Δευτέρα, 2 Μαΐου 2016

Τι αναπαριστά ο δράκος που σκοτώνει ο Άγιος Γεώργιος;

                                                           Το εκκλησάκι του Αη Γιώργη στο παλιόπυργο
   Ο άγιος Γεώργιος είναι από τους
πιο λαοφιλείς αγίους της ανατολικής εκκλησίας. Ο λαός ιδιαίτερα της Καππαδοκίας που είναι και η πατρίδα του αγίου, προσέτρεξε στην βοήθεια και αρωγή του αγίου και από νωρίς έλαβε οικουμενικές διαστάσεις η τιμή και μνήμη του.
Τα κατορθώματα του αγίου δεν έμειναν στα συναξάρια και στους ύμνους αλλά τα παρέλαβε η λαϊκή μούσα και τα έκανε τραγούδι. Το τραγούδι του Αϊ Γιώργη μιλά για τη δρακοντοκτονία και τη διάσωση της βασιλοπούλας. Ο Ν. Πολίτης υποστήριξε ότι τόσο το τραγούδι όσο και το συναξάρι απηχούν λαϊκές παραδόσεις στον πυρήνα των οποίων υπολανθάνει ο αρχαίος μύθος του Περσέα και της Ανδρομέδας, όπως διασώθηκε στην περιοχή της Καππαδοκίας την οποία και θεωρεί κοιτίδα του τραγουδιού. Κατ’ άλλους στο μύθο της δρακοντοκτονίας υπάρχει η αλληγορική έννοια που προσδίδεται στο δράκο ως διάβολο τον οποίο νικά η πίστη του αγίου.( από την Πεμπτουσία).

Παρόλο που υπάρχουν στοιχεία για την απεικόνιση του Αγίου Γεωργίου ως πολεμιστή πριν από την εικονοκλαστική περίοδο ο αριθμός των αναπαραστάσεών του ως πολεμιστή αυξάνουν σημαντικά μετά την εικονομαχία κυρίως στην Καππαδοκία στην οποία οι στρατιωτικοί Άγιοι λατρεύονταν ιδιαίτερα. Εικονίζονταν τόσο ως προστάτης των στρατιωτών όσο και ως κατεξοχήν κατακτητής του κακού. Τοποθετούνταν σε προεξέχουσες θέσεις όπως στις εισόδους των ναών ή μπροστά στο ιερό, ακόμη και στην αψίδα.

Οι αλλαγές στην εικονογραφία του Αγίου (από βυζαντινός αξιωματούχος σε βυζαντινό πολεμιστή) συμπίπτουν με τις αλλαγές στην έννοια του Αυτοκράτορα ο οποίος κατά τη διάρκεια του απόγειου της βυζαντινής αυτοκρατορίας από τη βασιλεία του Νικηφόρου Φωκά (963-969), του Ιωάννη Τσιμισκή (969-976) και Βασιλείου Β΄ (976-1025) απέκτησε τη νέα ποιότητα του στρατιωτικού θάρρους και ο οποίος δοξάζονταν στο πεδίο της μάχης. 

Αναμφίβολα η εξέλιξη της λατρείας του Αγίου οφείλει πολλά στην υιοθέτησή του ως προστάτη από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες. Παρόλο που δεν ήταν αμετάβλητη πρακτική, γίνονταν συνήθως εντυπωσιακές χορηγίες είτε για να παροτρύνουν τον Άγιο Γεώργιο να προστατέψει τους άνδρες για τους οποίους ήταν υπεύθυνοι στην μάχη είτε ως ανταμοιβή που το είχε πράξει ήδη. Τέτοια συναισθήματα εκφράζονται στον Κανόνα που συνέταξε ο Γεώργιος Σκυλίτζης στον οποίο ζητείτε η αρωγή του Αγίου προκειμένου να βοηθήσει τον αυτοκρατορικό στρατό να κερδίσει τη νίκη ενάντια στους Σκύθες, Πέρσες και βαρβάρους.

Το Praecepta Militaria (μεσοβυζαντινό στρατιωτικό εγχειρίδιο), που συνήθως αποδίδεται στον Νικηφόρο Φωκά, προέβλεπε να λέγονται προσευχές από τους στρατιώτες καθημερινά, πρωί και βράδυ, με αυστηρές ποινές για όσους δεν συμμετείχαν. Είναι ενδιαφέρον ότι αυτός ο ιδιαίτερα επιτυχημένος στρατηγός αντιμετώπιζε τις θρησκευτικές πρακτικές στον στρατό τόσο σοβαρά, καθώς αυτός ήταν υπεύθυνος που η εικόνα του ευγενή ιππότη εισήλθε στην βυζαντινή γραμματεία.

Στα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ο Άγιος Γεώργιος χρειάστηκε περισσότερο ως προστάτης εναντίον στους κατακτητές παρά ως σύμμαχος σε μια μάχη που πιθανώς να κατέληγε σε νίκη. Αυτό εξηγεί τον τεράστιο αριθμό προστατευτικών αναπαραστάσεων στους υστεροβυζαντινούς ναούς. Αυτές ήταν πολυάριθμες στην Τρανσυλβανία όπου ο αυτόχθων ορθόδοξος ρουμανικός πληθυσμός επιζητούσε προστασία εναντίον των καθολικών Ανδεγαυών, καθώς και στην Κρήτη η οποία ήταν υποτελής στην Βενετία από το 1204 έως το 1669.

Μετά τη λατινική και τουρκική κατάκτηση, οι Έλληνες χρειάζονταν πάνω από όλα προστασία από τους κατακτητές. Η προστατευτική λειτουργία των στρατιωτικών αγίων έγινε πάλι επίκαιρη. Παρουσιάζονται σε αμέτρητες αναπαραστάσεις, κυρίως στις προσόψεις ή στις εισόδους των ναών. Αυτές οι εικόνες δεν ήταν απλά πορτραίτα, αλλά ένας δημοφιλής εικονογραφικός τύπος ήταν αυτός του Αγίου Γεωργίου που σκοτώνει έναν εχθρό ή ένα αντιπαθητικό τέρας. Αυτό χρησίμευε ως ένας γλωσσικός κώδικας: στη θέση του τέρατος εννοούνταν οι Τούρκοι.
Το τραγούδι του αϊ-Γιώργη
Θεριό έχουμε στον τόπο μας, σ’ ένα βαθύ πηγάδι
ν-ανθρώπους το ταΐζουμε, κάθε πρωί και βράδυ.
Mια μέρα αν δεν τον δώσουμε άνθρωπο να δειπνήσει
σταλιά νερό δεν άφηνε η χώρα να δροσίσει.
Kι ας ρίξουμε τα μπουλετιά να διούμ’ σε ποιόν θα πέσει
να στείλει το παιδάκι του στου λιονταριού πεσκέσι.
Kαι έπεσε το μπουλετί σε μιά βασιλοπούλα
ν-οπού την είχε ο βασιλιάς μονάχ’ κι ωραιοπούλα.
O βασιλιάς σαν τ’ άκουσε, αυτό το λόγο είπε:
- Όλο το βιό μου πάρετε και το παιδί μ’ αφήστε.
Πολύς λαός συνάχτηκε, πάει στο βασιλέα.
- Για δώσ’ μας το παιδάκι σου ή παίρνουμε και σένα.
- Πάρτε το το παιδάκι μου και κάντε το σα νύφη
και σύρτε το στου λιονταριού πεσκέσι να δειπνήσει.
Πάρτε το και στολίστε το μ’ ατίμητα πετράδια,
μ’ ατίμητα, μ’ αμέτρητα και με μαργαριτάρια.
Πολύς λαός ξεκίνησε και τήνε πάει στη βρύση,
δεν το ’λπιζε η βαριόμοιρη πως θα ξαναγυρίσει.
Φύγαν και την αφήσανε εκεί κοντά στη βρύση
διά να έβγει το θεριό να κάτσει να δειπνήσει.
Eκεί ν-οπού καθότανε μονάχη, μοναχούλα
ίδρος την περεχιότανε σα σιγανή βροχούλα.
Αϊς-Γιώργης σαν τ’ άκουσε τρέχει να τη γλυτώσει
κι απ’ τον κακό της θάνατο να την ελευθερώσει.
Γυρίζει βλέπει πίσω της, θωρεί έναν καβαλάρη
αρματωμένο με σπαθί και μ’ αργυρό κοντάρι.
Aπό μακράν τόνε θωρεί και κάθεται και κλαίει.
- Φύγε ξενάκι μ’ από ’δώ να μην σε φάει και σένα
αυτό το άγριο θεριό ν-οπού θα φάει και μένα.
- Λιγάκι θε να κοιμηθώ εδώ κοντά στη βρύση
κι όταν θα έβγει το θεριό, θέλω να με ξυπνήσεις.
Tην ώρα που κοιμότανε ήρθε ένα περιστέρι
και βάστα τίμιο σταυρό εις το δεξί του χέρι
κι απάνω έγραφ’ ο σταυρός, βέβαιος αϊς-Γιώργης.
Όταν έβγαινε το θεριό τα όρη σιγοτρέμαν
κι η κόρη από το φόβο της φωνάζει - άγιε μου Γιώργη
σήκω και σκότωσ’ το θεριό που μ’ είπες δε φοβάσαι.
Σηκώνετ’ ανατολικά και κάνει το σταυρό του
μια κονταριά του έσυρε κι έκοψεν το λαιμό του.
- Kόρη μ’ που το ’βρες τ’ όνομα και που το αθιβάλλεις;1
- Tην ώρα που κοιμόσουνα ήρθε ένα περιστέρι
και βάστα τίμιο σταυρό εις το δεξί του χέρι
κι απάνω έγραφ’ ο σταυρός βέβαιος αϊς-Γιώργης.
Πες με το, στρατιώτη μου, πως λένε τ’ όνομά σου,
να κάνει ο πατέρας μου χάρισμα τ’ς αφεντιάς σου.
- Αϊ-Γιώργη με λέγουνε απ’ την Kαππαδοκία,
να πείσεις τον πατέρα σου να φκιάσει εκκλησία
κι αριστερά της εκκλησιάς να στήσει καβαλάρη
αρματωμένο με σπαθί και μ’ αργυρό κοντάρι.
Xρυσή κορδέλα έβγαλε και τα μαλλιά της δένει,
χαρά μεγάλη έγινε στη γη, στην οικουμένη.
Tρεις μέρες εχυνότανε το αίμα με την κίνη
χαρά μεγάλη έγινε μέσα στη χώρα εκείνη.
Kαι το τραγούδι σώθηκε και πείτε νά’ βρω τ’ άλλο,
για πέστε το, για θα το πω, για ’ρχίζω και το λέγω
κι αν αρχινήσω και το πω πολλές καρδιές θα κάψω,
θα κάψω νιές, θα κάψω νιούς, θα κάψω παλικάρια,
θα κάψω και τους μαραγκούς που φκιάνουν τα καράβια
και ταξιδεύουν τα παιδιά, τα ’μορφα παλικάρια.
Άγιε μου Γιώργη αφέντη μου κι έμορφε καβαλάρη
δώσε τσι γρυπαροί2 κολιοί και τα ναυτάκια κιάρι3
και μας τσι καλορίζικες οκάδες το μετάξι.
Άγιε μου Γιώργη πο ’βγαλες το ρόδο και τ’ αγκάθι
εσύ τήνε πρωτόβγαλες στον κόσμο την αγάπη.

1 σχόλιο :

Ανώνυμος είπε...

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ στους Γιώργηδες και Γιωργίες!!!!