Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Το Συμβούλιο της Τελευταίας Μέρας του Κόσμου


 Την τελευταία μέρα του κόσμου έγινε ένα μεγάλο συμβούλιο, απαρτιζόμενο από φυτά, ζώα κι ανθρώπους. Στα μεγάλα έδρανα είχε λάβει με επισημότητα τις θέσεις της μια Επιτροπή, τα μέλη της οποίας κάλυπταν ολόκληρο το φάσμα των έμβιων όντων. Έβλεπες αετούς με αυστηρά βλέμματα, σαλιγκάρια με καθησυχαστική φωνή, λεύκες με ελαφρύ βάδισμα, τουλίπες με φευγάτη όψη… και άφθονους ανθρώπους, δω κι εκεί.

Κάποια στιγμή, και αφού είχαν ανταλλάξει τα απαραίτητα απεριτίφ (και κάποια αστεία για να σπάσει ο πάγος – ήταν η τελευταία μέρα του κόσμου, εξάλλου, και τα είχαν όλοι τους ανάγκη), ο Επικεφαλής της επιτροπής πήρε το λόγο. Χτύπησε τρεις φορές το σφυράκι του στο έδρανο και έθεσε, σε όλους τους παρευρισκόμενους, έναν προς έναν, το ακόλουθο ερώτημα: «Αυτή, λοιπόν, ήταν η ζωή, όπως την είδες και την έζησες. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Και αυτός ήταν ο κόσμος. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Τώρα, λοιπόν, που έφτασε στο τέλος του, πες μου: καταφάσκεις σε αυτόν; Ή όχι;»


Όλα τα φυτά απάντησαν Ναι. Όλα τα ζώα απάντησαν Ναι. Και ήρθε η σειρά των Ανθρώπων.

Κάποιοι είπαν Ναι. Κάποιοι όμως τον αρνήθηκαν. «Υπάρχει πολύς πόνος, πολλή αδικία, πολλή κακία», είπαν. «Και που οδηγούν τελικά όλα αυτά; Πουθενά! Καμία δικαιοσύνη, καμία ελευθερία, ένας κύκλος που επαναλαμβάνεται! Ορίστε, έφτασε το τέλος – και τι καταλάβαμε; Ένας παραλογισμός. Η απάντησή μου είναι Όχι.»

Οι ψήφοι ήταν μισές-μισές. Έμενε μία για να ολοκληρωθεί η διαδικασία της ψηφοφορίας. Στο έδρανο ανέβηκε ένας άνθρωπος. Πολύ μικρός σε ηλικία, ασθενικός στην όψη – η ζωή έμοιαζε να τον έχει βασανίσει πρώιμα. Το πρόσωπό του έφερε τις βαθιές αυλακώσεις από τις έγνοιες ενός ηλικιωμένου, παρά τα νεανικά του μάτια.

Ο Επικεφαλής έθεσε το ερώτημα, που κάθε φορά έμοιαζε ν’ ακούγεται για πρώτη φορά: «Αυτή, λοιπόν, ήταν η ζωή, όπως την είδες και την έζησες. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Και αυτός ήταν ο κόσμος. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Τώρα, λοιπόν, που έφτασε στο τέλος του, πες μου: καταφάσκεις σε αυτόν; Ή όχι;»

Ο νεαρός άνθρωπος σκέφτηκε. Έφερε στο νου του τις πίκρες και τις απογοητεύσεις – στο σύντομο του βίου του είχε ζήσει άφθονες. Συλλογίστηκε τα όνειρα που είχε από νωρίς εγκαταλείψει, γιατί η πραγματικότητα τα διέψευσε· τα σχέδια που οδήγησαν στο αντίθετό τους· την τριβή με μια καθημερινότητα που έτεινε να προσπερνά αδιάφορη· τον αγώνα για επιβίωση, που συχνά θύμιζε ζούγκλα· τη δικαιοσύνη που μοίραζε τυφλά τα αγαθά της· τις προσευχές δίχως αντίκρισμα· τις εντάσεις, τις προστριβές, το άγχος, το φόβο· την αδυναμία επικοινωνίας.

Κοίταξε γύρω του τα ζώα. Παρατήρησε τους ανθρώπους. Ζούγκλα.

Κοίταξε και μέσα στον εαυτό του – τρόμαξε.

Πάνω απ’ όλα όμως, εκείνο που ένιωσε ήταν η έλλειψη νοήματος. Αυτή υπήρξε η κυρίαρχη σκέψη του: “δεν καταλαβαίνω”. Χτίζεις με κόπο ένα οικοδόμημα… και αργά ή γρήγορα κάποιο κύμα πέφτει πάνω του και το γκρεμίζει. Αυτό ήταν όλο, λοιπόν; Ένας πύργος από άμμο;

Μια πλημμυρίδα αρνητικών συναισθημάτων τον κατέκλυσε. Και μια ανάγκη για απαντήσεις ξεπήδησε από μέσα του, μια επιθυμία για καθοδήγηση, μια δίψα για κάποια παρήγορη σοφία.

Μα που. Η Επιτροπή σιγούσε. Άνθρωποι, ζώα και φυτά περίμεναν. Το ερώτημα αιωρούνταν στον αέρα σαν καπνός – και περίμεναν απάντηση.

Ο νεαρός άνθρωπος θυμήθηκε ένα τραγούδι που είχε κάποτε αγαπήσει. Η γνώριμη μελωδία έμοιαζε να αναδύεται απ’ το πουθενά στη σκέψη του. Έπιασε να σιγοψιθυρίζει τους στίχους. Ξεπρόβαλλαν στη σκέψη του κάποιες βόλτες που είχε κάνει, μια φορά, σ’ ένα περιβόλι. Μύρισε με τη φαντασία του τις λεμονιές, είδε με τη μνήμη του τις γυναίκες που εργάζονταν, τους άντρες που ιδροκοπούσαν – κι έπιναν ένα ποτηράκι κρασί στο διάλειμμά τους. Ο ήλιος ξαπέλυε φωτιές. Και θυμήθηκε εκείνο το σκυλί που έτρεχε, με τη γλώσσα κρεμασμένη έξω, μέσα στα σπαρτά. Μια γυναίκα του φώναζε ενοχλημένη, κάποιοι άντρες γελούσαν. Το σκυλί έτρεχε, αδιάφορο για τις φωνές, ανέμελο, παραδομένο στη ζέστη. Σταματούσε για να ξύσει λίγο την τσιμπουριασμένη ράχη του… και άρχιζε ξανά να τρέχει, τσαλαπατώντας στα σπαρτά.

Ο νεαρός άνθρωπος χαμογέλασε. «Η απάντησή μου είναι Ναι», είπε.


Η απόφαση είχε βγει. Τα Ναι επικράτησαν των Όχι. Και ο κόσμος πήρε παράταση, για άλλα εκατό χρόνια – όταν θα συνερχόταν το Συμβούλιο, από την αρχή ξανά.


Δεν υπάρχουν σχόλια :