Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2015

ΛΕΗΛΑΣΙΕΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΘΗΣΑΥΡΩΝ

Η  ΣΥΛΗΣΗ  ΤΟΥ  ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΥ  ΑΠΟΛΛΩΝΑ  ΣΤΗ  ΦΙΓΑΛΕΙΑ  ΑΡΚΑΔΙΑΣ
 ΤΟΥ  ΘΑΝΑΣΗ  Β. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ
Είναι  γνωστές  οι  αρπαγές  καλλιτεχνικών  θησαυρών  από  την  πατρίδα  μας, με  την  πιο  γνωστή  σε  όλους  τη  λεηλασία  που  έγινε  κατά  την  περίοδο  της  σκλαβιάς  από  το  λόρδο  Έλγιν, στα  χρόνια  1779 – 1802. Αυτός, υπηρετώντας  τότε  ως  πρεσβευτής  της  Αγγλίας  στη  Κωνσταντινούπολη, κατόρθωσε  και  έλαβε  φιρμάνι  από  το  Σουλτάνο  για  να  προβεί  σε  ανασκαφές  στην  Ακρόπολη  της  Αθήνας  και  να  παίρνει  από  κει  ό,τι  του  ήταν  χρήσιμο. Τη  δωρεά  αυτή  την  έκανε  η  Τουρκία, για  να  εκδηλώσει  φιλία  και  σεβασμό  προς  την  Αγγλία.
Έτσι  ο  λόρδος  Έλγιν  προσέλαβε  300 -400 εργάτες, έστησε  ικριώματα  στην  Ακρόπολη  και  αφαίρεσε  τα  περισσότερα  από  τα  σωζόμενα  τότε  αγάλματα  από  τα  αετώματα, τις  μετώπες  και  ζωφόρους  του  Παρθενώνα, από  τις  Καρυάτιδες, τεμάχια  του  Ερεχθείου, το  άγαλμα  του  Διονύσου κλπ, 250  τεμάχια, και  τα  μετέφερε  προοδευτικά  στην  Αγγλία, και  αργότερα  τα  τοποθέτησε  σε  ιδίαν  του  ονόματος  του αίθουσα  του  Βρετανικού  Μουσείου  το  1807.
Την  πράξη  του  αυτή  στιγμάτισαν  πολλοί  των  σύγχρονών  του, μεταξύ  των  οποίων  ο  φιλέλληνας  Λόρδος  Βύρων  με  τα  ποιήματά  του  «Τσάιλδ Χάρολντ» και  «κατάρα  της  Αθηνάς». Αργότερα  δε  αναπτύχθηκαν  αρκετά  κινήματα  με  αίτημα  βασικό  την  επιστροφή  των  μαρμάρων  στην  πατρίδα  τους.
Όμως  εκτός  της  ανωτέρω  αρπαγής, μία  άλλη  λιγότερο  γνωστή  αλλά  πολύ  σημαντική  είναι  και  η  αρπαγή  του  δεύτερου  Παρθενώνα, του  ναού  του  Επικούρειου  Απόλλωνα, έργο  του  Ικτίνου, στην  ερημική  θέση  που  καλείται  «Βάσσες», στη  Φυγαλεία  του  Κοτυλίου  όρους  της  Αρκαδίας, κοντά  στην  Αντρίτσαινα  της  Ηλείας. Ο  ναός  αυτός  ανακαλύφτηκε  το  1765  από  το  Γάλλο  Μποσέ  και  περιγράφτηκε  το  1805  από  τον  Άγγλο  περιηγητή  Λήκ. Το  1812  Αυστριακοί, Γάλλοι  και  Άγγλοι  αρχαιολόγοι, οι  Gropins, Linckh, Baron de Haller, Legh, Foster και  Cockerell, δημιούργησαν  εταιρεία  με  σκοπό  τη  διενέργεια  ανασκαφών  στο  ναό  του  Απόλλωνα.
Ήρθαν  στην  Τρίπολη  και  παρουσιάστηκαν  στο  Μόρα  Βαλεσή, Βελή  πασά, γιο  του  Αλή  πασά, με  τον  οποίο  συνήψαν  συμφωνία  και  πήραν  εντολή  και  άδεια  ανασκαφών. Η  συμφωνία  έλεγε  ότι  από  τα  ευρήματα, Πασάς  και  αρχαιολόγοι  θα  λάβουν  κατά  το  ήμισυ  μερίδιο  απ’ αυτά  που  θα  συλλέξουν, λες  και  επρόκειτο  περί  διανομής  οσπρίων. Οι  ανασκαφές  διήρκησαν  τρεις  μήνες, υπό  τις  οδηγίες  του  Άγγλου  αρχιτέκτονα  Cockerell. Στις διαταγές  του  αυτός  είχε  50-80  εργάτες  και  μια  ορχήστρα ( κλαρίνο, νταούλι, βιολί  και  λαγούτο), από  Αρκάδες  μουσικούς  που  είχαν  έμμισθο  έργο  να  παίζουν  συνεχώς, και  τραγουδώντας  να  διασκεδάζουν  και  να  ξεκουράζουν  τους  εργάτες. Τη  νύχτα  και  μετά  το  τέλος  της  εργασίας, άρχιζαν  οι  χοροί  ενώ  ψηνόντουσαν  στη  σούβλα  αρνιά  και  κριάρια. Εκεί  στο  χώρο  της  Φιγαλείας  και  γύρω  από  τον  αρχαίο  ναό, έκαναν  οι  εργάτες  καλύβες  με  δέντρα  και  φυλλωσιές, ένα  είδος  χωριού  που  ονόμασαν  Φραγκόπολη.
Στις  εκσκαφές  εκείνες  βρέθηκαν  τα  τεμάχια  της  ζωφόρου  του  ναού, που  απεικόνιζαν  την  Αμαζονομαχία  και  την  Κενταυρομαχία. Έγινε  η  συναρμολόγηση  των  γλυπτών  και  μεταφέρθηκαν  στη  Ζάκυνθο, η  οποία  είχε  καταληφθεί  από  τους  Άγγλους, και  εκεί  έγινε  η  δημοπρασία  για  εκποίησή  τους  στις  1 Μαΐου 1814. Η  διακήρυξη  έφερε  την  υπογραφή  του  Σπ. Φορέστη, επιτετραμμένου  της  Αγγλίας  στα  Επτάνησα, και  αργότερα  διαπιστευμένου  στον  Αλή  πασά  των  Ιωαννίνων. Ο  εν  λόγω  Φορέστης  ήταν  πληρεξούσιος  των  ιδιοκτητών  αυτών  των  αρχαιοτήτων, με  αναπληρωτή  το  συμπολίτη  του  δόκτορα  Ιωάννη Σιγούρο. Στη  δημοπρασία  υπήρχε  ο  ρητός  όρος  ότι  καμία  προσφορά  δεν  μπορούσε  να  γίνει  δεκτή  εάν  ήταν  κάτω  από  60.000  ισπανικά  νομίσματα (pezzi duri).    
Εν  τω  μεταξύ  ο  συνεταίρος  της  συντροφιάς  των  αρχαιοκάπηλων, ο Βελή  πασάς, είχε  χάσει  την  εξουσία  του  ως  διοικητής  του  Μοριά, και  το  μερίδιό  του  το  πούλησε  στους  συνιδιοκτήτες  των  γλυπτών  του  ναού, αντί  16.500  γρόσια. Για  να  εισπράξει  αυτό  το  ποσό  ο  Βελή  πασάς  έστειλε  στη  Ζάκυνθο  το  γραμματέα  του  Γεώργιο  Σταύρου (1785-1869), μετέπειτα  ιδρυτή  της  Εθνικής  Τράπεζας, ο  οποίος  προσπάθησε  μάταια  να  σώσει  τις  αρχαιότητες, και  να  παραμείνουν  αυτές  σε  Ελληνικό  έδαφος, έστω  και  υπό  τη  δουλεία  των  Τούρκων  ή  των  Άγγλων.
Τελικά  είτε  γιατί  κανείς  δεν  παρουσιάστηκε  για  να  λάβει  μέρος  στη  δημοπρασία, είτε  γιατί  η  διεξαχθείσα  δημοπρασία  ήταν  ανεπιτυχής, οι  εν  λόγω  αρχαιότητες  πουλήθηκαν  από  τη  συντροφιά  των  αρχαιοκάπηλων  στο  Βρετανικό  Μουσείο  του  Λονδίνου  αντί  15.000  λιρών.
                                                    ΘΑΝΑΣΗΣ  Β. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ

                                                 ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ  ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ – ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ

1 σχόλιο :

Ανώνυμος είπε...

ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΠΟΥ ΘΑ ΚΑΤΕΒΟΥΜΕ ΕΚΔΡΟΜΗ ΣΤΟΝ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟ ΑΠΟΛΛΩΝΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΓ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ