Δευτέρα, 11 Μαΐου 2015

Απεβίωσε ο Ιωάννης Γ. Γιαννόπουλος

Απεβίωσε στις 14-4-2015 και κηδεύτηκε στις 17-4-2015 στο χωριό του, Πέλαγος Τριπόλεως, ο Γιάννης Γ. Γιαννόπουλος, σύζυγος της Μαρίας Ι. Βασιλοπούλου ( της Μαριώς του Μαγκόγιαννη ), από Μυγδαλιά Γορτυνίας. Ήταν πολύ αγαπητός και την κηδεία του παρακολούθησε πλήθος κόσμου.
Η οικογένειά του ( σύζυγος και παιδιά ) προσέφεραν στη μνήμη του, το ποσό των 200 € στον Ι. Ν. Αγίου Μάρκου του χωριού του.
Τα έξι αδέρφια του και πολλά ανίψια του που ζουν στη μακρινή Αυστραλία κατέθεσαν πολλά στεφάνια στη μνήμη του.
Τα αδέρφια της συζύγου του, αντί στεφάνων – στη μνήμη του, προσέφεραν το ποσό των 300€ στο «Χαμόγελο του Παιδιού».
Το 40/ήμερο μνημόσυνό του θα τελεστεί  στον Ι. Ν. Αγίου Μάρκου Πελάγους την Κυριακή 17 Μαΐου.
Λίγα λόγια αποχαιρετισμού από τον κουνιάδο του  Κώστα:

    Πολυαγαπημένε μας αδερφέ Γιάννη,
Έτυχε με μένα να πιείς τον τελευταίο  καφέ της ζωής σου.
Έτυχε με εμένα να ανταλλάξεις τις τελευταίες κουβέντες σου λίγο πριν πάρεις την απόφαση για το μακρινό και χωρίς γυρισμό ταξίδι σου, απόφαση για την οποία δε ρώτησες κανένα μας. Αλήθεια γιατί, Γιάννη; Αφού σε όλα μας ρώταγες και σε όλα σε ρωτάγαμε!
Ήθελα, Γιάννη, να συνταιριάξω λίγα λόγια αποχαιρετισμού εκ μέρους της αγαπημένης σου γυναίκας, της αδερφής μας Μαρίας, με την οποία πέρασες σαράντα πέντε χρόνων ήρεμη και αδιατάραχτη ζωή. Εκ μέρους των παιδιών σου Γιώργη και Σοφίας, Τασίας ,Κώστα, που σε λάτρευαν , σε αγαπούσαν και σε σέβονταν. Εκ μέρους των χαριτωμένων εγγονών σου Γιάννη και Μαρίας που είχαν ακόμη ανάγκη από την αγάπη σου και τα χάδια σου. Εκ μέρους των έξι αγαπημένων αδερφών και των οικογενειών τους που ζουν στην ξενιτειά , στη μακρινή Αυστραλία και που όλοι τους σε αγαπούσαν και η σκέψη σου ήταν πάντα μαζί τους. Εκ μέρους των έξι αδερφών της αγαπημένης σου γυναίκας της Μαρίας, που όλοι τους σε εκτιμούσαν και σε θεωρούσαν πραγματικό τους αδερφό. Και εκ μέρους όλων των συγγενών, πατριωτών ,φίλων και όλων αυτών με τους οποίους συνεργάστηκες και που έχουν τις καλύτερες εντυπώσεις και θα μένουν με τις πιο καλές αναμνήσεις.

Πήρα, λοιπόν, χαρτί και μολύβι να διατυπώσω λίγα λόγια αποχαιρετισμού. Μα κει που πήγα ν’ αρχίσω ήρθαν στο νου μου, μα σα να τους άκουγα και στ’ αυτιά μου, κάτι δυνατοί και ασταμάτητοι βρόντοι, που με αποσυντόνισαν και με ανάγκασαν να σταματήσω. Ήταν βρόντοι  Γιάννη, από την μπετονιέρα σου , που την έθεσες σε λειτουργία για να φτιάξεις λάσπη….κι άλλη λάσπη…κι άλλη λάσπη να σε φτάσει να τελειώσεις αυτό που άρχιζες, χωρίς να σου λείψει.
Ήταν βρόντοι από τη βαριά με την οποία γκρέμιζες τον παλιό τοίχο  για να φτιάξεις το νέο, καλό και στέρεο, βρόντοι από τη βαριοπούλα που πελέκαγες πέτρες και τούβλα, αλλά και από το πριόνι που έκοβες τάβλες  και μαδέρια για να συναρμολογήσεις καλούπια και να στήσεις τις σκαλωσιές.   Και μετά έπινες στα γρήγορα ένα καφέ και έτρεχες να βρεις κλειδιά και κατσαβίδια , να στερεώσεις  τη μέγγενη, να κολλήσεις κάτι με την ηλεκτροκόλληση και να διορθώσεις  κάποια  ζημιά που προξενήθηκε ( σε γνωστό σε φίλο ή και σε κάποιον εντελώς άγνωστο περαστικό). Και αμέσως μετά γκάπ-γκούπ, γκάπ-γκούπ με τον πετροκασμά, να σπάσεις το τσιμέντο, ν’ ανοίξεις λάκκο και αυλάκι, να βρεις τη διαρροή του υδρευτικού δικτύου και να διορθώσεις τη βλάβη. Και μετά τόσα άλλα… κι άλλα  … ασταμάτητα.

Αλήθεια, Γιάννη, θα είναι πολύ δύσκολο  έως αδύνατο να βρεθεί λογιστής ικανός να υπολογίσει και να εκτιμήσει το πόση δουλειά πέρασε από τα χέρια σου από τότε που ήσουν μικρό παιδί ως και τις τελευταίες μέρες της ζωής σου!!!

Καταπιανόσουν με όλες τις δουλειές και τα κατάφερνες σε όλα. Και όταν μερικές φορές παρουσιαζόταν κάποιο εμπόδιο και σε δυσκόλευε να ολοκληρώσεις αυτό που ήθελες  δεν τα παράταγες, επιστράτευες την αδάμαστη θέλησή σου, τη χαλύβδινη επιμονή και υπομονή σου και συνέχιζες την προσπάθειά σου επαναλαμβάνοντας: «Δε θα του περάσει—Δε θα του περάσει» και πάντα ολοκλήρωνες αυτό που άρχιζες.
 
Αλήθεια, Γιάννη, απορώ, πώς αυτό το « Δε θα του περάσει—Δε θα του περάσει» πώς δεν το είπες και στον πικροχάροντα, όταν τον είδες να ‘ρχεται καταπάνω σου, καβάλα στο μαύρο του άλογο;
- «Κάνεις λάθος»  μου είπες   «του το είπα , πώς δεν του το είπα ! και δεν του πέρασε!!!  Γιατί αν του πέρναγε θα έρεβα στο κρεβάτι του πόνου, δεν ξέρω για πόσο καιρό και τελικά θα με έπαιρνε αναγκαστικά σέρνοντάς με  και αγκομαχώντας πίσω από το άλογό του.  Εγώ όμως ακολούθησα μόνος μου, αφού έτσι το θέλει η ανθρώπινη μοίρα, ακολούθησα μόνος μου όρθιος , λεβέντικα και παληκαρίσια»
Αλήθεια , Γιάννη , όπως το λες είναι!! Εγώ δε το είχα καταλάβει……

Τώρα , Γιάννη, εφτού στη ζωή της αιωνιότητας, να είσαι ήσυχος, να μην έχεις έγνοιες, για τα προσφιλή  και αγαπημένα σου πρόσωπα που άφησες στην εδώ ζωή. Γιατί η αγαπημένη σου γυναίκα ,η Μαρία, θα συνεχίσει το υπόλοιπο της ζωής της κάτω από τη φροντίδα των παιδιών σας, που τόσο πολύ την  αγαπούν, την εκτιμούν και τη λατρεύουν και με τη δυνατή συμπαράσταση όλων μας.
Τα παιδιά σου, που με τις νουθεσίες σου και το παράδειγμά σου, έχουν σωστές συμπεριφορές, έχουν διαμορφώσει ακέραιους χαρακτήρες, έχουν ενστερνιστεί ηθικές αξίες και αρχές, έχουν εφοδιαστεί  με ικανότητες, ώστε να ζουν αρμονικά μέσα στην κοινωνία και ν’ αντιμετωπίζουν κάθε δυσκολία που τυχόν τους παρουσιάζεται στη ζωή.
Τα εγγονάκια σου , ο Γιαννάκης και η Μαρία είχαν ακόμη ανάγκη από τα παιχνίδια και τα χάδια σου, αλλά το κενό αυτό θα τους το καλύπτει η ανάμνηση της απεριόριστης αγάπης με την οποία τα περιέβαλλες όσο ήσουν στη ζωή.

Γιάννη, είσαι ένας απ’ αυτούς που δικαιούνται ν’ αναφωνήσουν  το  του Αποστόλου:
                          Τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, την πίστην τετήρηκα, τον Νόμον τετέλεκα, απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος, ον αποδώσει μοι ο Κύριος εν ημέρα  κρίσεως.

Τελειώνοντας δε νομίζω ότι χρειάζεται να πω το καθιερωμένο : Ελαφρό να είναι το χώμα  του Πελάγους  που σε σκεπάζει  γιατί τόσο πολύ που έσκαψες αυτά τα χώματα, τόσο πολύ που τα δούλεψες, σ’ όλη σου τη ζωή, έχουν, έτσι κι αλλιώς, γίνει όλα ανάλαφρα.

ΓΙΑΝΝΗ ΘΑ ΣΕ ΘΥΜΟΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΜΑΣ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ.
  

                  ΑΙΩΝΙΑ  ΣΟΥ   Η    ΜΝΗΜΗ










1 σχόλιο :

Ανώνυμος είπε...


Δεν είχα την τύχη να γνωρίσω τον εκλιπόντα Γιάννη Γιαννόπουλο, σύζυγο της εξαδέλφης μου Μαρίας.
Είχα όμως πολλές φορές ακούσει για τις πολλές καλοσύνες του αείμνηστου και μακάριζα την τύχη της Μαρίας και των αδελφών της, που τους έλαχε να εντάξουν στην οικογένειά τους έναν τόσο καλό άνθρωπο!
Δυστυχώς η μοίρα τους στέρησε νωρίς και απροσδόκητα τον αγαπημένο τους.
Εκφράζω σε όλη την οικογένεια τα θερμά μου συλλυπητήρια και εύχομαι
ο χρόνος να βοηθήσει στην κάλυψη του κενού που άφησε ο αείμνηστος Γιάννης.

Χρίστος Χριστόπουλος