Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗ ΓΛΑΝΙΤΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟ 19ο ΑΙΩΝΑ*

Θεόδωρου Α. Γιαννόπουλου 

Από το περιοδικό «Της Κυράς το Γεφύρι»
 Επιμέλεια: Κώστας Βασιλόπουλος 
Αρκετά χρόνια μετά την Επανάσταση του 1821και συγκεκριμένα κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα η εκπαίδευση στη Γλανιτσιά γινότανε στο «αλληλοδιδακτικό σχολείο», εκείνο δηλαδή που όσοι ξέρανε τα στοιχειώδη γράμματα διδάσκανε τους άλλους που δεν ξέρανε καθόλου. Και στοιχειώδη γράμματα ξέρανε όσοι διαβάζανε το Ψαλτήρι και την Οκτώηχο. Για να διοριστεί κανείς δάσκαλος τότε, έπρεπε να είχε τελειώσει τουλάχιστο την Τρίτη τάξη του Δημοτικού.
Το αλληλοδιδακτικό σχολείο, έμπνευση και δημιούργημα της Ευρώπης, είχε εισαχθεί εδώ κι εκεί στην Ελλάδα πριν από τα επαναστατικά χρόνια, συστηματοποιήθηκε όμως αργότερα κι εφαρμόστηκε παντού με τα πρώτα εκπαιδευτικά μέτρα που πήρε ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, για να εξαλείψει γρήγορα, όπως νόμιζε, το γενικό αναλφαβητισμό που επικρατούσε τα χρόνια εκείνα σ’ ολόκληρη τη χώρα.α.
Την εκπαίδευση στη Γλανιτσιά την είχαν αναλάβει κυρίως οι παπάδες, χρησιμοποιήθηκαν όμως αργότερα κάποτε-κάποτε κι ορισμένοι λαϊκοί, ξενοχωρίτες πάντοτε, κι όχι για μεγάλα χρονικά διαστήματα, εκτός από τον τελευταίο (βλ. πιο κάτω).
Η «διδασκαλία» γινόταν τον περισσότερο καιρό στο ύπαιθρο, αλώνια, αυλές σπιτιών, κάτω από δέντρα κ.λ.π. κι άμα έβρεχε, μέσα στη μικρή εκκλησία που βρισκόταν στη θέση της σημερινής. Ενδεχόμενα στον Αγιο-Θανάση, την αλλού πρώτη εκκλησιά του χωριού.
Από τους παπάδες πρώτος παπαδάσκαλος αναφέρεται ο Παπαναστάσης Φουρνόδαυλος-Γουνάς, παππούς του Δυσσέα. Απ’ αυτόν η Φουρνοδαυλαίικη γενιά των Γουνάδων πήρε το επώνυμο «Παναναστασίου».
Ο Παπαναστάσης δίδαξε από τα μέσα περίπου ως το τέλος της Οθωμανικής περιόδου. Ταυτόχρονα ήτανε γεωργός και κτηνοτρόφος (διατηρούσε κοπάδι με γιδοπρόβατα). Μια χρονιά, κατά την Άνοιξη, είχε κατεβάσει τα πράματα στη Ρουπακίνα, για να κοπρίσει το χωράφι του. Μια νύχτα ξέσπασε ξαφνικά τρομαχτική καταιγίδα που καταπλημμύρισε τον κάμπο. Από τις απανωτές αστραπές, τα μπουμπουνιτά, τ’ αντιβουίσματα στις γύρω ρεματιές και την κοσμοχαλασιά που επικρατούσε προγκήξανε τα πράματα, σκορπιστήκανε κι όπως ήτανε θεόπυκνο το σκοτάδι, δεν έβλεπε κανείς τι γινήκανε και κατά που σιάξανε. Πετάχτηκε αλαφιασμένος ο παπάς από το καλύβι που κοιμότανε και κοντά του οι άλλοι τσιοπάνηδες που βρίσκονταν εκεί κοντά, χωθήκανε μέσα στα νερά και πασκίζανε να διασώσουν όσα ζωντανά λάχαιναν μπροστά τους. Όλη την ώρα ο παπάς φώναζε δυνατά στους άλλους και τους ορμήνευε να προσέχουν να μην τους πάρει το ποτάμι. Μολαυτά έπεσε ο ίδιος μέσα και πνίγηκε. Τον βρήκαν ύστερα από 60 μέρες. Την ίδια νύχτα πνίγηκε κι ο Σίνος (Κότης) που τον βρήκανε στις 9 μέρες.
Δεύτερος παπαδάσκαλος ήταν ο Παπαθόδωρος Πολυχρονόπουλος, γιος του Ντζιοροβήλα και πατέρας του Παπακώτσιου κλπ. Απ’ αυτόν η Πολυχροναίικη εκείνη γενιά πήρε το επώνυμο Παπαθεοδώρου.
Ο Παπαθόδωρος ήτανε δυναμικός τύπος με πυγμή και κύρος στο χωριό. Δίδαξε απάνω-κάτω είκοσι χρόνια, όχι όμως συνέχεια, αλλά με μερικές σύντομες διακοπές. Μάζευε τα παιδιά στον παπαθοδωραίικο κήπο που ’ναι κοντά στη βρύση-δίπλα στο πηγάδι. Στον τόπο εκείνο είχε κινητοποιήσει το χωριό να χτίσουν και σχολείο. Και χτίσανε πραγματικά τους τοίχους, βάλανε και σκεπή. Δεν πρόφτασαν όμως να το χαρούν. Κάποιος γείτονας έβαλε μέσα τ’ άχερά του για φύλαξη. Στο μεταξύ εκατασταθήκανε σ’ αυτό γύφτοι-σιδεράδες από την Κερπινή και μαστορεύανε τα γεωργικά εργαλεία. Δεν προσέξανε, πεταχτήκανε σπίθες στ’ άχερα, αρπάξανε φωτιά και κάηκε το σχολείο.
Φαίνεται πως σιγά-σιγά ο Παπαθόδωρος άρχισε να παραμελεί τι διδακτικό του έργο κι απασχολούσε τα παιδιά σε ατομικές του δουλειές. Μια φορά τ’ ανάγκασε να του κουβαλήσουν πέτρες κι έχτισε ολόκληρη τη μάντρα του αμπελιού του. Οι γονείς δυσαρεστηθήκανε, θύμωσαν, αλλά υπομόνεψαν. Δε διαμαρτυρηθήκανε έντονα. Προτείνανε μόνο να φέρουν και δεύτερο δάσκαλο για βοηθό. Ο Παπαθόδωρος δέχτηκε και φέρανε το Παπαφώτη από την Τοπόριστα (Θεόχτιστο). Ο Παπαφώτης ήτανε πιο επιμελής. Δίδασκε στο σπίτι του Κάτσιου που ήτανε κενό, γιατί ο νοικοκύρης του είχε κατέβει στον Πύργο για ξεχειμώνιασμα. Σιγά-σιγά τα παιδιά παρατούσαν τον Παπαθόδωρο και μαζεύονταν όσα στο κατσιαίικο. Μοναχά ο Σατανάς του ’μεινε πιστός κι αφοσιωμένος. Ο Παπαθόδωρος προσβλήθηκε, πείσμωσε, έβαλε δικούς του και διώξανε τον Παπαφώτη.
Τρίτος Γλανιτσιώτης παπαδάσκαλος, για λίγο διάστημα, ήταν ο Παπαγιάννης και τέταρτος, για πιο λίγο, ήταν ο Παπαντώνης.
Από τους λαϊκούς τώρα πρώτος δάσκαλος διορίστηκε ο Βαλτεσινιώτης Μιχάλης Ντόμης, πολύ μικρός στην ηλικία. Αλλά κι αυτόν δεν τον θέλησε ο Παπαθόδωρος. Και μια μέρα έβαλε το γιό του Σωτηράκη μαζί με το Διαμαντή Πολύδερα και στρώσανε το παιδί κοντά με τις πέτρες. Το πήγανε κυνηγώντας το ως τις Απάνω Ράχες. Εκεί σε μια αχλάδα στάλιζε τα πράματά του ο Κατατσιώλης.
- Γλίτω με, μπάρμπα, θα με σκοτώσουν, φωνάζει κατασκιαγμένος κι έτοιμος να σωριαστεί χάμω από την πολλή κούραση ο Μιχάλης.
Μπήκε στη μέση ο Καρατσιώλης, μάλωσε και φοβέρισε τους διώκτες, παράλαβε το Μιχάλη και τον συνόδεψε ως πέρα από τον Αγιο-Κωνσταντίνο της Κερπινής. Έφυγε και δε ματαφάνηκε πια για δάσκαλος στο χωριό.
Μετά απ’ όλα αυτά η Γλαντιτσιά έμεινε χωρίς δάσκαλο. Και τα παιδιά αναγκαστήκανε να φοιτήσουν κάμποσον καιρό στο σχολείο της Κερπινής. Τον πρώτο χρόνο είχαν ένα καλό δάσκαλο από τα Τσιπιανά (Νεστάνη) που τα καλομεταχειριζόταν και μένανε πολύ ευχαριστημένα, γι’ αυτό πήγαιναν όλα πρόθυμα και δε σημείωναν απουσίες. Αλλά στην αρχή του δεύτερου χρόνου ήρθε στην Κερπινή από το Κάτω Αγρίδι ένας Θανάσης Δασκαλόλουλος-Μπούμπας, σωστός αγριάνθρωπος. Για ψύλλου πήδημα κακομεταχειριζότανε κι έδερνε τα ξενοχωρίτικα παιδιά, γλανιτσιωτόπουλα και γλογοβιτόπουλα. Πρόσεχε μόνο τα κερπινιωτόπουλα, ενώ για τα ξένα δεν έδινε μια δεκάρα.
Με το ζόρι τώρα και με τις φοβέρες των πατεράδων πήγαιναν τα παιδιά, 25 τον αριθμό, στην Κερπινή. Και καραδοκούσαν να βρουν την ευκαιρία μα μην ξαναπατήσουν πια στον Μπούμπα. Την αφορμή τους την έδωσε ο γερο-Νικολάκης ο Μπακαβές, δραγάτης στ’ αμπέλια κι ακόμα χειρότερος στην αγριότητα και στη σκληράδα από το φόβητρο Μπούμπα.
Ένα δειλινό, καθώς γυρίζανε τα παιδιά από το σκολειό και φτάσανε στο ύψος του Αγιο-Βλάση, χωρίς καμιά αιτία, ο γερο-Μπακαβές τα περίμενε στο δρόμο, έπιασε όσα μπόρεσε και με μια πουρναρίσια μαγκούρα τα σακάτεψε στο ξύλο. Θέλησε να τα τρομοκρατήσει προκαταβολικά, για να μην τολμήσει κανένα να μπει στ’ αμπέλι για σταφύλια. Τα παιδιά, αφού υποχρεωτικά έπρεπε να περνάνε πρωί-βράδυ από τον Αγιο-Βλάση, στήλωσαν τα πόδια, στασιάσανε και δεν ξαναμαθητέψανε κοντά στο Μπούμπα.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και με φροντίδα της Δημαρ. Αρχής διορίστηκε δάσκαλος στο χωριό ένας Θανάσης Κούτρας από την Κοντοβάζαινα, καλός στη δουλειά του, αλλά δεν έμεινε περισσότερο από 3 μήνες.
Έτσι φτάσαμε αισίως ως το 1885 περίπου. Τότε διορίστηκε για πρώτη φορά, αναγνωρισμένος από το Υπουργείο τώρα, δάσκαλος ο Βαλτεσινιώτης απόφοιτος του σχολαρχείου Κώστας Μαντάς. Νομίζω ήταν ο πατέρας της Μητρογιαννούς. Σ’ αυτόν μαθήτεψε για λίγο στη δεύτερη τάξη κι ο πατέρας μου και συχνά μας μιλούσε για τις κατακάθαρες φουστανέλες του.
Ο Μαντάς δίδαξε στο σχολείο του χωριού ως το 1902, οπότε τον διαδέχτηκε ο Παπακώτσιος._


 *  Τα στοιχεία, που περιέχονται στο σημείωμα, τα άντλησα από χειρόγραφες σημειώσεις του δ/λου Γιώργη Παπαγιάννη._

3 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

αυτη τη ιστορια δεν την εχω ξαναδιαβασει...ειναι στο βιβλιο για το χωριο;

Ανώνυμος είπε...

Γράφει απο που είναι στην αρχή Αλλά δεν το πρόσεξες
Δεν είναι στο βιβλίο για το χωριό

Ανώνυμος είπε...

ακομα θυμαμαι μια λουρα απο κυδονια.....gerolykos