Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

Από το κομμένο γεφύρι ως του Ντελεέρη.


Ένα  οδοιπορικό στο χώρο και το χρόνο.
Από το Μαρίνη Πολυχρονόπουλο, Φιλόλογο-Ιστορικό
( Αναδημοσίευση από το περιοδικό του Συλλόγου Γλανιτσιωτών Τρίπολης: ΤΗΣ ΚΥΡΑΣ ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ,ΧΡΟΝΟΣ Γ’, -ΤΕΥΧΟΣ 3, ΧΕΙΜΩΝΑΣ 1988 -89 με βελτιώσεις και επίκαιρες σημειώσεις.)
Ο χώρος αυτός είναι στην Κοινότητα Μυγδαλιάς ( Γλανιτσιάς ) και τη διασχίζει ο ποταμός Λάδωνας ή Ρουφιάς.
Στην εγκυκλοπαίδεια το όνομα Λάδωνας έχει δύο διαφορετικές σημασίες: Λάδωνας ,κατά τη μυθολογία, ήταν δράκος με εκατό κεφάλια ,γιος του Φόρκυος και της Κητούς ,όπως αναφέρεται στη θεογονία του Ησίοδου ή του Τρύφωνα και της Έχιδνας ,όπως αναφέρει ο Φερεκίδης. Ήταν ο ακοίμητος φύλακας στον κήπο των Εσπερίδων και φύλαγε μαζί με τις Εσπερίδες ,κατά παραγγελία της Ήρας ,το δένδρο που καρποφορούσε τα χρυσά μήλα.
Το Λάδωνα σκότωσε ο Ηρακλής ,μετά από παραγγελία του Ευρυσθένη και άρπαξε τα χρυσά μήλα του δέντρου. Ήταν ο προτελευταίος κατά σειρά από τους δώδεκα γνωστούς άθλους του Ηρακλή.
Με το ίδιο όνομα πάλι, Λάδωνας είναι το ποτάμι της Αρκαδίας (λέγεται και Ρουφιάς ,πιθανόν απ’τις πολλές ρουφήχτες του ) , που έχει τις πηγές του στο Μαίναλο και στο Χελμό.
Την ονομασία του αυτή την οφείλει πιθανόν στο γεγονός ότι κυλάει αθόρυβα το νερό του ,είναι αμίλητο ,μουλωχτό. Δεν κάνει φασαρία ,δεν αφρίζει ,είναι σα λάδι. Είναι όμως τους χειμερινούς μήνες ιδίως ,πάντα θολωμένο ,γιατί περνάει από λασπερά μέρη , κοιμάται κι όμως αυτή η ακινησία του σε τρομάζει, γιατί δίνει την εντύπωση ότι παραμονεύει σα φίδι ( δράκος ) για να σε καταπιεί!!!
Το τμήμα του που πηγάζει απ΄το Μαίναλο λέγεται Τράγος και περνάει βορειοδυτικά της Βυτίνας και της Νυμφασίας ,κοντά στη Ιερή μονή της Κερνίτσας ,στην άκρη του χωριού Καμενίτσας,όπου υπάρχει για τις συγκοινωνιακές ανάγκες λιθόκτιστο ,μονότοξο γεφύρι.
Στον Τράγο χύνονται οι πηγές του χωριού Παναγίτσα και τα νερά από τα αποστραγγιστικά έργα του κάμπου της Βλαχέρνας- Λίμνης.
Ο Τράγος λίγο πιο κάτω στα Παγκρατέικα Καλύβια ενώνεται με το ποτάμι που έρχεται απ΄τα Μαζέικα ,(Κάτω Κλειτορία Καλαβρύτων) το Μαζεκέικο ,το οποίο πάλι έχει δύο βασικές πηγές.
Η μία πηγή είναι στο χωριό Πλανηντέρου ,στις ρίζες του Χελμού ,όπου υπάρχει το φημισμένο πεστροφείο και η άλλη πηγή του είναι στο χωριό Λυκούρια Καλαβρύτων .
Ο Λάδωνας ενωμένος με τον άλλο ποταμό ,τον Ερύμανθο , χαμηλά στην Τριποταμιά της Ηραίας, χύνεται στον Αλφειό ποταμό , ο οποίος πάλι έχει τις κύριες πηγές του στο οροπέδιο της Μεγαλόπολης και στην οροσειρά του Ταυγέτου. Ο Αλφειός τέλος, ποτίζοντας την εύφορη ηλειακή γη , εκβάλλει στο Ιόνιο πέλαγος.
Ο Λάδωνας διέσχιζε και ένα τμήμα του χωριού μας ,το πιο γόνιμο και πιο αποδοτικό. Ας το περπατήσουμε νοερά.
Άρχιζε απ΄την τοποθεσία Μερίδα- Κομμένο γεφύρι και έφτανε ως του Ντελεέρη το σπίτι , ( σήμερα Κότας ) .
Αυτό το χώρο μέσα στο χρόνο σε αδρές γραμμές θα προσπαθήσω να παρουσιάσω στο μικρό αυτό οδοιπορικό .Η πορεία μου θα είναι σύμφωνα με το ρεύμα του ποταμού με το σιγανό μουρμουρητό του.
Ανάμεσα στους συνοικισμούς της Γλανιτσιάς : Παλαιόπυργο και Κοκκαλιάρα βρίσκουμε ίχνη του Κομμένου γεφυριού. Παράδοση σχετική μας διασώζει ο μακαρίτης συμπατριώτης μας Χρήστος Γ. Κωνσταντινόπουλος στο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του « Το χωριό μου Γλανιτσιά –Μυγδαλιά ( Αρκαδίας ) » Αθήνα 1965.
Ακολουθώντας τη δυτική πλευρά του ρεύματος του ποταμού συναντάμε το κεφαλόβρυσο Κουρπό . Η πηγή του ,λένε,ήταν στην Αγία Παρασκευή πιο πάνω απ΄το χωριό.Το νερό το καταράστηκε μια Τούρκισσα και βγήκε χαμηλά στον Κουρπό. Ακολούθως συναντάμε το Νησί κάτω απ’ τον Παλαιόπυργο. Απ’το ύψος του Νησιού ξεκινούσε το μυλαύλακο του μύλου του Συμεού ,κοντά στης Κυράς το γεφύρι,που τον αγόρασε ο συμπατριώτης μας Κατσιόγιαννης. Στο μύλο αυτό εργάστηκε ως μυλωνάς ο πρόσφυγας Βυζιώτης Θυμιάκης ,ψηλός και εργατικός άντρας ,παππούς του μακαρίτη Γιώργη Τέλη Βυζιώτη. Σήμερα στέκεται ακόμα όρθιος ,άψυχο κουφάρι ,χάλασμα πια ο μύλος και όλη η γύρω περιοχή λέγεται Γκουφάλα.
Συνεχίζοντας το δυτικό ρεύμα του ποταμού συναντάμε στο ύψος του γεφυριού της Κυράς τα δύο ονομαστά της χάνια ,σήμερα ανύπαρκτα ούτε τα ίχνη τους. Το κατσιαλεπέικο χάνι και του Ματαρατσά ,που ήσαν μπακάλικα και μαγαζιά. Στα πόδια του γεφυριού υπήρχε κεφαλόβρυσο με νόστιμο και δροσερό νερό ,απ’το οποίο έπινε άφθονο ένας θεόρατος και βαθύσκιωτος πλάτανος. Εδώ ξεδιψούσε κάθε καταλαχάρης και περαστικός απ’το γεφύρι. Εδώ έπλεναν τα ρούχα και τα κλινοσκεπάσματά τους οι αγρότες του συνοικισμού του γεφυριού.
Εδώ μάθαιναν τα νέα ,τοπικά, κρατικά και παγκόσμια απ’τους περαστικούς του γεφυριού .Το γεφύρι δεν ήταν μόνο πέρασμα ανθρώπων και ζώων ,αλλά και ιδεών ,ειδήσεων ,προτάσεων και σχολίων. Αν το ίδιο είχε φωνή ,πόσα θα είχε να μας διηγηθεί ευχάριστα και δυσάρεστα;
Στη συνέχεια ήταν η τοποθεσία του Φίλη το νησί,όπου ήταν κι άλλο κεφαλόβρυσο.Απ’το σημείο αυτό και κάτω ως τη Μαρτίτσα ο κάμπος στένωνε πολύ.Είχαμε εδώ σε μοκρογραφία τα Θεσσαλικά Τέμπη. Πιο κάτω η τοποθεσία ονομαζόταν Φτεριάς ,πιθανόν από τη Φτέρη που υπήρχε άφθονη.
Παίρνοτας τώρα το ανατολικό ρεύμα του ποταμού ,μετά το Κομμένο γεφύρι, συναντούσες το μύλο του Σφυρή , μυλωνά απ’ το Βαλτεσινίκο. Ολόκληρη η περιοχή από του Σφυρή το μύλο ως της Κυράς το γεφύρι ονομαζόταν Ρουπακίνα και ποτιζόταν όλος ο κάμπος αυτός ,περίπου 200 στρέμματα με μυλαύλακο που ξεκινούσε απ’του Σφυρή το μύλο και χυνόταν πάλι στης Κυράς το γεφύρι. Ήταν κάμπος προσηλιακός, εύφορος, πολύ παραγωγικός. Η περιοχή του κάμπου αυτού κοντά στο γεφύρι ονομαζόταν Μπίνιαρης.
Από το γεφύρι της Κυράς και κάτω ο κάμπος ,όπως προαναφέραμε , στένευε σχηματίζοντας μικρά Τέμπη. Συνεχίζοντας την πορεία μας συναντούμε τα βράχια του Πράγιαννη ,τα Βαρικά, ψηλότερά τους ήσαν του Γιωργάκη τα βράχια , κοντά στου Μπαλάση το καλύβι.
Πιο κάτω συναντούσες τον κάμπο που λεγόταν Μπαρμπέρης .Εδώ υπάρχει μια σπηλιά και ήτανε Μαρουδαίικη, Τα χωράφια εδώ ήταν ξερικά ,δεν τα έπιανε το ποτάμι. Ήταν ψηλότερα ,γι’αυτό τα έσπερναν δημητριακά. Η Μαρουδαίικη σπηλιά χρησίμευε για κατοικία ζώων και ανθρώπων την εποχή εκείνη.
Όταν φούσκωνε ο Λάδωνας , κι αυτό γινόταν συχνά , οι Μαρουδαίοι κινδύνευαν να πνιγούν. Η σπηλιά ήταν βέβαια ευρύχωρη, αλλά σα φούσκωνε το ποτάμι ,πλημμύριζε η σπηλιά και τότε λέγανε : Πάει πνίγηκαν οι Μαρουδαίοι!!!. ( Μαρουδαίοι ήσαν : ο Μαρινάκης , πατέρας του Ζιωγούλα, ο Γιώργης Μαρουδής ο πατέρας του Απίκραντου κι ο Πάνος ο Μαρουδής ο πατέρας του Ζούλα .) Παράπλευρα της σπηλιάς υπήρχε μικρό εκκλησάκι αφιερωμένο στη μνήμη των ισαποστόλων Αγίου Κωνσταντίνου και Αγίας Ελένης.
Μετά τη Μαρουδαίικη σπηλιά συναντάμε τη Μαρτίτσα,όπου πάλι πλάταινε ο κάμπος. Απέναντι βρίσκεται ο συνοικισμός των Λαγκαδίων , η Φτεριά, ( Τσιάρνη ),όπου υπήρχε κεφαλόβρυσο και νεροτριβή για κλινοσκεπάσματα., ( κοζιές –φλοκάτες –μπαντανίες κ.λ.π. )
Μετά τη Μαρτίτσα σήμερα παραμένει ως απομεινάρι του παλαιού καλού καιρού ,όρθιο το σπίτι του Ντελεέρη –Κότα, Συραμιώτη . Ήταν σπίτι διώροφο στην άκρη του κάμπου ,πραγματικό μοναστήρι,γιατί είχε τα πάντα. Η γυναίκα του, η γλανιτσιώτισσα μακαρίτισσα Γιαννούλα, φιλοξενούσε τον περαστικό και τον φίλευε από όλα τα αγαθά.
Ο κάμπος αυτός ιδίως της Ρουπακίνας και της Μαρτίτσας ήταν αρκετά εύφορος και καθώς ποτιζόταν ολόκληρος κι απ’τις δύο πλευρές αποτελούσε το μεγαλύτερο δώρο του Θεού για το χωριό μας.Το χωριό μας ποτέ δεν πείνασε χάρη στον κάμπο ,ούτε την περίοδο της Κατοχής , που ομολογουμένως κάποιοι είπαν το ψωμί ψωμάκι, όπως οι γείτονές μας οι Λαγκαδινοί. Είχε αρκετή μπομπότα να φάει!!! Η κούκλα ,το αραποσίτι , στη θρακόβολι ή βραστή ,του έλυνε σίγουρα το πρόβλημα της επιβίωσης.
Αλλά ο ίδιος ο κάμπος υποστήριζε και την ενδοχώρα της Περαμεριάς με τα πολλά της καλύβια ,γιατί είχε δημιουργηθεί μια σχεδόν αυτάρκης τοπική οικονομία στον πρωτογενή τομέα. Τότε οι συναλλαγές γινόταν σε είδος και δεν κυκλοφορούσε πολύ το χρήμα ,ως μέσο συναλλαγής. Απουσίαζε απελπιστικά ο τριτογενής τομέας της οικονομίας ( παροχής υπηρεσιών ).
Στις όχθες του ποταμού υπήρχαν βαθύσκιωτα πλατάνια ,ιτιές και πανύψηλες λεύκες ,αλλά και οπωροφόρα ,όπως συκιές ,μηλιές και καρυδιές. Καλλιεργούσαν κυρίως το αραποσίτι και τα κηπευτικά : φασόλια (χαρόνια ) ,πατάτες και ντομάτες. Επίσης λιγοστά τριφύλλια και σκούπες στις όχθες του ποταμού. Στη συγκομιδή του αραποσιτιού είχαμε γενικό ξεσηκωμό στο χωριό,όπως στον τρύγο, που λεγόταν ξέλαση (=αλληλοβοήθεια.). Τελευταία ο πατέρας μου ,ο μπαρμπα-Γληγόρης ,είχε φυτέψει στου Μπίνιαρη λίγες ελιές που πράγματι ευδοκιμούσαν ,αλλά βλέπετε τις θέρισε η λίμνη.!!!
Άφθονο ήταν και το κυνήγι του λαγού και της πέρδικας ,ιδίως στις όχθες του ποταμού αλλά και στα ξερικά και καλλιεργούμενα χωράφια της Περαμεριάς. Επίσης στο ποτάμι υπήρχαν ψάρια νοστιμότατα , όπως πέστροφες και τριχιοί, που τα αλίευαν με πολλούς τρόπους.
Ο ένας τρόπος ήταν με το παραδοσιακό κοφίνι ,που ήταν φτιαγμένο από βέργες ιτιάς και είχε ειδική κατασκευή σε σχέση με τα κοινά καλαμένια κοφίνια. Ήταν στρογγυλό και ευρύχωρο, χωρίς χέρια στα πλευρά του και με μικρό στόμιο. Το έριχναν αποβραδίς στο ποτάμι, δένοντάς το από κάποιο σταθερό σημείο . Ως δόλωμα συνήθως έδεναν στον πάτο του σκληρό ζυμάρι με τυρί. Το πρωί μάζευαν τη σοδειά. Άλλος τρόπος ήταν με το καλάμι ,αλλά ο πιο σίγουρος για επιτυχία ήταν τα δίκτυα, που άπλωναν από τη μια όχθη του ποταμού στην άλλη.
Μετά τη συγκομιδή του αραποσιτιού τα βόδια μπαίνανε στο ποτάμι και βόσκαγαν όλο το χειμώνα. Τα πρόβατα βοσκούσαν στον κάμπο τη σβαρθακλίδα ,που φύτρωνε στο ποτάμι, την τρώγανε τα πρόβατα, αλλά είχε βδέλλα, που την καταπολεμούσαν με φάρμακα.
Καλή εποχή τότε , ειδυλλιακή ,νοσταλγική !!!
Οι συμπατριώτες μας , που σχεδόν όλοι ήσαν βουκόλοι και καλλιεργητές , ζούσαν ανέμελη ζωή, φυσιολογική και με μέτρο , χωρίς τις πολλές σκοτούρες και το σύγχρονο άγχος της εποχής μας . Αρκούνταν σε όσα η γη με τον κόπο τους απλόχερα τους έδινε και δε ζητούσαν εφήμερα πολλά υλικά αγαθά. Ζούσαν κοντά στη φύση και διδάσκονταν από αυτή .
Απ’ όλους τους Γλανιτσιώτες το μεγαλύτερο κλήρο είχαν ,όπως λένε οι παλαιότεροι,οι Ρουμελιωταίοι. Αλλά το μεγαλύτερο και το καλύτερο μέρος του κάμπου αλλά και της Περαμεριάς ,αρχικά ανήκε ιδιοκτησιακά σε Βαλτεσινιώτες.
Αυτοί ήταν άντρες μεγαλόσωμοι, δυνατοί και δουλευταράδες και διέθεταν τα πιο δυνατά μουλάρια και άλογα .Τον καιρό του θερισμού και του αλωνίσματος στην Περαμεριά, συναντούσες αχάραγα βαλτεσινιώτικο καραβάνι να ροβολά από τη Μαυρομάτα και να κατευθύνεται προς το γεφύρι με ποδοβολητά και φωνές. Και αργά το βράδυ πάλι έβλεπες τα μουλάρια φορτωμένα με ορθά τα σακιά με το χρυσό , το σιτάρι, και να ανηφορίζουν στο Κάτω Νερό ,επιστρέφοντας στη βάση τους στο Βαλτεσινικο, στο κεφαλοχώρι της περιοχής. Είχαν το « φιλέτο » όλης της περιοχής. Αυτό το μαρτυρούν τα πολλά βαλτεσινιώτικα τοπωνύμια, που μας άφησαν στην περιοχή.
Σταδιακά και όταν ο κάμπος κατακλύσθηκε από τα νερά της τεχνητής λίμνης ,αποχώρησαν οι γείτονές μας Βαλτεσινιώτες , πουλώντας και τα ξερικά κτήματά τους σε Γλανιτσιώτες, Συριαμαίους, Ποδογορινούς και Τσιαρναίους.
Η διαδικασία για την κατασκευή του φράγματος και τη δημιουργία υδροηλεκτρικού σταθμού στη θέση Σπάθαρι,ήταν προπολεμική. Για το σκοπό αυτό είχαν φτιάξει έναν οικισμό –εργοτάξιο στην περιοχή του Συριάμου,πιθανόν Αγγλογάλλοι.
Μετά την ήττα των δυνάμεων του Άξονα και το τέλος του 2ου παγκόσμιου πολέμου η Ιταλία υποχρεώνεται να κατασκευάσει το φράγμα και τη σήραγγα ,μήκους περίπου 8500 μέτρων ,ως πολεμική αποζημίωση στην πατρίδα μας ,τις λεγόμενες πολεμικές επανορθώσεις απ’τον πόλεμο.
Προηγήθηκαν φυσικά οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις επί Πλαστήρα με τη σύμβαση του 1952. Ορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος με δικαστική απόφαση κατά στρέμμα από το Πρωτοδικείο σε 4200 δραχμές. Ορισμένοι ,επειδή δεν ικανοποιήθηκαν από αυτή την τιμή ,προσέφυγαν στο Εφετείο υποβάλλοντας ενστάσεις και πήραν επί πλέον 3300 δραχμές για τα ποτιστικά χωράφια. Πάντως από όλους τους ζώντες πατριώτες που ρώτησα ,η αποζημίωση των ιδιοκτητών έγινε μέσα στο γνωστό μετεμφυλιοπολεμικό κλίμα.
Το τοπογραφικό διάγραμμα έκανε ο μηχανικός της Δ.Ε.Η. Βράγκαλης. Καθώς μέτραγε τα κτήματα οι ιδιοκτήτες του ζήταγαν παρακλητικά :
« Έλεος αφέντη μου »!!!
Ο μακαρίτης δικηγόρος συμπατριώτης μας Χρήστος Παπαντωνίου ήθελε να τους οργανώσει για να διεκδικήσουν δυναμικότερα και αποτελεσματικότερα τα δικαιώματά τους, αλλά υπήρχε ο φόβος της οργάνωσης για πολιτικούς λόγους.
Ο προοδευτικός κόσμος δεν μπορούσε να σηκώσει κεφάλι ,να διαμαρτυρηθεί , να αντιδράσει. Τους κοιτάγανε με το « ασπράδι » , κατά την προσφιλή έκφραση του μακαρίτη του Θανάση του Γιωργιά ,
( Κακαράπη )
Συγκεκριμένα σ’όλες τις φάσεις της κατασκευής του έργου μια-δυο φορές την εβδομάδα έρχονταν όλες οι αστυνομίες και έκαναν σύσκεψη ( Τροπαίων , Κοντοβάζαινας,Λαγκαδίων Στρέζοβας και Βαλτεσινίκου) και διέδιδαν ότι πάνε για ζωοκλοπή ,αλλά εκ των υστέρων οι πατριώτες έμαθαν πως παρακολουθούσαν τις διάφορες κινήσεις των προοδευτικών ανθρώπων , για τυχόν δολιοφθορές –σαμποτάζ του έργου . Απόδειξη τρανή ήταν το γεγονός ότι για να δουλέψει κάποιος στο φράγμα έπρεπε να έχει οπωσδήποτε πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων.
Κτήματα φυσικά που καλύφθηκαν απ’τή Λίμνη του Λάδωνα δεν είχε μόνο το χωριό μας ,αλλά και τα άλλα γειτονικά χωριά : Το Βαλτεσινίκο, η Μουριά (Συριάμου ) ,η Φτεριά ( Τσιάρνη), το Περδικονέρι ( Κατσουλιά ),η Βάχλια,η Ξηροκαρύταινα , η Κερπινή και η Πουρναριά ( Ποδογορά).
Για το γεφύρι της Κυράς ,που καλύπτεται από τα νερά της λίμνης κατά τα 3/4 του χρόνου , από τον Ιανουάριο ως το Σεπτέμβριο ,οπότε πέφτει η στάθμη της Λίμνης ,έγιναν πολλά κατά καιρούς διαβήματα και διαμαρτυρίες από το Κοινοτικό Συμβούλιο της Μυγδαλιάς προς τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας : Γραφείο του Πρωθυπουργού, Γραφεία αρχηγών των Κομμάτων , Δ.Ε.Η. και άλλους φορείς.
Η Δ.Ε.Η. απάντησε ότι ουδεμία νομική υποχρέωση έχει να υψώσει το υπάρχον γεφύρι της Κυράς και να αποκαταστήσει έτσι την οδική συγκοινωνία με τα γειτονικά χωριά ,που υπήρχε πριν. Είχε όμως, με τη σύμβαση του 1956, την υποχρέωση να αποκαταστήσει την οδική συγκοινωνία Μυγδαλιάς –Πουρναριάς, που δεν υλοποίησε.
Με τη μεσολάβηση του συμπατριώτη μας ,Θεόδωρου Παπαθεοδώρου, η Δ.Ε.Η. αποκατέστησε κάπως πρόχειρα τη συγκοινωνία με την τοποθέτηση ενός φέρι-μπόουτ , της γνωστής μας μαούνας. Αυτό ήταν αρχικά χειροκίνητο και αργότερα έγινε μηχανοκίνητο και ήταν σε λειτουργία μέχρι το Μάιο του 2002 ,οπότε επιτέλους η Δ.Ε.Η. κατασκεύασε την καινούρια μεγάλη γέφυρα, μετά από τις αφόρητες πιέσεις που δέχθηκε. Μας το όφειλε άλλωστε. Η δαπάνη για την κατασκευή της γέφυρας έφτασε τα 450 εκατομμύρια δραχμές.
Για να φτάσουμε όμως στην κατασκευή της νέας γέφυρας κύλησε πολύς χρόνος και έγιναν πολλές και συντονισμένες ενέργειες.
Η Κοινότητά μας ,οι δύο Πατριωτικοί σύλλογοι ,Αθήνας και Τρίπολης ξεκίνησαν έναν τιτάνιο αγώνα για συγκέντρωση χρημάτων για την κατασκευή δημόσιου δρόμου από Μυγδαλιά προς της Κυράς το γεφύρι και επίσης από το γεφύρι ως τη διασταύρωση του δρόμου Πουρναριάς –Μουριάς ,περίπου συνολικά οκτώ χιλιόμετρα.
Συγκροτήθηκε ερανική επιτροπή με πρόεδρο τον Αιδεσιμότατο Αντώνη Πολυχρονόπουλο και σε λίγο χρόνο με τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν άρχισαν οι εργασίες χάραξης και διάνοιξης των δρόμων . Η προσφορά των συμπατριωτών μας σε χρήμα ήταν συγκινητική . Συμμετείχαν και άλλοι φίλοι μας και κάτοικοι των γειτονικών χωριών σε αυτήν την προσπάθεια .
Μας συμπαραστάθηκε ουσιαστικά και η Νομαρχία Αρκαδίας με τις μελέτες της ,τα μηχανήματά της . Η Νομαρχία Αρκαδίας το 1986, εκπόνησε σχετική μελέτη για την κατασκευή της γέφυρας ,που στοίχισε ενάμισι εκατομμύριο δραχμές τότε.
Σήμερα η τεχνητή λίμνη υπάρχει , το γεφύρι της Κυράς ,ένα βυζαντινό μνημείο ανυπέρβλητης αρχιτεκτονικής αξίας , στενάζει από το θανάσιμο εναγκαλισμό της και αναμένει τη φροντίδα της Πολιτείας για τη σωτηρία του. Το βλέπουμε και το θαυμάζουμε,μόνο για τρεις μήνες περίπου ,όταν τα γαλαζοπράσινα νερά της λίμνης υποχωρούν .Η διάβρωσή του όμως προχωρεί με γρήγορο ρυθμό. Αν θέλουμε να το θαυμάζουμε και να το χαιρόμαστε για πάντα θα πρέπει και να το συντηρούμε τακτικά . Η επιβλητική γέφυρα που στήθηκε δίπλα του,διπλής κατεύθυνσης,είναι ένα σύγχρονο αρχιτεκτονικό θαύμα , αντάξια των θρύλων και των παραδόσεων του γεφυριού της Κυράς της Άκοβας!!!
Στο έργο αυτό ,που αποκατέστησε την οδική πλέον ακώλυτη επικοινωνία της Μυγδαλιάς με την Πουρναριά και τις άλλες Κοινότητες και ένωσε δύο νομούς ,την Αρκαδία με την Αχαΐα., καθοριστική ήταν η συμβολή του αείμνηστου Υπουργού μας Βαγγέλη Γιαννόπουλου και του Δημάρχου ,του πρώην Δήμου Κλείτορος, Λεωνίδα Δασκαλόπουλου ,που έτρεξε και συντόνισε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και Υπηρεσίες. Τα επίσημα εγκαίνιά της έγιναν από τον νυν Υπουργό Υποδομών Δημήτρη Ρέππα ,ο οποίος είχε πρωτοστατήσει στην κατασκευή της. Η προσέλευση πολλών επισήμων και του κόσμου ήταν πολύ μεγάλη. Η μισή Αρκαδία ήταν εκεί. Μερικοί σταυροκοπιούνταν και δεν πίστευαν στα μάτια τους γι’αυτό το επιβλητικό έργο που είχαν μπροστά τους.
Τα αυτοκίνητα ,αραγμένα στη σειρά, ξεπερνούσαν χωρίς υπερβολή τα τρία χιλιόμετρα.!!!
Τι διεκδικούμε σήμερα ,τι πρέπει οι παραλαδώνιες Κοινότητες να διεκδικήσουν για την ανάπτυξη του τόπου τους;
Καθημερινά στη ζωή μας , άλλες ανάγκες και άλλες προτεραιότητες μπαίνουν και ζητούν επιτακτικά λύσεις.
Βέβαια δε διεκδικούμε την επιστροφή της γης μας απ’τη Δ.Ε.Η. Αυτό σήμερα είναι αδιανόητο,αλλά και επιζήμιο για την εθνική οικονομία. Όμως σήμερα έχουν αλλάξει τα δεδομένα .Τα ζώα τα διαδέχθηκαν τα γεωργικά μηχανήματα και τα αγροτικά και τα τζιπ.
Ο βασικός οδικός άξονας της λίμνης έχει διανοιχτεί ,όμως πρόχειρα . Σε πολλά σημεία του είναι στενός και οι στροφές του επικίνδυνες. Πρέπει να γίνουν πολλά τεχνικά έργα και μετά να ασφαλτοστρωθεί.
Ήδη το έργο έχει ξεκινήσει με πρωτοβουλία του εξαίρετου, μαχητικού και δραστήριου Βουλευτή μας ,του Οδυσσέα Κωνσταντινόπουλου . Με δική του παρέμβαση ,από την Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Περιβάλλοντος της Βουλής επικαιροποιήθηκε η μελέτη « Τουριστική αξιοποίηση της λίμνης Λάδωνα » ,που εκπονήθηκε το 1999 από τον Παραλαδώνιο Σύνδεσμο .
Να γίνουν όλοι οι παραποτάμιοι και όλοι οι παραλαδώνιοι δρόμοι και το πολύ συζητημένο Δασικό Χωριό, αφού καθορισθεί ο χώρος του , επιτέλους να βλέπουμε να υλοποιείται.
Όλα αυτά με σεβασμό στο περιβάλλον και στην πράσινη ανάπτυξη και στον αγροτοτουρισμό. Με τις αναγκαίες υποδομές θα αξιοποιηθεί και τουριστικά και η λίμνη ,με τις υπέροχες φυσικές της ομορφιές. Μπορούν κάλλιστα επίσης να δημιουργηθούν εγκαταστάσεις αθλητικές για τα αθλήματα της Κολύμβησης , της Κωπηλασίας και όχι μόνο.
Θα ξανασυνδεθούν τα χωριά μας και θα αξιοποιηθεί καλύτερα η κτηνοτροφία και εν μέρει η γεωργία. Μπορεί ακόμη να αναπτυχθεί η ιχθυοκαλλιέργεια ,γιατί τα νερό είναι ανανεώσιμο, δε βρωμάει .
Η διάθεση , η διακίνηση των πιστοποιημένων αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων μας θα γίνεται καλύτερα.
Ένας ολόκληρος χώρος ,η Περαμεριά παραμένει σήμερα ανεκμετάλλευτος , παρόλο που είναι σχετικά αποδοτικός.
Αυτοκίνητα θα διέρχονται ακώλυτα και θα επικοινωνούμε καθημερινά με τις Κοινότητες της Πουρναριάς ,της Βάχλιας ,της Μουριάς και με τη Δάφνη Καλαβρύτων ( Στρέζοβα ) ,όπου μπορούμε να εξυπηρετηθούμε απ’τη λαϊκή της αγορά ,το αγροτικό της ιατρείο, τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και τις άλλες δημόσιες υπηρεσίες της .
Επί της γέφυρας τους καλοκαιρινούς μήνες μπορούν κάλλιστα να γίνονται καλλιτεχνικές ,πολιτιστικές και αθλητικές εκδηλώσεις, από το νέο Δήμο της Γορτυνίας για την προσέλκυση ξένων επισκεπτών ,μετά από ανάπλαση βέβαια του περιβάλλοντος χώρου.
Σε βάθος χρόνου και αφού πρώτα βέβαια ξεπερασθεί η σημερινή οικονομική συγκυρία ,ο ερημωμένος τόπος της λίμνης και της Περαμεριάς θα γιομίσει με μουσικούς ήχους και τραγούδια, φλογέρες και κελαηδίσματα, τροκάνια και μπουζούκες, σαλαγίσματα και βελάσματα ,κλαρίνα και βιολιά. Θα μεταμορφωθεί σε ένα γνήσιο βουκολικό ,αρκαδικό τοπίο !!!
Δεν πρέπει να λησμονούμε και τούτο το βασικό : Είμαστε στο κέντρο της Πελοποννήσου κι αυτό είναι πολύ θετικό και ελπιδοφόρο.
Νομίζω πως η αναβάθμιση της υπαίθρου μας και της αγροτιάς μας περνάει μέσα από την υποδομή της.
Ο Δήμος της Γορτυνίας μας ,με πρωτοπόρα τη Γλανιτσιά ,οι πατριωτικοί σύλλογοι ,οι γειτονικές Κοινότητες, ο τοπικός τύπος ,ας ενώσουν όλοι μαζί τη φωνή τους, διεκδικώντας τα δίκαια αιτήματά τους.

Επικαιροποιημένα σχόλια από τον ίδιο το συγγραφέα :

1- Για τη συγγραφή αυτού του οδοιπορικού πολύτιμες και ανεκτίμητες ήσαν για μένα οι πληροφορίες που μου έδωσαν πρόθυμα : η μητέρα μου , Ελένη Πολυχρονοπούλου ,(Τζιουκολένη) , η θεία μου Ευαγγελία Κοσμά , ( Τσαγκροβαγγελιά ), ο πρώην γραμματέας της Κοινότητας Μυγδαλιάς ,Αθανάσιος Γιαννόπουλος ( Κακαράπης) , ο Ιωάννης Φουρνόδαυλος (Γκριντελόγιαννης ), όλοι τους μακαρίτες , και η ξαδέρφη μου , Κωνσταντίνα Δ. Γιαννοπούλου ,( Ντίνα του Μπούγου ). Τους ευχαριστώ από καρδιάς.
2- Ως προς τη γλώσσα ,διατήρησα μερικές εκφράσεις και ιδιωματισμούς του χωριού μας, όπως χρησιμοποιούνταν παλαιότερα στο χωριό μας ( ντοπιολαλιά ). Ανεκτίμητος γλωσσικός θησαυρός για όλους μας!!!
3- Θα ήθελα μελλοντικά κάποιος καλός πατριώτης ,τοπογράφος μηχανικός, να αποτυπώσει σε σχέδιο το χώρο του κάμπου και του γεφυριού της Κυράς με βάση τις πληροφορίες που πολλοί προσπαθήσαμε να διασώσουμε από τη φθορά του πανδαμάτορα χρόνου.

5 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

ΜΠΡΑΒΟ ΜΑΡΙΝΗ.ΑΝΕΔΕΙΞΕΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ ΛΑΔΩΝΑ ΑΠ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΟΥ.ΜΠΟΥΡΕΚΟΓΙΩΡΓΗΣ

Ανώνυμος είπε...

Και σ αυτό το εξαιρετικό οδοιπορικό είναι χρήσιμο να κατατεθεί κάθε πρόσθετη πληροφορία που ενδεχομένως να έχει κάποιος συμπατριώτης
Γ.Γ

Ανώνυμος είπε...

τωρα που θα ιδιοτικοποιειθει η δεη να διεκδικισουμε?????gerolykos

Ανώνυμος είπε...

Μαρίνη κάθομαιστονίσκιο του πλατάνου κοντα στο γεφύρικαι αγναντεύω τον ποτισμένο με ιδρώτα και αίμα εύφορο κάμπο της Ρουπακίνας. Έρχονται στο μυαλό μου οι άνθρωποί μας τα καλύβια τους τα χάνια
οι μύλοι , το ποτάμι, η λίμνη και γοητεύομαι.
Είναι χρέος μας να μνημονεύουμε τους τόπους μας,χρέος μας νοερά να κρατούμε την ιδιοκτησία του κάμπου και των πηγών του όπου έζησαν οι πατεράδες μας. Χρέος σου και για άλλα οδοιπορικά Καβούλια.......
Β Τζιράκας

Ανώνυμος είπε...

ρε σεις μπας και τοειπε ο κουκος στο χωριο????gerolykos