Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ παπα-Πάνος (1913-2003)

   Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου
Ο παπά Πάνος, αυτός ο σεβάσμιος γέροντας, που άφησε εποχή στο χωριό μας, τις αγαθοεργίες δεν τις έκανε με το φως της ημέρας για να μην τον βλέπουν. Ο καλός λόγος ήταν πάντα στο στόμα του και από καλοσύνη η ψυχή του ήταν γεμάτη. Το λυπημένο πρόσωπό του φαινόταν όταν διάβαζε τους πατριώτες για το τελευταίο τους ταξίδι.
Τις καθημερινές ημέρες ανασκούμπωνε το ράσο του, στο παντελόνι του και δούλευε στα χωράφια. Τον θυμάμαι που όργωνε τα χωράφια στις απάνου Ράχες, ενώ τις Κυριακές φορώντας τα φτωχά άμφια του, λειτουργούσε στην εκκλησιά.Η φωνή του, ήταν καθαρή, ξάστερη και δεν αναμασούσε τα λόγια του. Η ματιά του εκφραστική και η αγάπη του πραγματική σε όλους. Στο σπίτι του ξεπέζευαν οι ξένοι. Ήταν ένας ήρεμος παπάς, που συμμετείχε στα κοινά του χωριού, με τον πρόεδρο και τον δάσκαλο. Είχε καλό θυμητικό. Δεν διάβαζε από χαρτί τα ονόματα στις δεήσεις, τα ήξερε όλα απέξω. Έτσι τον θυμάμαι, απλό, επιβλητικό, με πληθωρικά γένια, κατάμαυρα στην αρχή, σαν τα ράσα και το καλυμμαύχι του , ήρεμο , χωρίς να θυμώνει και με Άγιο ύφος.

Στο καθήκον Κυριακές και γιορτές, πρωί πρωί, άκουγα την καμπάνα Νταν, Νταν να την χτυπά στην ώρα της, και όταν ο βοριάς σφύριζε μανιασμένα και όταν το ξεροπάγωνο αγκύλωνε τα χέρια. Και όταν ήταν χειμώνας και νύχτα, ο παπά Πάνος χουχούλιαζε δυο τρείς φορές τις χούφτες των χεριών, ύστερα έπιανε το σκοινί και βάραγε την καμπάνα με τον δικό του τρόπο με την δική του γλυκόηχη μελωδία .
Ποια γυναίκα τόλμαγε να κάνει δουλειές την Κυριακή. Να πήγαινε για μάζωμα βελανιδιών; Θα γλίστραγε και θα έπεφτε.
Μια Κυριακή πήγε η Χρίσταινα για ξύλα. Έπεσε ένα μεγάλο κλωνάρι του δέντρου και ευτυχώς, την βρήκε ένα μικρό κλαδί στην άκρη στο πόδι και την τραυμάτισε. Ούτε για χόρτα κόταγαν να πάνε. Τα φίδια την Κυριακή λες και περίμεναν εκείνη την ημέρα να βγούνε. Μπάλωμα και ζύμωμα ούτε για κουβέντα δεν γινόταν.
Τα ήξεραν αυτά στο χωριό οι γυναίκες, όλο και κάτι είχαν πάθη και σαν άκουγαν την καμπάνα, πήγαιναν στην εκκλησία, καθαρές χωρίς αμαρτίες και με ένα πρόσφορο.
Με το άγιο δισκοπότηρο, πρόσφερε στους πιστούς την θεία κοινωνία , την έφτιανε με κείνα τα πεντάγλυκα μαυροστάφυλα του αμπελιού του.
Η Κυριακή προσευχή τέλειωνε με το «δη ευχών των Αγίων πατέρων ημών…» και με πανηγυρική φωνή ο παπάς , έδινε μια χαρούμενη ευχή. « Καλημέρα σας και χρόνια πολλά. Βοήθεια σας».
Διευκόλυνε έτσι και τον Μαρουδή τον επίτροπο και τον Δήμο τον ψάλτη να πιάσουν το τσίγκινο τραπεζάκι, στου Ντούσια το καφενείο και να πιούν το κρασί τους.
Εκείνος έπινε την θεία μετάληψη όταν περίσσευε, σκέπαζε το δισκοπότηρο, φόραγε τα ράσα του και ερχόταν κοντά τους. Τους κέρναγε και έβγαζε από την τσέπη του αντίδωρα και γωνιές από προσφορές και τους έδινε.
__Να φάτε τους έλεγε να πάει το κρασί σας κάτω. Ο Χριστός κερνάει. Δοξάστε τον.
__Ας είναι δοξασμένο το όνομά του και να είναι πάντα μαζί μας, έλεγαν εκείνοι και έφερναν το ποτήρι στα χείλη τους.
Ας έχει φύγει εδώ και χρόνια από την ζωή. Πάντα είναι παρών. Φτάνοντας στο χωριό , νομίζουμε πως η απόκοσμη σκιά του, ξεπροβάλει κάποια στιγμή κοντά μας , να μας καλωσορίσει, καθώς το σπίτι του ήταν το πρώτο στην πλατεία που συναντούσαμε .
Τον βλέπουμε στο μικρό μπαλκονάκι του σπιτιού του , που καθόταν για αναπαμό. Στο πέρα δώθε της μακρόστενης πλατείας, που έκανε βόλτες ή καθόταν κάτω από τα πλατάνια. Τον βλέπουμε σε όλους τους χώρους τις εκκλησίες να υμνεί και να ευλογεί το ποίμνιο του. Στα καφενεία που έπιανε την γωνίτσα του, με το χαρακτηριστικό σκουφάκι του και την μαύρη αμφίεσή του . Ήταν ψηλός, ευθυτενής, με ένα φωτεινό πρόσωπο και ένα περήφανο και αρχοντικό για παπά περπάτημα. Μας κοίταγε όλους στα μάτια, μεγάλους και μικρούς κι εμείς τα παιδιά , πηγαίναμε και του φιλούσαμε το χέρι.
Μας είχε πιάσει όλους στα χέρια του, όταν μας βάφτιζε, μας πάντρεψε και πάντα είχε έναν καλό λόγο να ειπεί για τον καθέναν. Μας αγαπούσε και μας είχε για δικούς του ανθρώπους.
Ήταν παντού μπροστά και σε χαρές και σε λύπες. Πρωτοστατούσε σε γιορτές του χωριού , του σχολείου, σε ευχέλαια, σε αγιασμούς. Σε επιμνημόσυνες δεήσεις, σε τραπέζια σε συγκεντρώσεις.
Πρωτοστατούσε στα μυστήρια και στο πάντρεμα.
Το έθιμο, στον γάμο να ραίνουν τους νεόνυμφους στο «ΗΣΑΙΑ ΧΟΡΕΥΕ» ήταν βαθειά ριζωμένο στους Γλανιτσιώτες. Το χωριό τότε συμμετείχε σύσσωμο σε αυτό το ιερό μυστήριο. Ήταν τρόπον τινά ένα εκκλησιαστικό θέατρο, ο χώρος της εκκλησίας, οι νεόνυμφοι, ο κουμπάρος, ο παπάς και οι χωρικοί ήταν όλοι Πρωταγωνιστές . Όταν γινόταν η ανταλλαγή των στεφάνων και άρχιζε η γύρος με το « ΗΣΑΙΑ ΧΟΡΕΥΕ» γινόταν πανζουρλισμός από φωνές, ευχές, σφυρίγματα, γέλια κι εκείνο το σπρωξίδι από τον πολύ κόσμο, γινόταν λες και ήταν απαραίτητο.
Ο Παπάς άδικα παρακαλούσε να σταματήσουν να φωνάζουν και να γίνει το μυστήριο. Ούτε η ένταση της φωνής του και ο θυμός του απέδιδε. Το ρύζι έπεφτε, στις κεφαλές των νεόνυμφων, του κουμπάρου, μηδέ εξαιρουμένου και του παπά. Και να ήταν μόνο αυτό!!!
Υπερμεγέθη μύγδαλα, βαλανίδια, μαζί με λίγα κουφέτα κατευθύνονταν με χάχανα και αλαλαγμούς των ακροβολισμένων Γλανιτσιωτών στα κεφάλια τους.
Και όπως δεν αργεί το κακό να γίνει, το αίμα από το κούτελο του παπά έτρεχε.
Γύρισε ήρεμος προς το μέρος, του ήσυχου πλέον εκκλησιάσματος, σαν τον Χριστό με το αγκάθινο στεφάνι και τους είπε.
__Βλέπετε τα έργα και τις πράξεις σας; Και συνέχισε το μυστήριο. Ποιος μπορεί να σταθεί, στο ύψος του μακαριστού παπα Πάνο; Ερωτώ;
Πολλές φορές άκουγα από το στόμα των καφετζήδων που έλεγαν στους θαμώνες και τους ξένους του καφενείου, πάρτε κάτι, ο παπάς κερνάει. Και όταν δεν ήθελαν κέρασμα ο καφετζής τους έλεγε. Είναι υποχρεωτικό μην τον προσβάλετε τον παπά. Πήραμε αιώνια μαθήματα από τον παπά Πάνο.
Τον θυμάμαι, σε κακοτράχαλους δρόμους, με τα πόδια ή καβάλα στο μουλάρι του, που πήγαινε στα εξωκλήσια στις γιορτές τους. Στον Άγιο Θόδωρο , τον Αγιώργη, τον Άγιο Ταξιάρχη. Και κείνο το μουλάρι, με το καλοφτιαγμένο σαμάρι, τα γυαλιστερά καπίστρια και τα καινούργια χράμια έλαμπαν και έδιναν γιορταστική ατμόσφαιρα.
Κατάφερε και χθες και σήμερα και αύριο να τον θυμόμαστε και να τον έχουμε στην καρδιά μας. Πέρναγε από όλα τα σπίτια και τα καλύβια όπου υπήρχαν και τα άγιαζε. Έδινε ευχές και χαρές στους τσοπάνηδες που τον φώναζαν.
Και το σπίτι του, ήταν χάνι για ανθρώπους και ζα. Πολλοί περνοδιάβαιναν στο σπιτικό του, που έρχονταν από μακρινά χωριά και έφερναν χαιρετίσματα από γνωστούς και φίλους. Πολλούς τους κρατούσε για φαί, κάποτε και για ύπνο. Πολλές φορές μαίνονταν έξω άγριος χαλασμός. Οι αέρηδες ρήμαζαν τα δέντρα, ξεσήκωναν τα κεραμίδια και οι κεραυνοί έκαναν την νύχτα ημέρα. Που να αφήσει τους ξένους να φύγουν.
Είχε πάρει η ημέρα για τα καλά. Στο έμπα της πλατείας ήταν φορτωμένα μουλάρια με πραμάτεια. Ευθύς οι αγωγιάτες σαν είδαν τον παπά , πλησίασαν κοντά του, τον χαιρέτισαν ευγενικά και του φίλησαν το χέρι,
__Σαν τα χιόνια τους φώναξε κεφάτος. Καλωσορίσατε. Καιρό και ζαμάνια είχατε να φέρετε πραμάτεια στο χωριό.
__Να παπά που σας θυμηθήκαμε απάντησαν αυτοί. Ήταν παλιοί γνώριμοι πραματευτάδες και έμποροι. Πέρναγαν συχνά από το χωριό και πάντα κόνευαν στο σπίτι του.
__Θα μείνετε σήμερα εδώ; Τους ρώτησε. Εκείνοι ντροπαλά απάντησαν.
__Μέχρι το απόγευμα εδώ θα είμαστε.
__Κάντε την δουλειά σας τους είπε και το μεσημέρι σας περιμένω να φάμε στο σπίτι μαζί. Ο Ένας κρατούσε πεσκέσι στο χέρι . Σε ένα καλάθι ήταν ένα κουνέλι, ένα κεφάλι τυρί και φρούτα.
__Να παπά του είπε. Αυτά είναι για σένα.
__Δεν ήταν ανάγκη. Άλλη φορά όταν έρχεστε εδώ, δεν θα φέρνετε δώρα. Ότι έχουμε θα τρώμε. Οι επισκέπτες είχαν αλεύρι στα δυο ζά και φρούτα, δαμάσκηνα, ντομάτες, λαχανικά στο άλλο.
Το αλεύρι πολύ το ήθελαν, γιατί πείναγαν οι οικογένειές τους, μα λεφτά δεν υπήρχαν πουθενά. Μια βδομάδα πίστωση ζήτησε ένας και τα λεφτά μετρητά. Εγγύηση ο παπάς τους είπε. Και ο παπάς που δεν χάλαγε χατίρι, που ήξερε από πείνα και δυστυχία, δεν αρνήθηκε και είπε το ναι. Και ας είχε πληρώσει τέτοιους τζερεμέδες.
Πέρασε από το καφενείο κι ο χωροφύλακας. Ο Αντρέας δεν τον περίμενε. Ήρθε από το στενό δρομάκι σαν κλέφτης. Μαζεμένοι παίζανε, έπιναν καφέ, κουβέντιαζαν. Σαν τον είδαν τα έχασαν και περισσότερο ο Αντρέας ο οφειλέτης.
Τον κάλεσε στο τραπέζι που κάθισε ο χωροφύλακας και του έδειξε ένα χαρτί.
__Τι είναι αυτό ρώτησε ο αγράμματος Αντρέας.
__Ένταλμα σύλληψης του είπε σχεδόν σιγά να μην τον ακούσουν οι γύρω του. Χρωστάς στην εφορία.
Μόνο ο παπάς θα τον έσωζε. Τώρα που τον χρειάζεται λείπει. Έλα μαζί μου Αντρέα του πρότεινε ο χωροφύλακας βάδιζαν για τον μεγάλο δρόμο.
Κάποιος ειδοποίησε τον παπά και κείνος αδιάφορος δήθεν πλησιάζοντας , τους ρώτησε.
__ Προς τα πού το βάλατε;
__Μα δεν το βλέπεις παπά;
__Το βλέπω μα εσύ μου έλεγες πως γρήγορα θα τα μάζευες τα λεφτά.
__Θέμα ημερών είναι παπά. Τα πολλά τα έχω, μα η εξουσία δεν με πιστεύει. Σε μια βδομάδα θα τα βρω όλα να τα πλερώσω. Ο Χωροφύλακας κοίταξε στα μάτια τον παπά.
__Έτσι είναι είπε και ο παπάς. Καλός άνθρωπος, τίμιος και φαμελίτης.
__Καλά! Αν είναι έτσι , υπάρχει λύση , είπε ο χωροφύλακας. Ούτε σε είδα, ούτε με είδες. Κοίταξε στην εβδομάδα να ταχτοποιήσεις το χρέος σου. Και έτσι χώρισαν φίλοι και αγαπημένοι.
Πήγαινε και στα καφενεία με κείνους τους θολούς και θεοσκότεινους τοίχους και κάθονταν σε ένα μικρό τσίγκινο τραπεζάκι. Άνθρωποι κάθονταν και έπαιζαν χαρτιά, άλλοι ορθοί αγνάντευαν χωρίς να μιλούν και να νοιάζονται για τους γύρω τους.
Μέσα στις φωνές και τους καπνούς ακούγονταν κατάρες, βλαστήμιες , βρισιές . Σαν είδαν τον παπά ντράπηκαν και σταμάτησαν. Η γαλήνια γλυκιά μορφή του παπά τους άλλαζε ρώτα στην γλώσσα , τους γαλήνευε και τους ημέρευε. Ταπεινά ζητούσε άδεια καθόταν για λίγο κοντά τους. Εκείνοι του έκαναν τόπο , παρέα ,τον καλοχαιρετούσαν και εκείνος έδινε παραγγελιά για κέρασμα στην παρέα του και έφευγε.
Τους άφηνε να εξακολουθούν το παιγνίδι , την γλώσσα τους ελεύθερη, που όσο ήταν εκεί , ήταν δεμένη από αγάπη και σεβασμό.
Σήμερα ήταν στεναχωρημένος. Ο καλύτερος φίλος του έφευγε. Το απόγευμα πήγε στο σπίτι του Γιάννη, με το πετραχήλι παραμάσχαλα, με το θυμιατό και το ευχολόγιο στο χέρι. Τον μετάλαβε και τον χαιρέτισε.
__ Σήμερα είσαι καλύτερα του είπε. Αύριο θα περπατήσεις μην στενοχωριέσαι.
__Το βλέπω παπά του είπε εκείνος. Του είπε και άλλα λόγια παρηγοριάς ο παπάς και έφυγε σκεπτικός. Ο Γιάννης σε τρείς μέρες περιπάταγε στον ουρανό.
Τον ηλιόλουστο καιρό έπιανε το τουράκι, κοντά στην μικρή πορτούλα της εκκλησιάς. Προσηλιακά ήταν , καθόταν συλλογισμένος περιμένοντας και τον φίλο του τον Ντίνο. Αχώριστοι φίλοι.
__Έλα και σε περίμενα του έλεγε. Και κείνος καταλάβαινε. Του άρεσε το καλό λαθραίο τσιγάρο.
__Καλημέρα παπά του έλεγε και έβγαζε την καπνοσακούλα με το κομμένο καπνό. Ο παπάς έβγαζε τα τσιγαρόχαρτα και έστριβαν τα τσιγάρα. Τα άναβαν και αμίλητοι τράβαγαν δυο τρείς ρουφηξιές και σαν τους άρεσε όλο ευτυχία ήταν. Κοίταγαν τον καπνό που ανέβαινε σαν δαχτυλίδι με κύκλους στον ουρανό, όπως οι ύμνοι μέσα στην εκκλησία. Μοιράζονταν τον καπνό και χωρίζανε.
Τώρα το μαρμαρένιο σπίτι του παπά-Πάνου είναι στο απάνω μέρος του νεκροταφείου, με το Άγιο ποτήρι στο χέρι και βλέπει μπροστά του όλο το ποίμνιο.
Και κείνη η κυρά Σοφία, η Πρεσβυτέρα η παπαδιά όπως την φωνάζαμε, είχε μια αγκαλιά ανοιχτή, για τα παιδιά για τους ξένους, για όλους μας που μπαίναμε στο σπίτι της. Από πού ο παπάς, κάθε ημέρα τραπέζωνε και φιλοξενούσε κόσμο. Η πρεσβυτέρα σκορπούσε ασυλλόγιστα τα φιλόξενα αισθήματά της και το φαί της. Ο επιούσιος δύσκολα υπήρχε εκείνα τα χρόνια. Εκείνη χαιρόταν να προσφέρει κρυφά φανερά το κάθε τι. Έλεγε τον καλό λόγο και εκεί που δεν έπρεπε. Γλυκομίλητη πάντα με ένα συνεχόμενο και ζηλευτό χαμόγελο. Η φωνή της χρυσός, σαν τα χρυσά δόντια που φώτιζαν το στόμα της.
Έτσι πορεύτηκε με τον παπά Πάνο , τον άντρα της, με αγάπη, με κατανόηση, με συνεργασία και με φιλόξενα αισθήματα για όλους μας. Τους ευχαριστούμε και θα τους θυμόμαστε πάντα.
28.9.201

Δεν υπάρχουν σχόλια :