν.
__Γιατί τέτοια ώρα, γερόντισσα; -- τη ρώτησε ο Τζιμπάκος.
__Του έδειξε το κάνιστρο και του είπε: «Του Κυρίου Δεηθώμεν». Έτσι έμαθε ο παπάς από την γριά Βασίλαινα τα καθέκαστα και πήρε τα κλειδιά από τους επιτρόπους για κάτι μήνες.

Ο Κουτσός σήκωσε το ποτήρι του να ευχηθεί.
__Με συμπαθάς Τζιμπάκο, τα δυο ποτήρια να τα πιούμε στην υγειά του Ζιωγούλα. Να έχεις υγεία γέρο, να χαίρεσαι την γριά σου, καλή καρδιά και σε καλή μεριά.
Συμφώνησε και ο Τζιμπάκος, σήκωσε και εκείνος το ποτήρι του και είπε;
__Ότι είπε ο Κουτσός, καλά γεράματα , μόσχος στα κρασιά μας και πάντα τέτοια να ‘χουμε.
Ο Ζιωγούλας είχε πουλήσει οχτώ σακιά μύγδαλα και τέσσερα σακιά καρύδια από τον κήπο του Μαρινάκη. Από τα απίδια που είχε στου Μπαρμπέρη και πούλαγε, δικαίωμα και έσοδα είχε μόνο η γυναίκα του. Στα καρύδια και μύγδαλα είχαν μερτικό να παίρνουνε και οι φίλοι του!
__Απ’ ότι βλέπετε τους,-- είπε ο Ζιωγούλας-- σε καλή μεριά πάνε. Διέταξε τον καφετζή να φέρει άφθονο κρασί και μεζέ. Γεμάτοι ευθυμία, ρούφαγαν το ένα κατρούτσο μετά το άλλο.
Έδωσαν εντολή στον καφετζή, όποιος περνά την είσοδο του μαγαζιού, να τον κερνάει. Όποιος δεν δεχόταν το κέρασμα, θα ‘πρεπε αυτός να κεράσει.Ξανάφανε ο παπάς. Ομόφωνη πρόσκληση. Έλα παπά κάτσε.
__Πρωί ξεκινήσατε ευλογημένοι, δεν κρατιέστε καθόλου; Για μένα είναι πρωί, δεν θέλω τίποτα --τους είπε και απέκλεισε το κέρασμά τους.
__Καφετζή κέρασε τους γέρους. Δεν αντέχουν χωρίς να πιούν οι κακόμοιροι, είπε και χαμογέλασε. Σήκωσαν τα ποτήρια τους και άρχισαν να προσφωνούν.
__Να χαίρεσαι τα Ιερά σου Παπούλη!-- είπε ο Κουτσός. « Να χαίρεσαι το πετραχήλι σου»-- είπε ο Ζιωγούλας. « Παπά, να μας χαίρεσαι και να βλεπόμαστε κάθε Κυριακή στην εκκλησιά»-- είπε ο Τζιμπάκος. «Την ευχή σου», είπαν και οι τρείς μαζί.
__Το απόγευμα έχουμε γάμο και βάφτιση, κάντε εγκράτεια, θα ’χουμε και ξένους ανθρώπους. Πρέπει να τελειώσουν τα μυστήρια, μην πίνεται πολύ.-- τους είπε ο παπάς.
Το ήξεραν και οι τρείς, το είπε και ο παπάς. Η Πανούλα της Μάρκαινας έχει κορίτσι χωρίς να έχει άντρα, και έχει άντρα χωρίς να είναι ο άντρας της!.
__Τι πάει να ειπεί αυτό: -- είπε ο Κουτσός--. Όποια έχει παιδί, έχει και άντρα.
Παπά ο γάμος δεν ήταν να γίνει την προπερασμένη Κυριακή;
__Τον ανέβαλαν για είκοσι μέρες, να φύγουν κάποια σημάδια που είχε η Πανούλα στο πρόσωπο και να σταθεροποιηθεί η κατάσταση. Αν δεν γίνει αυτή την Κυριακή ο γάμος, δεν πρόκειται να γίνει ποτέ!-- είπε στενοχωρημένος ο παπάς.
Στο τραπέζι, εκτός από τα ποτήρια με το κρασί ,είχαν ευλογημένο απ’ τον παπά πρόσφορο και αντίδωρα. Όταν τελείωνε η εκκλησία και έφευγε ο κόσμος, έμεναν μέσα για να τελειώσουν τις δουλειές οι επίτροποι και ο παπάς. Τρείς φορές είχαν ζητήσει από τον παπά να τους… φιλέψει. Ο παπάς δεν είχε καταλάβει ότι ζητούσαν Θεία Μετάληψη και τους έδινε γωνίες από πρόσφορα. Σκέφθηκαν να μην ζητήσουν Θεία Κοινωνία πάλι, γιατί ήξεραν ότι αυτό ήταν αποκλειστικό προνόμιο του παπά. Πάντα τους έδινε ο παπάς ένα κομμάτι πρόσφορο και τ’ αντίδωρα, που περίσσευαν, τα έβαζαν στην τσέπη του σακακιού τους.
Όσοι δεν τύχαινε να πάνε στην εκκλησιά, έπαιρναν το ευλογημένο αντίδωρο από το τραπέζι τους, με αντάλλαγμα πολλές φορές ένα κατρούτσο. Είχαν τον τρόπο να τους κερνάνε κρασί χωρίς να ζητάνε. Το αρετσίνωτονα έρρεε άφθονο και…δωρεάν Έτσι μπορούσαν να μεγαλώνουν την παρέα τους με φίλους και γνωστούς. Έκαναν περίεργες ερωτήσεις γύρω από το κρασί.
__Αντρέα, να ζήσει το μουλάρι που γέννησε η γαϊδούρα σου. __Ευχαριστώ -- έλεγε εκείνος. Να μην κεράσει ένα κατρούτσο; Γι αυτό έκαναν την ερώτηση και την ευχή. Αν αργούσε να κεράσει, είχαν άλλες ερωτήσεις : Αν έχει και τα τέσσερα πόδια, αν πρόκειται να ζήσει, αν μοιάζει με το άλογο. Γέλαγαν και ένας από τους τρείς έλεγε: « Για να ζήσει πρέπει να κεράσεις, να τσουγκριστούν τα ποτήρια και να δοθεί η μεγάλη ευχή».
__Καλώς το δέχτηκες το γράμμα από τη Γερμανία, ξάδερφε. Τι γράφει το παιδί, ο ανιψιός μου είναι καλά; Έχουν κρασί στην Γερμανία;
__Να ζήσουν τα νέα Θανάση. Ήταν καλός ο γάμος . Καλό το τραπέζι. Είχατε καλό κρασί;
Αν μπορούσε ας μην κέρναγε ο Θανάσης κι ο ξάδερφος!
Τι δεν έλεγαν γύρω από το κρασί. Κάνει καλό στα κόκκαλα, αυγαταίνει το μυαλό. Αν είναι κόκκινο το κρασί ,γίνεται πιο κόκκινο και το αίμα. Η οικουμένη, χωρίς το κρασί θα ήταν σαν την νεκρά θάλασσα. Θεραπεύει τις περισσότερες αρρώστιες και ο ύπνος γίνεται πιο αλαφρός….
Είχανε επιβάλει κεφαλικό φόρο στους χωριανούς.
Ποιος αρραβώνιασε , ποιος πάντρεψε, ποιος πήρε τσέκ, ποιος πούλησε τ’ αρνιά, ποιος γιόρταζε και όποιος « γλύτωνε από τον χάρο» και κείνος έπρεπε να κεράσει!.
__Κουτσέ, το ‘χυσες το κρασί, έπεσε επάνω σου και φαίνεσαι σαν κατουρημένος --παρατήρησε ο Ζιωγούλας.
__Θα φωνάξω τον καφετζή. Καφετζή, κάναμε ζημιά.
__Δεν υπάρχει λόγος να θυμώσω,-- μουρμούρισε εκείνος χαμογελώντας φιλικά. Με μια πατσιαβούρα σκούπιζε το τραπέζι. «Το κατρούτσο όμως θα το χρεωθείτε» .
__Το αφεντικό δεν αναγνωρίζει ούτε δράμι φύρα. -- είπε ο Ζιωγούλας.


Κείνο το κυριακάτικο πρωινό είχαν πιεί αρκετά. Πιόμα χωρίς τραγούδι δεν πήγαινε και τραγούδι χωρίς γυροβολίτσα πάλι δεν γινόταν. Με τις χοντρές φωνές τους εύρισκαν ρυθμό και μελωδία. Κάποιες φορές έμπλεκαν τη βυζαντινή μουσική, που έλεγαν στην έκκλησία ,με τη μουσική των τραγουδιών. Και τι μ’ αυτό; Σάμπως θα πήγαιναν στον διαγωνισμό δημοτικού τραγουδιού στα Λεύκα; Τραγούδησαν:
«Να σαν τα νιάτα δυο φορές» πρώτα ο Κουτσός και ύστερα οι δυο άλλοι, « Του Κίτσου η μάνα κέθεται στη άκρη το ποτάμι». και «Πάρεμε και μένα μπάρμπα στο κρασόπουλο που πάς» Το τελευταίο τους άρεσε και το είπαν δυο φορές.
Τραγούδησαν δυο-τρία τραγούδια ακόμη και ύστερα, ήρεμα κουβέντιαζαν πώς πέρασαν το προηγούμενο βράδυ.
Ο Ζιωγούλας έλεγε ότι δεν τον έπαιρνε ο ύπνος χθες το βράδυ και ξενύχτισε από ξινίλες και βαρυστομαχιά.
__Αν είχες πιεί λίγο ακόμη, που σε παρακαλούσαμε εχθές, δεν θα είχες τέτοιο πρόβλημα. -- του είπε ο Τζιμπάκος και πρόσθεσε τα δικά του. «Αρχίσαμε αργά να πίνουμε και τελειώσαμε γρήγορα. Το στομάχι δεν είχε γεμίσει και γι αυτό και εγώ έκανα κακό ύπνο».
Ο Κουτσός δεν συμφωνούσε με όσα έλεγαν οι φίλοι του. «Το στομάχι σας έχει πρόβλημα γιατί πίνετε το ίδιο κρασί! Εγώ που ήπια στο σπίτι προτού έρθω στο μαγαζί, δεν είχα ενόχληση.Έτσι είναι»!
Από τη δεξιά πόρτα του καταστήματος, με περασμένο σταυρωτά το τράστο στον ώμο του, την κλίτσα στο χέρι, τον κούκο φορεμένο στο κεφάλι και με το χαρακτηριστικό χαμόγελό του, έμπαινε στο μαγαζί ο Αγγελής.

Μέρος Β΄

__Μπρέ, μπρέ τι ‘ναι δω!. Το τρίο σπαθάτο πίνει και βουίζει ο τόπος από το τραγούδι.
__Καλώς τον Αγγελή. Έλα Αγγελή, κάτσε να σε κεράσουμε, να ψυχοπιαστείς. Πώς πάν’ τα πρόβατα;
__Δεν μ’ αφήνουν τα κέρατα! Αν δεν είμαι κει, φεύγουν και πάνε σε ζημιές. Και όταν είμαι εκεί με κοιτάνε στα μάτια και βελάζουν, μου μιλάνε σαν άνθρωποι!. Θα ‘χανα τέτοιες ευκαιρίες; Θα ήμουν μαζί σας να πίνω και να γλεντοκοπάω. Είμαι σκλαβωμένος σας λέω!.
__Κουτσέ. Βάλτου κρασί που είσαι κοντά δεν φτάνω.-- είπε ο Ζιωγούλας.
__Βάλε, βάλε Κουτσέ, και στα δικά σας τα ποτήρια να τσουγγρίσουμε. Τρία ποτήρια ήπιε μονορούφι, κοντά- κοντά.
__ Άγιασμα είναι μπρέ!. Πού βρεθήκατε τέτοια ώρα; Βαλτοί ήσαστε να σας βρώ μπροστά μου;
__Δεν έχει καθόλου όρεξη ο Αγγελής.-- τσίγκλησε ο Τζιμπάκος για να τον πειράξει--. Το ποτήρι ίσαμε που το φιλεί.
__Καλύτερα να τον ταϊζεις παρά να τον ποτίζεις,-- είπε ο ζιωγούλας.
__Κοροϊδεύετε!. Έχει χορτάσει το στομάχι σας, πώς να καταλάβετε το δικό μου.
__Αφήστε τον άνθρωπο ρε . να πιει δυο γουλιές με την ψυχή του.Είναι ληγουριασμένος! Εσείς πάτε να του το βγάλετε από την μύτη.
__Μπράβο Κουτσέ, γείτονα! Σε παραδέχομαι. Καλά τους τα λές. Είπα να ‘ρθω χθες βράδυ που πίνατε  από κει στο σπίτι. Μια ακρούλα θα πιανα.
__Ας ερχόσουν! Καλά θα περνάγαμε, είχε και μεζέ η Γιώργαινα._
__Θα ερχόμουν, αλλά άκουσα δυνατή φωνή! Κάποιος αχούγιαξε γιατί. είχε περάσει η ώρα…. Καφετζή, φέρε και από μένα κρασί και μεζέ. Τσουγγρίσανε τα ποτήρια ήπιαν….Φεύγω παιδιά, έχω δρόμο, πάω στα πρόβατα.
__Πιωμένος περπατάς γρηγορότερα, Αγγελή, Έχεις καιρό κάτσε.-- τον πείραξαν.
Ήταν στην εξώπορτα του καφενείου. Έπεσε ο ένας επάνω στον άλλον, μούτρα με μούτρα. Ο ένας έμπαινε ο άλλος έβγαινε. Ήταν ο Αντρέας Παλιοπυργήσιος.
__Πού πας να φύγεις Αγγελή; γύρισε πίσω « μπές μέσα» να βρέξουμε το λαρύγγι μας.
__Είπα να ξεφορτωθώ την τριάδα, εσένα βρίσκω μπροστά; Έχεις παρέα τώρα. Εγώ φεύγω πάω στα πράματα.

__Καφετζή κάθε βράδυ δώδεκα η ώρα κλείνεις;
__Τι να κάνω; Πρέπει να βοηθάω τους γέρους.
Όσοι έρχονται στο καφενείο έπιναν και όσοι δεν έπινα κέρναγαν και ζωντάνευαν τις αναμνήσεις , τις διηγήσεις, τα τραγούδια των παλιών.
__Ο καφετζής,-- τους έλεγε ο Αντρέας σιγανά--, όταν δώσετε εντολή για κέρασμα τα μάτια του είναι επάνω μας. Αν δε θέλουμε το κέρασμα, χάνει το χαμόγελό του.
__Κουράζεται ο δόλιος με το πήγαινε- έλα με κατρούτσα, μ’ ελιές, με κρεμμύδια. Τι να σου κάνει; Καλά που υπάρχει κι αύτός.

__Κουτσέ, σήμερα δεν πάει κάτω. Δεν έχεις κανά σβόλο τυρί στο σπίτι;
__Τζιμπάκο, κάτι έχω. Αλλά οι γριές έχουνε μέσα τους αμαρτίες. Αν πάω στο σπίτι για να ξανά έρθω εδώ, θα μαλώσουμε.
__Ελα εδώ μάτι.-- Φωνάζουν το παιδάκι της Παύλαινας--. Πήγαινε στην γιαγιά Γιώργαινα να της πεις, «είπε ο παππούς» να σου δώσει λίγο τυρί.
Δεν λυπόταν τέτοια η κυρά Γιώργαινα και παραπάνω έδινε. Με τους φίλους του άντρα της ήταν φίλη, και φίλη με τις γυναίκες τους. Η ίδια ήρθε στην αγορά με μισό κεφάλι μυζήθρα, δυο κρεμμύδια, ένα κομμάτι καλοζυμωμένο ψωμί και μια πεντακοσάρα καλό κοκκινέλι.
__Ολάν!!.. -- Ακούστηκε χαρούμενη η φωνή του Τζιμπάκου--. Αυτές είναι γυναίκες! Κολόνες δίπλα στον άντρα, στη δουλειά, στο ανάθρεμμα των παιδιών και… στο πιοτό των ανδρών τους.
__Για σένα κουβεντιάζω με τη γριά μου κάθε ημέρα, Γιώργαινα. Πήρε καλό παράδειγμα. Σε θαυμάζει. Έταξε να κοψοκεφαλιάσει έναν κόκορα για χάρη της παρέας! --Αυτά της είπε ο Ζιωγούλας.
__Αυτά μένουν και θα μείνουν Ζιωγούλα. Η καλή παρέα, το κρασί και το τραγούδι..
Τους χαιρέτησε , πήρε τον ανηφορικό δρόμο και έφυγε.
__Έχουμε καλές γριές και οι τρείς, να πιούμε στην υγειά τους. -- είπε ο Τζιμπάκος και συνέχισε:
__Γέρο Κουτσέ, έχεις καλή γυναίκα και φιλότιμη.
__Καλή είναι γέρο Τζιμπάκο, αν δεν μου έβαζε τις φωνές κάποιες φορές. Αλλά την δική σου δεν την φτάνει καμία στην καλοσύνη.
__Τίς αλλάζουμε; να πάρεις εσύ την δική μου και εγώ την δικιά σου;
__Την δική μου ρε, γιατί την αφήνετε απ’ έξω;-- Αντέτεινε ο Ζιωγούλας.-- Εγώ τη χαρίζω --τους είπε-- και ας μη μου δώσετε την δικιά σας.
Αυτά έλεγαν και γέλαγαν….
Ήταν σχεδόν μεσημέρι.
__Πατέρα, μου είπε η μάνα να έρθεις να φάμε.
__Τι φαγητό έχει φτιάξει; Ρώτησε την κόρη του ο Τζιμπάκος.
__Μου είπε η μάνα να μην σου ειπώ.-- απάντησε η κόρη του.
__Πές το κρυφά δεν θα το μαρτυρήσω --της είπε-- και πήγαινε στο καφετζή να σου δώσει ένα λουκούμι.
__Έχει καλό φαϊ πατέρα. Κοτόπουλο και μοσχοβολάει ο τόπος.
__Να ειπείς της μάνας σου να σου βάλει τις δυο φτερούγες σε ένα πιάτο και να τις φέρεις εδώ να πιούμε με την παρέα ένα ποτηράκι κρασί.
Σαν κίνησε το κορίτσι και πήγαινε στο σπίτι μόνο του, βγήκε η κυρά Τζιμπάκαινα στο μπαλκονάκι της . Το σπίτι της είναι στην πλατεία και αντίκρυ στα καφενεία, ούτε δέκα μέτρα μακριά. Φώναξε τον γέρο της:
__Γέρο, δεν θα ‘ρθεις να φάμε;.
__Έχω παρέα γριά, -- της είπε--. Πού να την αφήσω;
__Γέρο, με την παρέα σου να ‘ρθεις, σας περιμένω. Έχω καλό φαϊ. Οι φίλοι σου είναι ευπρόσδεκτοι.
Γελάγοντας χαρούμενη και ευτυχισμένη μπήκε στο σπίτι για ετοιμασίες μιας και θα είχε τους γέρους παρέα.
__Και μόνο με το γέλιο σου είμαστε χορτασμένοι --της είπαν με μια φωνή και οι τρεις, σαν έφθασαν στο σπίτι της.
__Ήθελα πολύ καιρό να σας καλέσω στο σπίτι μου, να σας περιποιηθώ και να σας ευχαριστήσω για όσα όμορφα λέτε για τις γυναίκες σας και για εμένα. Να ξέρετε τον γέρο μου έχω στεφανωθεί, αλλά κι εσείς δικοί μου άνθρωποι είστε! Εσάς ακούω το πρωί, εσάς το μεσημέρι και εσάς το βράδυ.
Την διέκοψε ο Κουτσός και της είπε:
__Αν δεν αισθανόμαστε εσένα και το σπίτι σου δικό μας , δεν θα είμαστε τώρα εδώ.
__Τι σου είναι οι γυναίκες ρε! --Αναφώνησε ο Ζιωγούλας σαν να μην το πίστευε.-- Αγκρομάζεται στην αγορά που κουβεντιάζουμε κι ακούει τι λέμε για τις γυναίκες μας! Προσοχή φίλοι! Δεν πρέπει να λέμε και τα κουσούρια τους. Χαθήκαμε!.
Έφαγαν , ήπιαν, τραγούδησαν και έφυγαν χορτάτοι.
Έτσι έγινε το ξεκίνημα και έσμιξαν οι τρείς οικογένειες συμφάμελα.

Και ποιος δεν ήθελε αυτό το… τρίο, για παρέα, για πιοτό και για γλέντι;
Μήπως μόνοι τους χαίρονταν τα καμώματά τους , τα αστεία και τις ιστορίες τους; Ήταν για όλους η ζωντανή ιστορία του χωριού. Λίγο παστό, λίγο τυρί και μπόλικο κρασί ήταν το συνηθισμένο σκηνικό στο Τζιρακαίϊκο, στο Τζιμπιραίϊκο και Μαρουδαίϊκο σπιτικό.
Είχαν πολλές ημέρες που δεν άλλαζαν στέκι. Ο κάτω μαγαζάτορας είχε ανοίξει γιοματάρι. Εκεί έδειχναν την αγάπη τους και έδιναν όλες τις δεκάρες τους. Όποτε κι αν τους γύρευες εκεί πάντα τους εύρισκες.

Ήπιαν με την ψυχή τους κείνη την ημέρα! Ήρθαν σε ευθυμία,βράδιασε.
__Γέροι, πέρασε η ώρα --τους είπε ο καφετζής.-- Αύριο εδώ θα είμαι πάλι.
__Και αν τελείωσε η ώρα, εμείς δεν τελειώσαμε --του είπε ο Ζιωγούλας. Κοίτα ρε τι μας κάνει!. Πάνου στην καλύτερη ώρα μας διώχνει. Έχουν κλείσει τα μαγαζιά και πώς να βάλουμε μια στάλα κρασί στο στόμα μας. Συμφωνείς γέρο Τζιμπάκο;
__Συμφωνώ και επαυξάνω . Αλλά που θα πάει!...δεν θα βγω πρόεδρος;

Είχαν δυο μέρες να σμίξουν με τον Κουτσό στο στέκι τους. Δεν είχαν είδηση καμία και δεν είχε, δώσει σημάδια ζωής. Καρτέρεσαν μια δυο ημέρες, μα ο νους τους δεν έβαλε κακό. Κάποιο νέο γιοματάρι άνοιξε στην γειτονιά σκέφθηκαν.
__Κάποιος τον κάλεσε νάχει καλό χερικό Τζιμπάκο και να δώσει γνώμη για το κρασί.
__Κι εγώ αυτό υπολογίζω. Βρήκε καλό κρασί, βρήκε καινούργιες αγάπες και άφησε τις παλιές. Ολάν! Δεν α περάσει έτσι. Πρέπει να τιμωρηθεί.
__Του χρειάζεται. Δικαιολόγησε την άποψη ο Ζιογούλας.
Ήταν δέκα η ώρα το βράδυ. Αποκαμωμένοι από το ποτό, μιας και ο καφετζής επέμεινε να φύγουν, συμφώνησαν από το καφενείο , να επισκεφθούν τον φίλο τους.
Είχε δυο μέρες να εμφανισθεί στην αγορά , δεν είχαν είδηση καμία και δεν είχε δώσει σημάδια ζωής. Ολόγιομο το φεγγάρι φώτιζε και μεγάλωνε το Τζιρακαίϊκο κυπαρρήσι, καθώς ανέβαιναν τον δρόμο που ακολουθεί προς το σπίτι του. Μια χουχουλούζα ακίνητη, άλαλη, τους καμάρωνε από ένα κλαδί του.
Κι αν η κυρά Γιώργαινα δεν τους άνοιγε, ίσως κάτι θα μαθαίναναν για τον φίλο τους.
Πλησιάζοντας το στενοσόκακο άρχισαν να σιγοτραγουδούν με βαθειά και λυπημένη φωνή.
Τούτη η γη κυρά Γιώργαινα που την πατούμε
όλοι μέσα θε να μπούμε.
Τούτη η γη με τα χορτάρια-
τρώει νιούς και παλικάρια….
Έτσι ήλπιζαν αν τους άκουγε, να ανοίξει την πόρτα της και να τους καλοδεχτεί.
Άνοιξαν τα παραθυρόφυλλα του διπλανού σπιτιού και χωρίς καμία εξήγηση έκλεισαν με θόρυβο. Στο απέναντι γειτονικό σπίτι, από την μικρή χαραμάδα που άφηνε η πόρτα, έβγαινε αμυδρό φώς. Παρέμεινε για λίγο μισάνοιχτη, χωρίς να ακουστεί φωνή και ύστερα έκλεισε χωρίς να ακουστεί, όπως είχε ανοίξει.
__Γριά σαν ν’ ακούω τραγούδι; Ακούς τίποτα;
__Κάτσε γέρο στο κρεβάτι σου, θα ιδώ εγώ. Άνοιξε το παράθυρο από το μέρος που έρχονταν οι φωνές. Τώρα ακουόταν καθαρά, το τραγούδι των φίλων του. «Καλώς τους δέχτηκες γέρο»,--του είπε--. Ξέρω ότι κάνετε τρέλες την ημέρα, όχι όμως και την νύχτα!.
__Άνοιξε μωρή, μην καθυστερείς τους ανθρώπους.
Άνοιξε την πόρτα, φώτισε με τον τσιμπλή τη σκάλα να βλέπουν, γιατί ο τσίγκος είχε ρίξει σκιά και δεν άφηνε το φεγγάρι να φωτίσει. Τους προσκάλεσε χαρούμενη.
__Κοπιάστε, καλώς ήρθατε. Πονέστε το γέρο; Ελάτε να καθίστε κοντά του να τα ειπείτε.
__Ολάν! -- Φώναξε ο Τζιμπάκος που πρώτος μπήκε στο σπίτι.
__Ρε ιστ!.. -- φώναξε ο Κουτσός.
__ Ολάν….Ρε ιστ.--. Φώναξε με την σειρά του ο Ζιωγούλας--.
Κουτσέ, του είπε. Μην σου κάναμε χαλάστρα με την γριά;. Μηπως θέλετε να αραδιάσετε κανά κουτσούβελο και δεν σας αφήσαμε;
--Τον είδε, όταν μπήκε στο σπίτι που σηκωνόταν από το κρεβάτι του--. Ανησυχήσαμε δεν φάνηκες τούτες μέρες.
__Προχθές το βράδυ που τα κοπανήσαμε, γλίστρησα από το σκαλούγκι της σκάλας και ευτυχώς χτύπησα λίγο στο πόδι. Το φάσκιωσε η γριά και κάθισα εδώ χάμω να περάσει.
__Το κρασί θα το γιάνει. Ήπιες καθόλου;
__Δεν ήπια Ζιωγούλα, έχει θυμώσει η γριά και δε με κερνάει!
__Η γριά φέρνει κρασί σε μένα και στο κρεβάτι να είμαι,-- είπε ο Τζιμπάκος--. Όταν σου έλεγα να τις αλλάξουμε, δεν ήθελες!.
Η κυρά Γιώργαινα καμάρωνε με όσα άκουγε .
__Δεν μ’ αλλάζει γιατί είμαι καλύτερη από τις άλλες.—Παινεύτηκε.
__Γριά, φέρε μια στάλα κρασί να βάλουμε στο στόμα μας.
__Να μην πιείτε άλλο. Και αύριο ημέρα ξημερώνει. Να μαζωχτείτε στα σπίτια σας, θα περιμένουν οι φίλες μου. Τώρα καλά έχετε πιει.
__Μας χτύπησε το αεράκι, όπως ερχόμαστε. Αν πιούμε λίγο ,δεν έχουμε πρόβλημα. --Απάντησε ο Ζιωγούλας. Η κυρά Γιώργαινα δεν βρήκε δικαιολογία να αποκλείσει την οινοποσία. Σ’ ένα δίσκο έβαλε μια μπουκάλα πεντακοσάρα με κρασί και τρία ποτήρια. Ετοίμασε μεζέ και όλα μαζί τ’ ακούμπησε στο μοναδικό τραπέζι της μεγάλης κάμαρας.
__Βάλε Κουτσέ στα ποτήρια σαν νοικοκύρης που είσαι, να σε χαιρετήσουμε ,-- τον ενθάρρυνε ο Ζιωγούλας. Τσιοκάλισαν τα ποτήρια τους, ήπιαν το κρασί και πάλι τα γέμιζαν μέχρι που η μπουκάλα ήρθε στο σώσμα. Έφερε και άλλη πεντακοσάρα στο τραπέζι η κυρά Διαμάντω!. Ήταν μεσάνυχτα, όταν άρχισαν να τραγουδούν με σιγανή φωνή, για να μην ξυπνήσουν τους γύρω τους.
Συγνέφιασε στον Παρνασό-
Βρέχει στα καμποχώρια
Κι εσύ Διαμάντω άργησες
-πού πας αυτή την ώρα;……
Σταμάτησαν γιατί ακούστηκε άγρια η φωνή κάποιου γείτονα.
__Δεν πάτε να μπεκρουλιάσετε αλλού; Μην μας ανησυχείτε!..
__Τραγουδάτε σιγά, τους είπε η κυρά Γιώργαινα. Τουλάχιστον να τελειώσετε το τραγούδι. --Της άρεσε!.
__Είναι κακός ο κόσμος Γιώργαινα. Δεν βλέπεις; Δεν μπορούμε να ειπούμε τον πόνο μας, το ντέρτι μας. Πέστε να κοιμηθείτε, να φύγουμε και εμείς.
Είχε τελειώσει και η δεύτερη πεντακοσάρα. Σηκώθηκαν, μπροστά η κυρά Γιώργαινα με την λάμπα να φωτάει τα σκαλούγγια και πίσω ακολουθούσαν ο Τζιμπάκος με τον Ζιωγούλα.
__Ώρα σας καλή, και αν βρείτε κλειστή πόρτα, έχουμε σπίτι εδώ. Τους είπε η κυρά Γιώργαινα.
__Καί πού θα τους βάλεις γυναίκα, να κοιμηθούν;
__Για να το λέει, έχει τόπο, είπε ο Ζιωγούλας.
__Μπράβο γυναίκα! μου άρεσε αυτό που είπες και ότι έκανες για τους φίλους μας.
Ευχαρίστησαν για την φιλοξενία οι φίλοι, καληνύχτισαν και βγήκαν στο δρομάκι. Από εκεί είπαν την τελευταία τους κουβέντα.
__Κουτσέ, όπως είπαμε!...



Μέρος Γ
__Τι είπανε γέρο; Τι εννοούσαν;
__Αύριο να σμίξουμε κατά τις έντεκα για καφέ.
Έσμιξαν, ήπιαν καφέ και ξεκίνησαν γρήγορα το κρασί. Ούτε ήξεραν πόσο ήπιαν.
__Καφετζή φέρε κρασί κερνά εγώ την παρέα, ακούστηκε από το διπλανό τραπέζι η φωνή του γέρο Κώστα.
__Έλα σιαδώ γέρο να βρέξεις και συ το στόμα σου. Ο καφετζής δεν άκουσε την παραγγελία, μίλαγε με τους τρείς φίλους που ήταν στουπί στο μεθύσι.
__Θα σας κανονίσω εγώ τους έλεγε ο καφετζής. Κρασί θέλετε; Κι άλλο κρασί θέλετε; Θα το χετε!….
Έφερε κρασί κι όταν αυτό τελείωσε και ξανά ζήτησαν έφερε τρία όμοια χαρτιά.
Πήρε το ένα ο Κουτσός το διάβασε στο κάτω μέρος που έγγραφε «Σε Διαταγή»
__Και τι μαυτό. Κι εγώ σε διατάζω να φέρεις κρασί καφετζή. Του είπε.
__Υπογράφτε, τους είπε ο κάθε ένας τη δική του διαταγή και κρασί θα σας φέρω όσο θέλετε.
Έτσι υπέγραψαν μια συναλλαγματική ο καθένας, δυόμιση χιλιάδες δραχμές, για όσο κρασί θα έπιναν για τρείς μήνες.
Ο καφετζής δεν υποχωρούσε σε τέτοια και οι τρείς φίλοι δεν κολώνανε. Υπογράφανε χαρτιά αβέρτα.
__Θα σας φτιάξω εγώ τους έλεγε.
Άλλη φορά υπέγραψαν και οι τρείς μια κόλα χαρτί, ότι θα χωρίσουν τις γριές τους και έτσι ο καφετζής δέχτηκε να τους φέρει κρασί. Οι γριές τους που τόμαθαν, δεν συμφωνούσαν με τον καφετζή. Μεθυσμένοι όπως γύριζαν στο σπίτι, μπορεί κανά βράδυ να ξενύχταγαν έξω.
Για τέτοιο ατύχημα οι γυναίκες είχαν λάβει τα μέτρα τους, είχαν συμφωνήσει συμπαράσταση η μια στην άλλη.

Οι τρείς φίλοι εκ περιτροπής γύριζαν στα πέντε καφενεία του χωριού. Είχαν ειδική θέση ονοματισμένη. « Σ’ αυτή τη θέση κάθονται οι γέροι», έλεγε στους πελάτες που ήθελαν να καθίσουν εκεί ο καφεντζής. Και κείνοι έδειχναν κατανόηση.
Συμφώνησαν από το βράδυ στο σπίτι του Κουτσού, να συναντηθούν στην πλατεία και ύστερα να επιλέξουν καφενείο, για τα πιο πέρα.
Και τούτο γιατί ήθελαν να κρατούν τις ισορροπίες μεταξύ των καφενείων για τις οινοποσίες τους.
Τυχαίως έφθασε στην πλατεία πρώτος ο Ζιωγούλας κατά τις δέκα και είκοσι. Έκανε μια μεγάλη βόλτα από τον ένα πλάτανο στον άλλο. Δεν είδε καμία κίνηση στο σπίτι του Τζιμπάκου.
Εφώναξε δύο φορές: « Ολάν, ολάν». και έπειτα: « ρε ίστ» και περίμενε απάντηση. Αυτός πλέον ήταν ο τρόπος επικοινωνίας. Ο Τζιμπάκος εμφανίστηκε στο μπαλκόνι του και με τη χαρακτηριστική φωνή του, ανταπέδωσε το κάλεσμα του φίλου του.
__Ρε ιστ.. Ολάν..-- Αυτό σήμαινε πολλά για τους φίλους: Είμαι καλά, έρχομαι, ελάτε να σμίξουμε, καλά περνάμε και άλλα. Οι τρείς φίλοι ήξεραν και μετάφραζαν αυτά τα συνθήματα, που εμείς δεν μπορούμε ακόμη σήμερα να κατανοήσουμε.
Κατέβηκε από το μπαλκόνι του τη φιδωτή σκαλίτσα και ήρθε προς συνάντηση του φίλου του. Όταν έσμιξαν αντάλλαξαν τα συνθήματα: «ολάν…ρε ίστ» και έβλεπαν τον Κουτσό που κατηφόριζε στου Μήτρου.
Με το που πλησίασε ο Κουτσός, άρχισαν να φωνάζουν, πρώτα ο ένας και ύστερα ο άλλος.
__Ρε ιστ…Ολάν…και ο Κουτσός ανταπέδωσε. Το σύνθημα έγινε σλόγκαν και το εφώναζαν και άλλοι παρευρισκόμενοι στα γύρω καφενεία.
Βολεύτηκαν γρήγορα στο τραπεζάκι του καφενείου και προσκάλεσαν για παρέα τον Πάνο της Πανάγαινας, μακρινό συγγενή και φίλο. Ο Πάνος μέχρι τριάντα δύο χρόνων, όμορφο και γερό παλικάρι, κατουμερήσιος, βάλθηκε να μιμηθεί στην ποσότητα οινοποσίας τους παλιούς κρασοπότες. Γέμιζε τα ποτήρια, έβαζε το δεξί χέρι του στο αριστερό του ενός γέρου σταυρωτά και έλεγε: όλοι να το πιούμε μια κι έξω.
Μετά από εφτά ή οχτώ ποτήρια, ήταν αδύνατον να συνεχίσει. «Πιες Πάνο,»-- του έλεγαν οι γέροι—« Ζαλίζομαι»-- Ψέλισε αυτός.
__Με ποιόν πήγε να τα βάλει ο νέος ρε!.είπε ο Τζιμπάκος, παλιά κόκκαλα εμείς!—Πάνο, τι μας πέρασες; Πνίγουμε χωριά, αν είχαμε μαζέψει το κρασί που ήπιαμε. Σε δέκα διαγωνισμούς, πήραμε εννέα βραβεία στο ποτό!.
__Δεν βρέθηκε κρασοπότης να μας περάσει,βεβαίωνε ο Κουτσός. Νέος είσαι μπορεί να μάθεις. Πιες Πάνο, και πές κι ένα τραγούδι τώρα. --Και το γέλιο πήγαινε σύννεφο.
__Έχει θέληση ο νέος να ακολουθήσει τα χνάρια μας. Θα τον πάρω βοηθό, θα τον βοηθήσω και θα τον επιβλέπω, είπε ο Ζιωγούλας--. Σε τρία χρόνια πρέπει να συνηθίσει.
Έτσι σταμάτησαν τη σκέψη να τον διώξουν, ως αδύνατον να συνηθίσει το κρασί.
Ο γέρο Κουτσός άρχισε το τραγούδι :
« Κόφ ‘την Ελένη, την ελιά- γιατί τρελαίνεις τα παιδιά
Δεν τηνε κόβω την ελιά- κι ας τρελαθούνε τα παιδιά»
Έτσι ξεκίνησε το τραγούδι η παρέα του και συνέχισαν με το επόμενο:
«Είμαστε ορκισμένα τα καϊμένα, καμιά σαρανταριά παιδιά… Και χωρίς να τελειώσει, σταμάτησε για να αρχίσει άλλο….
.
Μια ώρα έβρεχε « με τ’ ασκί». Οι τρείς φίλοι χαιρόσανται το θόρυβο της βροχής και απολάμβαναν με μεγαλύτερη ευχαρίστηση το κρασί τους.Ούτε πελάτης, ούτε ξένος τους ενοχλούσε, αλλά ούτε και οι γριές τους μπορούσαν με την βροχή να έρθουν. Έτσι έκαναν ελεύθερα ότι ήθελαν.
Λίγο πριν τη βροχή ήρθε στο καφενείο, που ήταν και κουρείο και μπακάλικο και οινοπωλείο και περιστασιακά εκλογικό κέντρο, ο Νάσος της Μήτσαινας.
Απαίτησε από τον καφετζή, να λογαριάσει καλύτερα από το βιβλίο οφειλετών , τα χρέη του. Ο καφετζής έκανε ξανά με προσοχή το λογαριασμό και του είπε το ποσό , που είχε συγκεντρώσει στο κάτω μέρος. Δεν διέφερε από αυτό που κι άλλη φορά τον πληροφόρησε.
Δεν συμφωνούσε με τα χρέη του και απειλούσε να τον καταχεριάσει, αν δεν μείωνε τα χρέη, σύμφωνα με τις δικές του υποδείξεις. Οι τρείς φίλοι ψύχραιμοι, νηφάλιοι από την οινοποσία, κάλεσαν τον Νάσο να πληρώσει τα χρέη, καθ’ ότι ο καφετζής είναι τίμιος και δεν πρέπει να έκανε λάθος.
__Πολλά χρόνια που πίνουμε κρασί Νάσο, δυο φορές ο λογαριασμός ήταν φουσκωμένος.
Ο Νάσος τους ρώτησε:
__Όλες τις φορές που πίνετε κάνετε λογαριασμό στα κατρούτσα που σας φέρνει;
__Εμείς Νάσο, δεν είμαστε λογιστάδες, για να κάνουμε λογαριασμό. Ούτε και μας πληρώνει ο καφετζής. Τον αφήνουμε να σπάει εκείνος το κεφάλι του και να κάνει τον λογαριασμό μόνος του. Ο Ζιωγούλας ήθελε να συνεχίσει αλλά τον διέκοψε ο Κουτσός.
__Εμείς Νάσο, καταλαβαίνουμε με πόσα κατρούτσα γεμίζει το στομάχι μας και δεν μπορεί να μας κοροϊδέψει. Παραβλέπουμε τα λάθη που κάνει, ανθρώπινα είναι. Και συ το ίδιο να κάνεις. Συμφωνείς  εσύ γέρο Τζιμπάκο;
__Νάσο, είσαι και μακρινός συγγενής μου. Αύριο που θάναι ξαστεριά και θα βλέπει καλύτερα ο καφετζής, να έλθεις να τα ξάνα κουβεντιάσετε. Τα ‘τσουξε τα ποτηράκια του μαζί μας. Αύριο θα έχει καθαρό μυαλό.
Ο Τζιμπάκος τα έλεγε αυτά γιατί δεν ήθελε να τους χαλάσει το κέφι ο Νάσος και κοίταξε να τον ξεφορτωθεί.Ο Νάσος ήπιε δυο ποτήρια, κέρασε την παρέα ένα κατρούτσο και ετοιμάστηκε να φύγει.
__Νάσο, τα ψώνια του αδελφού σου τα έχεις λάβει υπ’ όψη σου; Τον ρώτησε ο καφετζής.
__Δηλαδή τι θέλεις να μου ειπείς;
__Να! ο Μήτσος, ο αδερφός σου, ό,τι ψώνιζε, μου είπε, ότι εσύ θα το πλερώνεις και ότι είχατε συνεννοηθεί και ήσουν σύμφωνος. Τα ψώνια του είναι γραμμένα στην μερίδα σου.
__Έτσι εξηγείται το μεγάλο χρέος μου!. Χαιρέτησε και έφυγε.
Χαρούμενος ο καφετζής με την εξέλιξη του Νάσου. Θεώρησε μεγάλη την βοήθεια των τριών φίλων.
__Ακούτε, τους είπε: Όλα είναι πληρωμένα από μένα. Δεν χρωστάτε τίποτα.
__Τουλάχιστον κάνεις που κάνεις το ψυχικό, δεν φέρνεις δυο κατρούτσα και κάτι να τσιμπήσουμε, γιατί βρέχει και οι γριές……………..
Δεν πρόλαβε να τελειώσει ο τζιμπάκος και ο καφετζής επανέλαβε την πρότασή του ενισχυμένη: Σταμάτησε η βροχή, το απόγευμα στις εφτά πάλι. Θα έχω και μεζέ.
Έτσι και έγινε.
__Γέρο Τζιμπάκο, δεν πάμε το Ζιωγούλα μέχρι το σπίτι του; είναι μακριά και φαίνεται λίγο ζαλισμένος. Θα έχουμε και την άνεση, χωρίς να μας ακούει κανένας, να κουβεντιάσουμε για το προεδριλίκι.
__Και δεν πάμε Κουτσέ. Αν η γριά του μας πάρει με καλό μάτι, θα μας κεράσει ένα ποτήρι κρασί.-Έχει καλή γριά. Από υποχρέωση που θα τον πάμε στο σπίτι θα χαρεί και κάτι θα μας κολλήσει.
__Η γριά μ’ έχει διώξει από το σπίτι!. Είμαστε μαλωμένοι!.
__Πως έγινε ; Τι της έκανες;
__Κουτσέ, μου είχε δώσει διορία , να αργώ να πηγαίνω στο σπίτι, μέχρι τρείς βολές την εβδομάδα
Αυτή τη βδομάδα που πέρασε, έχασα τον λογαριασμό και άργησα έξι βολές. Μετά ανακάλυψε ότι έλειπαν και λίγα χρήματα από τον γιούκο. Εσάς σας συμπαθεί, μπορεί να ανοίξει την πόρτα και να μην αντιδράσει. Ελάτε να πάμε, ίσως με βοηθήσετε!.
__Γι αυτό κέρναγες στο καφενείο αβέρτα προχθές; Έχει δίκαιο με ότι σου κάνει! Πάμε κι αν δεν μας δεχτεί, θα κάνουμε δανεικολογιά. Τώρα που τα ’χω καλά με την κυρά Γιώργαινα να ‘ρθεις να σου στρώσει στο παραγώνι και βλέπουμε μετά.
Πήραν το δημόσιο δρόμο, φτάσανε στου Τούρκου το μαγαζί.
__Από το μαγαζάκι μου έχετε καιρό να περάστε, ζαγαράκια. Περνάτε απ’ έξω-απ’ έξω! Κρασί όμως πίνετε!. Το δικό μου δε σας κάνει;
Φταίω να σας κλείσω το δρόμο;
__ Αύριο έχεις σειρά. Δίκαιο έχεις, του είπαν, θα διορθώσουμε το σφάλμα μας, και τον χαιρέτησαν αθώα. Ψιλοτραγουδώντας έφθασαν στου Τσίρου,στου Μπογάτσα το σπίτι και έστριψαν δεξιά για του Μπαντιλέσκα το σπίτι και την Παπαδαίϊκη γειτονιά.
__Γέροι μια χάρη θέλω τους είπε ο Κουτσός. Μετά το σπίτι του Μπαντιλέσκα Θέλω να πάρουμε ένα τραγούδι. Θέλω να ευχαριστήσω την Γιώτα. Είναι από το Δάρα συγγενής της γυναίκας μου. Αλλά μην πάμε και βουβοί τον ανήφορο. Της έχω μεγάλη υποχρέωση. Είναι καλότατος άνθρωπος την ψυχή της δίνει για όλους μας.
__Κουτσέ εμένα τα λές αυτά!. Του Ζιογούλα… Εμένα η Γιώτα είναι γειτόνισσα. Η καλοσύνη της είναι σαν το βουνό , της Κουκούλας . Όλη η καλοσύνη του χωριού μαζεμένη σαυτή είναι!. Και γύφτοι να περάσουν από εδώ, τους φιλεύει, τους προσέχει και τους βοηθάει.
Είναι γυναικάρα!. Από την Γιώτα έμαθε και η γριά μου να φέρεται ανθρώπινα, χαμογελαστά, φιλικά στον κόσμο. Έχουμε στην γειτονιά ανεκτίμητο άνθρωπο.
__Θυμάμαι στο θέρο και στο αλώνισμα που κάναμε κανά μεροκάματο,το βετούλι στο φούρνο με τις πατάτες που έγλυφες τα δάχτυλά σου. Άσε το κρασί που μας πότιζε από τον Άγιο Βλάση. Εκείνο το στιφάδο με την γίδα στον τρύγο!. Θα μου μείνει αξέχαστο.
Ποιος πέρασε από το σπίτι της και δεν έφαγε και δεν ήπιε;
__Μελωμένες δίπλες έφαγα και εγώ στο παπαδαίϊκο αλώνι από τα χέρια της, θυμήθηκε ο Τζιμπάκος.  Ξεκίνησαν να τραγουδούν τα «ΤΡΙΑ ΑΔΕΛΦΙΑ»
Σαν πήρα να ‘κατήφορο την άκρη το ποτάμι
και το ποτάμι ήταν θολό, θολό κατεβασμένο…..
__Τί κατήφορο λέμε Κουτσέ φώναξε ο Ζιογούλας. Εδώ είναι ανήφορος και μας βγήκε η γλώσσα!. Τραγούδα και έλα κοντά του φώναξε ο Κουτσός.
__Ας ακούσει χαρά και τούτη η γειτονιά!. Ακούστηκε η φωνή της κυρά Γιώτας της Γιωργήλαινας.
Καλώς τους!.. Με καμάρι, με χαρά, με χάρη, καλοδέχτηκε τους τρείς φίλους.
Ολάν φώναξαν και οι τρείς με ενθουσιασμό. Δηλαδή καλώς σε βρήκαμε.
Ένα τσουκάλι με κρασί πιασμένο της ώρας και τρία ποτήρια περίμεναν τους φίλους.
Ελάτε να σας κεράσω τους είπε και γέμισε τα ποτήρια. Πρώτα όμως φάτε λίγο μεζέ, και λίγο τυράκι. Τους πρότεινε να μπούνε μέσα στο σπίτι να τους περιποιηθεί καλύτερα.
__Γιώτα μας συμπαθάς έχουμε σπουδαία δουλειά πρέπει να φύγουμε.
__Γιατί καβάληκε η νύφη η έχετε να κλείσετε καμία εργολαβία;.
__Γιώτα θα στο ειπούμε και εδώ πα να μείνει; Ο Τζιμπάκος θα είναι υποψήφιος πρόεδρος και πρέπει να καταστρώσουμε σχέδια να πάρει την εκλογή. Κατάλαβες τώρα.
__Κατάλαβα και πάρα κατάλαβα. Εγώ θα είμαι μαζί σας τους είπε και οι φίλοι έφυγαν ευχαριστημένοι  για την Ζιογούλαινα.
Η Ζιογούλαινα ήταν στον κήπο και άκουσε την στοιχομυθία και σχεδόν είδε την φιλόξενη συμπεριφορά της Γιωργήλαινας. Επέστρεψε στο σπίτι όταν και οι φίλοι ξεκίνησαν για εκεί.
Να υστερήσει η γριά του Ζιογούλα από τις άλλες συνομήλικές της!. Ήταν αδύνατον!.
Γιατί είχε εκατό οκάδες γουρούνι; Η πρώτη νοικοκυρά ήταν. Έβαλε το τηγάνι στη φωτιά και γυρόφερνε τα μεγάλα μπουκούνια παστό. Ψήθηκαν καλά και έριξε μέσα αυγά, έτοιμος ο καγιανάς, έστρωσε τραπέζι.
Έκοψε φέτες με μπόλικη ψίχα από μια μεγάλη πουγανιά φρέσκια που άχνιζε πάνω σε ένα κασόνι. Τους παρακίνησε να φάνε και να πιούνε παλιό κρασί.
__Το κρασί είναι από τα κλήματα του πατέρα μου του Μαρινάκη στην κλιματαριά.
__Τι λές ρε Ζιωγούλα. Ούτε οι Θεοί δεν έχουν να πιούν τέτοιο κρασί. Ανασταίνει νεκρούς το άτιμο.
Πιειτε να ζήσουμε τους είπε ο Κουτσός και τσούγκρισαν τα ποτήρια τους.
Θεόσχωρες την ψυχούλα του. { Θα τσουγκρίζουν άραγε και κει που είναι τώρα]
__Ζιογούλα, Κουτσέ . Πήρε τον λόγω ό Τζιμπάκος. Μεθαύριο έχουμε εκλογές. Αν με ψηφίσετε όπως είπαμε μπορεί να βγώ πρόεδρος. Σκοπός είναι να υπερασπιστώ το συμφέρον μας.
__Γέρο Τζιμπάκο μας είπες ότι θέλεις να γίνεις πρόεδρος και εμείς πιάσαμε τις γριές μας συγγενείς και φίλους να σε ψηφίσουν. Δεν μας είπες αν βγείς τι έργα θα κάνεις;
__Ζιογούλα θα σας το ξάνα ειπώ.
Το πρόβλημά μας είναι με τους καφετζήδες. Μόλις περνάει λίγο η ώρα το βράδυ οι καφετζήδες μας βγάζουν έξω. Μας διώχνουν και δεν πουλάνε κρασί.
Ακούτε λοιπόν, θα λειτουργήσουμε κοινοτικό καφενείο {ΚΑΠΗ} να πίνουμε όσο θέλουμε χωρίς φόβο να μας διώξουν. Αυτό αν φτιάξω μετά θα παραιτηθώ από το προεδριλίκι.
__Καλή η ιδέα σου και χειροκρότησαν. Με τις προσπάθειές και των φίλων του βγήκε πρόεδρος και έμεινε για καιρό ο απόλυτος άρχων.
Έφαγαν τα λυσακά τους του έβαλαν τρικλοποδιές, τον φόρτωσαν φαρμάκια, τάχαμου κείνοι θα χάλαγαν τον κόσμο με έργα. Η κρασοπαρέα, το ποτό , τον εμπόδισαν να συνεχίσει την δημιουργική του θητεία και παραιτήθη. Τον χαίρονταν και χαιρόταν τους φίλους του το κρασάκι και την παρέα τους.
Έφυγαν από την ζωή οι τρείς γέροι, ο ένας πρώτα ο άλλος μετά και οι γριές τους που καμάρωναν και τους πρόσεχαν. Έφυγαν απ’ την ζωή ο περίγυρός τους, καφετζήδες φίλοι γνωστοί.
Με αυτούς και για αυτούς , έλεγαν διάφορα, έπιναν, τραγούδαγαν, σατίριζαν, γέλαγαν . Οι τότε νέοι, γεράσαμε και νέες γενιές γεννήθηκαν και μεγαλώνουν. Η αναφορά μου στους φίλους στις γριές τους στον περίγυρό τους που αναφέρονται στο κείμενο και έφυγαν, φτωχό μνημόσυνο για την ψυχή τους.
B Girakas 30/6/2011















10 σχόλια :

κουκος είπε...

βαγγελη μπραβο!!ολοι οι πατριωτες που εφυγαν να γινουν αναγνωσμα.ειναι μνημοσυνο αυτο!

Ανώνυμος είπε...

ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΜΕ ΑΓΩΝΙΑ ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ
ΑΣΒΟΣ

Ανώνυμος είπε...

sostos

Ανώνυμος είπε...

Ενα ακόμη αριστούργημα του βαγγέλη
πκ

Ανώνυμος είπε...

χάθηκε και η νύφη που σχολίαζε

Ανώνυμος είπε...

λες να πιστεψε το βενιζελο για την επιστροφη στο 2004 και να πηγε να γραφτει εθελοντης στους ολυμπιακους ηηηη την εφαγε ο μοζιλλας???gerolykos

Ντορης είπε...

Ηθελε να πι οτι γυρισαμε στο σαραντα, εκανε λαθος ο άνθρωπος

Ανώνυμος είπε...

κεινος ο κουτσος πως ζωντανευε οταν ακουγε ....τον παρασκευα

Ανώνυμος είπε...

Βαγγελη μας κάνεις όλους υπερήφανους θα περιμένουμε με ανυπομονησία τη συνέχεια να ξέρεις ότι τα διαβάζουμε όλα με μεγάλη χαρά .
Συγχαρητήρια και στον ιδιοκτήτη του bloks που το επίπεδο συνέχεια ανεβαίνει.
Γι. Καρ..

Ανώνυμος είπε...

Ένα ακόμη ηθογράφημα αποδίδει με μεγάλη επιτυχία -ως φαίνεται- ο Βαγγέλης. Θα ιδούμε και τη συνέχεια που πρέπει να είναι εξ ίσου καλή.
"Οι τρείς φίλοι" άφησαν εποχή και χρειαζόταν ένα μνημόσυνο.
Επι πλέον παρατηρώ άφθονη παραγωγή έργου απο τον πατριώτη μας, που μας ικανοποιεί αρκετά, αν κρίνω από τα ευνοϊκά σχόλια. Ο χρόνος θα δείξει πού το πάει.Του εύχομαι προόδους.