Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΙΑΣ ΘΕΙΤΣΑΣ

Απο την Γιάννα
Όσα φέρνει ο καταός και στο σήμερα.   
Απαράμιλλη, σίγουρα, η πέννα του Αβαδαίου, όπως επισημαίνει ο Βασίλης. Ζωντανεύει μοναδικά τη γλανιτσιώτικη ψυχοσύνθεση, αυτή που όλοι αγαπήσαμε και μας γέμισε "εθνική" υπερηφάνεια (το πρωτογενές πλεόνασμα, γαρ, γερόλυκε!). Εξάλλου για τον Αβαδαίο νυν και αεί δηλώνω θαυμάστριά του... Σήμερα, όμως, χάρηκα περισσότερο για την παρέμβαση-επιστροφή-συμβολή του Βασίλη, που κατάφερε να δώσει, ηλεκτρονικά πλέον, την ατμόσφαιρα της "εποχής της αθωότητας" και με την επανέκδοση αυτή να διασκεδάσει τα σημερινά αδιέξοδα. Του αξίζουν συγχαρητήρια. Σήμερα , μέσα απ' την πνευματική Λιάσκοβα, της οποίας δικαιωματικά διεκδικεί την πατρότητα, ζήσαμε μια Δευτέρα στο χωριό... ΄Εφερα στη μνήμη μου χρόνια γεμάτα δράση, ανθρωπιά και προσπάθεια. Σε σχέση με το περιοδικό, τον θυμάμαι να τρέχει με αστείρευτη όρεξη και ιδέες, με διαρκή προσπάθεια να μας καθοδηγεί όλους (συντακτική ομάδα, κειμενογράφους, ακόμη και τον τυπογράφο), προκειμένου να βγει στην ώρα της η κάθε έκδοση και να φτάσει έγκαιρα στα χέρια του κάθε συμπατριώτη... και πολλές φορές τ' άκουγε, ή τ' ακούγαμε κι από πάνω, όπως συμβαίνει και σήμερα με το μπλόγκ, αλλά περασμένα ξεχασμένα. Σήμερα η γεύση που έχει απομείνει είναι γλυκιά. Προσωπικά, με αφορμή την ανάρτηση αυτή, τον ευχαριστώ για το ταξίδι στις "εκδόσεις" και του εύχομαι να μας "παρασύρει" με το μεράκι και τις αξίες που τον διακρίνουν. Βασίλη, επιβάλλεται να συνεχίσεις και μετά το ημερολόγιο, όπως κι ο Αβαδαίος να μας δώσει τις πινελιές του στο παρόν. .

                                  
                                                                     Όσα φέρνει ο καταός
Ο τίτλος του ήταν το «Ημερολόγιο μιας Θείτσας» και ο υπότιτλος «Όσα φέρνει ο καταός». Δημοσιεύθηκαν στη «Λιάσκοβα» σε επτά συνέχειες, όσες οι μέρες της βδομάδας, τα ημερολόγια μιας Γλανιτσιώτισας, μέσα από τα οποία πηγάζει αυθόρμητα η Γλανιτσιώτικη εκείνη εποχή, με την απαράμιλλη πέννα του Αβαδαίου. Αξίζουν και για την ηλεκτρονική «Λιάσκοβα»,στις ίδιες συνέχειες, όπως ανασύρθηκαν από το αρχείο της 
                                       Βασίλης  Γιαννόπουλος


                    ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΙΑΣ ΘΕΙΤΣΑΣ

Όσα φέρνει ο καταός

( «ΛΙΑΣΚΟΒΑ»1981, απ όπου και ανασύρθηκε από  τον ομογενή «ανασκαφέα»  της Τριπόλεως ).
____
«Δευτέρα νύχτιωσε και βράδυασε, πάει και τούτη μέρα».Φεύγουν, πάνε αγάλι- αγάλια πανάθεμάτα τα έρμα χρόνια κι αντίς να γένει η αγουρίδα μέλι, που λέει ο λόγος, γένεται μπλειότερα τσαγκιά που κλείνει μάτι. Τι να ειπείς και τι να λές … Όπως είν’ καλά, να λές, πόλεγε ο μακαρίτης ο Τζίτζιος. Τι άλλο?
Μη σώνει να σκέβεται μπήτι ο άνθρωπος. Πότε το ένα, πότε τάλλο σιάγνει πλαϊνά το μαγκούφι το τσερβέλο, σκορπάει στους πέντε δρόμους και άειντε να το περιμαζώξεις. Μουσαφιρέοι, λέει, είμαστε στον κόσμο τούτο κι αντίς να το πάρουμε απόφαση, αφού ακόμα και οι μαγκουνίδες ξέρουν πριν φυτρώσουν, βάνουμε το λιγούλι μυαλό που απαγκιάζει στο καύκαλο να μας ξηγήσει πώς και γιατί, τ’ αξήγητα. Μπορεί; Έμ δεν μπορεί το ρημάδι! Μόνε- μόνε για να ξεχωρίζει τα σκατζίκια από τα μυρώνια φτουράει, λές κι ο Παντοδύναμος θάχανε την Πόλη αν τάφηνε λιγούλι μπρόσβαρο στο ζύγι.
Κάνεις έτσι και τηράς καμιά βολά πίσω σου και δεν γλές παρά μονάχα τούραγνα και φαρμάκια ίσια μ’ έναν ντρόχαλο σιαπάνου. Τηράς μπροστά στο σκοτάδι. Μάϊδε διάφορο, μάϊδε τίποτα. Σε πιάνει μιάν αγκούσα –εδωπά- που αναρωτήνεσαι; Τούτο ήταν ούλο κι ούλο; Πρόπαντη! Αφήνεις το χαλικάκι σου να πέσει και περμένεις να βρεί πάτο. Έμ δε που θα βρεί … Χτυπιέται ένα γύρω, βολοέρνει και πάει χάνεται χωρίς ποτέ του να σταματήσει. Άβυσσο!
-Μα έχει αρχή και τέλος η άβυσσο, Απίκραντε;
-Το κρασί είναι κρασί κι ο Θεός είναι Θεός! Άμα τα βάνεις μαζί τους ζαλίζεσαι, λέει με στόμφο σαν τρανός γιεραπόστολος.
-Δεν τα βάνω με κανέναν, ρε μπανταβέ, λέω. Να μάθω θέλω. Ξέρεις; Γιά τζιάμπα πηγαινοέρχεσαι στην εκκλησιά και ψέλνεις ούλα τα γράμματα του Θεού.
Γιάκω που ξέρεις! Αλλά γιάκω και πού  το βάνει κάτω ο άθρωπος! Θεριό είναι και καρτεράει. Δεν ξέρει τι ακριβώς καρτεράει,αλλά καρτεράει. Είναι, να ειπούμε, σαν το κατούρημα το καρτέραμα στον άνθρωπο που έρχεται από φυσικού του και τον ανακουφίζει. Και βάρδα να μην ήταν έτσι. Θα σκάγαμε.
-Δεν πάει να κουρεύεται, λέει, η ζωή και το καλό της αντάμα. Δεν είναι και για τήλωμα! Περάστε να πάρτε ένα μεζέ είναι. Τι είναι;
Σάματι ψέματα; Ίσια που να ειπούμε, ξέρω γώ τι, πάει, μια χαψιά ήταν, την πήρες και πάς καλλιά σου ξερογλύφοντας.
Απέ δεν πήρες ούτε τσιγαρίδα; Πάλε πάς, αλλά θράσιος. Λιγούρης δεν τον γλιτώνεις τον … τουρισμό το Θεό μπάρμπα νάχεις. Έτσι είναι, τι να κάνουμε … Δίκηο, άδικο – έννοια σου- κανείς δεν ξέρει. Ρώτησα και τον παπαπάνο πέρσι τις «πρωτάγιασες» - όχι θα τον άφηνα:
-Πολλά τα παράξενα του Θεού, παπά μου! Τα καταλαβαίνει, τουλάχιστο, η αφεντιά σου;
Καλύτερα να μούλειπε! Γυρίζει και με τηράει ο ευλοημένος, με κάτι μούτρα ίσια με κει κάτου, σαν να μην του πήγα ποτέ μου πρόσφορο, ή άλλοτρη. Μου φάνηκε ότι πήγε να νευριάσει. Ύστερα μου φάνηκε ότι πήγε να γελάσει, θεός να με συγχωρέσει. Εντέλει, δεν μου φάνηκε, αλλά πήγε ίσια στην πόρτα και τσάκωσε το ζεμπερέκι. Τον πρόκανα:
-Για στάκα, ευλοημένε! Στάκα και μη με κολάζεις μέρα. Καιρό λογάριαζα να σε ρωτήσω, η δόλια, μα σκιαζόμουνα μη μ’ αχουγιάξεις- σου φταίνε και τα νητεριά σου καμιά βολά εσένα γλέπεις. Μά πάλε, ποιόν να ρωτήσω, το Πλακωτή;
-Έχεις κανά δαυλί, μάϊκω, στο σταχτοφούρνι σου; Μου κάνει ρουτζωμένος.
-Φέτος, δόξα σοι ο Θεός, παπά μου …
-Έ, άειντε χαυδαλιασέτο κι άσεμε!
Να χαίρεται τα ιερά του, αλλά σιαδώ-σιαδώ κατάλαβα ότι τρανύτερη κουβέντα δεν ματάκουσα μάϊδε και από λαϊκό. Τί τα θέλουμε τι τα γυρεύουμε δηλαδή εμείς, δεν είμαστε δά και πολύ σοφοτάδες ή τίποτα πολύ αγιοτάδες για να τ’ ανακατεύουμε. Εμείς ήρθαμε σ’ αυτήνη την παλιοζωή για να τη διαβούμε σώνει-καλά. Λίγια ή πολλή, καλή-λωβή δεν γένεται να κάνουμε πίσω. Άμα πεινάς, τοιράς να μπουρμπουλίσεις την «τριφτιάδα» σου για να περιδρομιάσει τ’ άντερό σου που γουργουρίζει σαν τουΜπογάτσα το μύλο και δεν ψάχνεις κείνη την ώρα για κριάς. Πάει, χάνεις και κριάς και «τριφτιάδες», μένοντας με το ψάξιμο!
Γι’ αυτό, τήρα τη δουλειά σου και μη κολάζεσαι. Όπως είν’ καλά, να λές…
Αβαδαίος

(Μονολογώντας)
Ουίχ μαυρούλα γώ. Σάματι θέλουμε τα πολλά  κι εμείς πλια. … Να σταυρώνουμε άθρωπο πού και πού ν’ αλλάζουμε δυό κουβέντες, για να μερεύει το «μέσα»  μας, να καταλαγιάζει. Αυτούνο θέλουμε. Κατά πού να πας όμως και κατά που να σιάξεις. Και ποιόν να συναπαντήκεις, όπου ρήμαξε πλιά το σοκάκι. Πάει …

Θες ποδάρια τώρα για να φτάσεις στο κοντινότερο σπίτι που καπινάει ο φουγάρος του. Ακόμα ούτε στο κατώι δε με πααίνουν  τα ρημάδια τα πόδια. Απέ αναμασάει  κάθε βδομάδα τα γιατρικά του ο «αγροτικός»:
--Είπαμε, θειά, ρευματικά είναι.
--Το είπαμε, γιατρούλη μου, αλλά δεν μας ακούσανε …

Ρεματικά σου λέει ο γιατρούλης και κάνε καλά εσύ με δαύτα. Εμ τότενες, παιδάκι μου, λέω, γενόταν και ο γερ’ Απίκραντος γιατρός. Μιά γραβάτα που του λείπει από κάπου θα τη ρήμαζε ο φτωχός. Χέστηκε η φοράδα στ’ αλώνι δηλαδής για μια γρααβάτα. Με τη ντουζίνα τις έχει ο γιός του ο Γιώρης  - όξω από κείνη την κατακόκκινη. Το  γελάω; Μπήτι μη το γελάω. Με ένα βοτάνι που μου έφερε από τα σφενταμάκια, σαν να είδα λιγούλια καλυτέρεψη και ας ήταν φαρμάκι πανάθεμάτο. Μωρή δε θές να σκαμπάζει  στ΄ αληθινά  ο μπανταβός από γιατρική ; Έχε γούστο, Παναϊα μου !
Ουίχ ώχ ώχ … τί να είπουμε και τι να μολοήσουμε... Αυτούνα, ποτ’ έτσι,  ποτ’ αλλιώς περνάνε, κάπως, νταγιαντεύουνται. Κι αν δεν περνάνε, ας πάνε στο διάτανο. Τάλλα τι μου κάνεις … Την ερημιά και την καταχνιά, όπου μείναμε τρείς γέροι κούκοι σε κάθε μαχαλά και κλαίμε τα μοιρινά μας. Σου λέει η άλλη:
--Σώπα και μας νοιάζονται τώρα-τώρανες. Θα ρθεί κι εδώ, λέει, η τελεόραση να μας πάρει φωτογραφία. Θα σταθούμε στην αράδα λέει  κι άλλος θα τραγουδάει, άλλος θα χορεύει κι άλλος θα λέει ιστορίες τάχα μου.
Άσε με καημένη και μη με κολάζεις - με δύο παπάδες είχα συλλείτουργο χτές.
Αυτούνο κι αν δεν καρτεράγαμε πια ! Να γένουμε και μεις σκήριαλ στην τελεόραση, για νάχουν να λένε κει σιαπάνου: μπρέ μπρέ μπρέ, γιάτρα που υπήρχανε ακόμα αθρώποι κει σιακάτου… Που είναι και γλετζέδες. Και ξέγνοιαστοι τάχαμου. Πού ξέρουμε να ζήσουμε από φυσικού τάχατες, ενώ αυτούνοι στις πολιτείες δεν ξέρουν και ζούνε αφύσικα, τάχαμου. Που μας ζηλεύουνε από πάνω επειδή δεν έχουμε κείνο –πως το λένε, μωρή σύ, εκείνο πού έχουν εκείνοι και που δεν έχουμε μείς και πού το αναχαράζουν κάθε βολά σα παλιόγιδα κόρμπα;  Ά, ναι, άγχος το λένε.
Τώρανες, τί πράμα είναι αυτούνο το άγχος, άειντε βρέστο. Έ, κάτι σαν το καψαέριο πρέπει νάναι. Χλεμπόνα δηλαδή. Ναί, αλλά χλεμπόνα-ξεχλεμπόνα δεν είδα και κανέναν να κάνει σιακάτου. Ούλοι σιαπάνου μαζεύουνται. Κατάλαβες; Κατάλαβα να λέω πού να μη σώναμε.  Ουίχ  ωχ  ωχ και πάλε ωχ..


 ΤΡΙΤΗ φώτισε σήμερα, μέρα του Θεού και τούτη. Καλά μας βρήκε Παναΐα μου, δόξασοι ο Θεός να λέμε. Υγειά, τι άλλο θέλουμε τώρανες εμείς. Τα πολλά; Προυτς προυτς προυτς... τώρα και στα αποκλάσματα. Να συγυριζόμαστε δω χάμου,  να λες, μη γεραντήσουμε μπίτι κούρβουλα,  έτσι  για να κάνουμε παρέκει για προς νερού μας. Για να λέμε ότι ζιούμε κι μείς τάχαμου. Απέ τ΄ άλλα, ποιος τα λογαριάζει τ΄ άλλα και ποιος τα λιμπίζεται … Μονάχα οι Αθηνιώτες τα θέλουν ούλα πως και τι . Τούτο και τ΄ άλλο και το παρ΄ άλλο. Ζάπι δεν κάνουν σαν έρχονται τώρανες το καλοκαίρι δω σιακάτου.  Αναυχαρίστηγοι  μπίτι ! Μέχρι και ψιλούλι χαρτί στο καρούλι πρέπει να ‘χουν πάνου τους για να κάνουν πλαϊνά το ρέμα  για  «δουλειά» τους. Αλλιώς κάθουνται και σφίγκουνται , λές και χάθηκαν τα λιθαράκια στο παλιοχώρι τούτο. Άλλο και τούτο πάλε. Ότι θες ακούς σήμερα.

Ββββ….βουή.  Γιόμωσε το χωριό οχλαοή  από δικό μας κοσμάκο της Αθήνιας - μπαϊλντισμένος από το καψαέρι και την κάψα της. Και παιδάκια, λαχτάρα μου. Γιόμωσαν τα σοκάκια  από φωνούλες και κοτσαρούλια , τρομάρα μου, οπού ΄χαν χορταριάσει τα σοκάκια  και είχαν ξεπλυθεί οι πέτρες τους.   Τ’ αγγόνια μας,  τα διαόλια να λες καλύτερα,  που μας μουρλάνανε,  μας χιλιοτρουποκεφαλιάσανε τους μαύρους. Άσε πλια τα ζωντανούλια τι τραβάνε από δαύτα … Ακούς τα κοτερά  κρα κραα...να τρουπώνουν  μέσα τις φράχτες για να φυλαχτούνε λες και τα κυνηγάει  το ξιφτέρι ο ξίφος.  Ησυχία δεν έχουν του διαόλου τα παιδιά ! Άλλο παίρνει τη γαϊδούρα και τη λημερνάει σιαπέρα την Μπαλιζού  απότιστη και συφοριασμένη,  άλλο  κρατάει παραμάσκαλα μισή πουγανίτσα ψωμί και ρίχνει μπουκιές σε κάτι παλιόσκυλα για να παγαίνουν κοντά του σαν τον Γόντικα, άλλο καβαλάει τη μαρτίνα σα φοράδα, γιατί είναι καμπόης λέει και  άλλα πασπατεύουν την κατσούλα  μέχρι να τους βγάλει κάνα μάτι  να  πηλαλάμε σε γιατρούς. Συφορά! Χαϋμός ! Είχαμε κι μείς παιδιά, παιδάκι μου, αλλά το κακό τούτο στ’ άγρια βουνά! Μουρλά μπίτι, λες και τα ΄βγαλες από κανένα καταφύγι, μαυρούλα που ‘μουνα.
Έτσι  άγριο λες  να τον κάνει τον κοσμάκη η Αθήνα; Πωπώωω... κόσμε! Απε τότε ας πάρει τα βουνά να μαλακώσει, τι να πει κανένας πλια… Πάντως τα παιδάκια τούτα, για να λέμε και την αλήθεια,  δεν σου γυρεύουνε τίποτα τρομάρα μου.  Καλά-καλά δεν τρώνε ούτε κείνο που τους βάνεις στο πιάτο. Πουλάκια μπίτι. Πού   εκείνα τα δικά μας τότενες , που ζυγιάζανε με το μάτι τη μουρχούτα  τον τραχανό, για να δούνε αν έβαλες  στον άλλο ένα δάχτυλο  περσότερο .  Τούτα,  τρομάρα μου, χώμα κι αέρα θέλουν σαν τα κλαράκια του Θεού και  άστα να πηλαλάνε. Να ιδούμε θα την τυλώσουν πηλάλα ;
Κόσμο άκουγα, κόσμο δεν έβλεπα, δεν μ’ απάνταγε, έσιαξα κατά την Μπαναγιά και να ΄σου μπροστά μου ο Μπουρεκάκης.
-Καλοσόρισες Πάνο! Τι κανείς μάτι;
-Καλά, θειά. Συ πώς τα μολογάς;
-Βρισκόμαστε, παιδάκι μου, να μη ρημώνει ο τόπος. Πλια τί κάνετε σιαπάνου από υγεία; Είστε ούλοι καλά ; Ήρθατε πολλοί;
-Κάμποσοι, αλλά ούλοι θα ΄ρθούν.
-Οίίί…. τρομάρα μου,  μακάρι.
Κάνω έτσι λίγο πέρα και γλέπω κάποιον που ζύγωνε μα με χαιρετήσει.
-Ποιος να ΄ναι τούτος πάλε, λέω.
-Ο Λάμπης του Καπέτα, θειά, δεν με γνώρισες;
-Οίί…παιδάκι μου, πολιτίστηκες, πού να σε γνωρίσω...  
-Πολιτιστήκαμε, θεια και θέλουμε χωριάτικο ψωμί τώρα.               
Και πάνω κει  που στεκόμαστε  δυο τρεις γριές στο πεζούλι του Τζιμπάκου  ακούμε  ένα σατανά :
-Τι κάνετε μωρ γριές, σας χαρχαλεύει μπίτι;
- Πωπώωω... ο Καραλής είναι !  Πού βρέθηκες  μπροστά μας ρε  δαίμονα και μας κόλασες ;  Και λογάριαζα να πάρω ματαλαβιά το ταχιό.
-Σιγά μη και δε σου δώκει «χουλιάρι» ο Παπαντώνης και πας Κόλαση!
Απέ μπιιι...μπιιι... ήρθε  το λεωφορείο  και σταμάτησε κοντά μας . Βγάζει τότενες ο θεριακομένος ο Θοϊκος ο Κωστάντιος την κεφάλα του από το παραθύρι και μπήζει μια φωνάρα:
- Έ ε ε .. χωριόοο … ήρθαμε ρέεε... Καλώς σε βρίσκουμε και φέτος χωριόοο... Πού ΄σαι ρέ  Βρούουου… με το κλαρίνο σου ; Ξεκρέμαστο, ξεβράκωτο, ξεψείριαστο, απόψε το ξεγανώνουμε !...
Να ΄σαι καλά, Θόϊκο μου,  να γλεντάς πάντα. Να ναι καλά ούλα τα παιδάκια του κοσμάκη να ΄ρχονται,  για να λέμε πως ζιούμε κι μεις απόκοντα λιγούλι σαν άθρωποι. Να ΄στε καλά, Παναγίτσα μου, ο  Θεός να δώκει.

ΤΕΤΡΑΔΗ  ξημέρωσε σήμερα. Μωρέ μπράβo μας, τη μεσιάσαμε και τούτη. Τετράδη σήμερα, Πέφτη ταχιά. Μωρέ άμα μεσιάσει η βδομάδα, πάει έφυγε, σαν το κομποσκοίνι πες που σώνονται οι κόμποι και αρχινάνε τα ΄΄καλή ψυχή΄΄ μη και τους παραξηγήσεις άμα δεν σου πουν, λες και τόχουν υποχρέωση. Δεν μουτζώνεις λεω! Αλλά ας μην αρχινήσουμε πάλε τα ίδια, έχει ο θεός για παρέκει. Και να μην έχει, σκορδοκαϊλα μου, ας πα να βρει, δεν θα βάλω και τον κόπανο να κλάψει τώρανες... Του κερατά πλια!
Ουίχ ωχ ωχ…τι να πω και τι να μολοήσω… Και τι να γράψω; ΄Εχουμε και γράψιμο τώρανες σιαπέρα, γλέπεις. Ούλα τάχει η Μαργιορή, τα μελανο- κοντυλοφόρια της λείπανε. Κόρσεμ έγινε και η μούρη μου δεμοσιογράφος στο περιοδικό- τάχατες βγάλαμε κι εμείς περιοδικό. Μια σταλιά να λες κει χάμου, σα κείνες τις φυλλαδίτσες που σου βάνουν τζάπα στο χέρι κάτι παιδάκια και που διαφημίζουν από κάμποτο μέχρι λεχτρικά είδη διαθέτομεν.
 Και καλά δεν λέω, ούτε και κογιονάρω- ο Θεός να με κάψει. ΄Ισια- ίσια που χαλιουράω κάμποσο καιρό με δαύτο και γράφω κι εγώ κατιτίς μέσα στις άκρε του.  Κοραφέξαλα δηλαδή, αλλά αφού τα δίνουν για να τα διαβάσουμε, τι φταίω εγώ;  Γράψε κι άλλα θείτσα΄΄, μου λένε κείνα τα παιδάκια κει μέσα στο περιοδικό. Καλά, παιδάκι μου, λέω, καλά, δεν καβάληκε και η νύφη. Ούτε κι εύκολο είναι το ζήτημα. Πρέπει να υπάρχουν νέα, αλλά  και γραμματούλια κάμποσα για να γιομώσει το χαρτί,  δεν βρίσκονται έτσι καλοπίχερα στο δρόμο. Ούτε φουμερίδα είμαι, ούτε τελόραση...
Απέ να πω, η μαυρούλα, ότι χαλάνε κόσμο από νέα οι Αθηνιώτες στις τελόρασες – χαλάλι τους. Μένα μου λες! Ούλο τα ίδια και τα ίδια αναχαράζουν. Έννοια σου και ξέρω τι λέω φτου που μιλάω. Αφουγκράζουμαι  καμιά βολά στην τεόραση, όταν παγαίνω στο μαγαζί,  για να  ιδώ κι εγώ τι γένεται στον παλιόκοσμο, αλλά  δεν μουτζώνεις...  μπλου μπλου μπλου και μπλου μπλου μπλου ακούς συνέχεια για Μαύρους, Γάλλους Πορτογάλλους - ότι τούτο  κάναν, τούτο ράναν και ύστερις έρχονται τάχατες στα δικά μας τα νέα, τούτο η κυβέρνηση, το άλλο  η κυβέρνηση.  Απέ βγαίνει, εκεί που μιλάνε, φράααστ ένα τσιουπάκι μορφοχτενισμένο και σοβαρούλι και λέει τούτο η Κενή Αγορά, τ άλλο η Κενή Αγορά, το παρ άλλο η Κενή Αγορά. Ούλα καλά η δική μας η Κενή Αγορά. Απέ  ακούτε και λίγο, λέει, τον κύριο από δω – αν θέλετε- που θα ομιλήσει περί το τόπι. Μπλι μπλι μπλι και  ο κύριος με το τόπι και τελεύει και κείνος.  Απέ παρουσιάζεται, τότενες, πάλε το τσιουπάκι στο τζάμι, χαμογελάει ένα καλά και ... καληνύχτα σας και φχαριστούμε πολύ που μας παρακολουθήσατε.  Καληνύχτα, μάτι μου, άειντε μου στο καλό, μας υποχρέωσες...  Αυτούνο ήταν! Κρίμας στην τσιουπίτσα δηλαδή κι είναι σαν τα κρύα νερά τρομάρα μου.
Παλιόκαιρος πρ..πρ..πρ.. το πάει από μπονώρα με νεροκοκοσιάλια. Ξουρίζει, παιδάκι μου, άλλο είδος. Και έλεγα να πεταγόμουνα μέχρι την Καλλιόπη να μου τήραγε λιγούλι τούτο το ξεράδι μου που πάει κουλάθηκα, η μαύρη που ΄μουνα. Μα που να ξεμυτίσω η δόλια με τέτοιο αγιάζι. Σου παίρνει τη μύτη φραπ και στην κόβει πέρα-πέρα. Απέ κάθουμαι κι εγώ στο παραγώνι, τι να κάνω; Τσιάτρα-πάτρα υφαίνω κι ένα φυλλαράκι κουρελού που έχω στο λάκκο από τον καιρό του Νώε. Να μη λησμονήσω να φτιάξω και λιγούλι άλεσμα για το μύλο που με ΄φαγε με την γκρίνια του ο παλιόγερος…
-Τι στο διάβολο έκανες με κείνο το άλεσμα πλιά;..
-Στο ντάδε, έκανα λέω. Με μπαϊλντισες .Ούτε στου Ρεντεζέλα θα πας, ούτε στην ΄΄πέρα μεριά΄΄ στον Πρόσφυγα. Δω χάμου στο Νικολή του Μπρη θα πας, δυο δρασκελιές δρόμο είναι…. Κακοπόπαθα με δαύτον, Παναϊα μου!
Συγύρισα και λιγούλι ένα γύρο, τέλεψα. Α, στο διάτανο, λέω, χίλιες βολές καλύτερα στο χωράφι, παρά στο σπίτι. Μέσα δω δεν τελειώνουν ποτές οι μαγκούφες οι δουλειές. Πότε τη μία, πότε την άλλη σε θέλουν συνέχεια απίκο.  Απέ τις παρατάω κι εγώ- ας κάνει και η κατσούλα δουλειές λέω - και τσακώνω το βολύμι να γράψω δύο σπειριά γραμματούλια  στο μερολόγιο. Τούτο μας μάρανε γλέπεις!  Απέ πάω να γράψω, τίποτα. Το ΣΑΛΙΩΝΩ λιγούλι, τίποτα. Τηράω πλαϊνά τις πλεύρες μπας και κατεβάσει τίποτα το ξερό μου, τίποτα. Γιόκ. Κλαράκι δεν κουνιέται. Για μια στιγμούλα μόνο είδα τον θεριακομένο τον Γιάννη τον αγροφύλακα ν΄ άπηδάει κάτι τούφες, Παναϊα μου, ίσιαμε κει πάνου. Κάποιο λαγό κενήγαγε φαίνεται κι ήταν σαν κείνον τον αρχαίο Έλληνα που λεγε ο Στάθης-καλή του ώρα- στα παιδιά. Τον λησμονάω, μωρέ παιδάκι μου! Ένας θεόρατος ήταν λέει, που σούκοβε το αίμα άμα σε τήραγε με κείνο το μάτι του στο κούτελο. ΄Ας είναι, δεν θα σκάσω κιόλανες. Νερομπουμπούλιασε το μυαλό, τι περιμένεις…
Δεν λέμε, δηλαδή, που ξέμεινε κι ο κακομοίρης ο Γιάννης δω χάμου και κυκλοφορεί άνθρωπος το καταχείμωνο όξω. Θα μας πλακώσει καμιά βολά το χιόνι και θα μας ψάχνει το αερόπλανο και το λικόφτερο  να μας βρουν και δε θα μας βρίσκουν. Τουλάχιστο θα δούνε πουθενά το Γιάννη όξω με τα σκυλιά του και θα διοποιήσουν τα πουργεία τους ότι ζιούμε και μεις, μαυρούλα πούμουνα, εν ζωή. Λίγο το ‘χεις; ΄Ασε πια το σαματά που κάνει. Μαυλάει τα σκυλιά του, τα χαϊδεύει, τα μαλώνει, τα οδηγάει δω δω δώωω...Κείνα γαυγίζουν, γκλαφουνάνε, ρίχνει και καμιά ντουφεκιά εδώ γύρω, ντόρος να γίνεται δηλαδή μη πέσει η αστράχα και μας πλακώσει από τη βουβαμάρα, Παναϊτσα μου. Στασιό δεν έχει ο κακομοίρης, από τ΄ άγρια μεσάνυχτα σηκώνεται κι ας ξουρίζει όξω ο καιρός βαρβάτο καλόγερο.
-Πωπώ παιδάκι μου, τι ώρα είναι τούτη;
-Τι έχει η ώρα θειά; Ούλες ίδιες είναι.
Ψέματα; Οι ίδιες και τα ίδια βράδυ-πρωϊ. ΄Ακόμα και η γκρίνια του γέρου η ίδια έμεινε τόσα χρόνια. Καλή ώρα με φούντωσε πάλε ο ΄΄όξαποδώ΄΄ σήμερα. ΄Αρχισε από του Θεού το χάραμα μ΄ ένα παλιοκαφέμπρικο, γκζού,γκζου που μου τάγδαρε τ ΄άντερα. Τάχαμου έφτιαχνε το χερούλι του ό ….μάστορας! Απέ τούδωκε-τούδωκε το αποχάλασε.
-Άει στη λώβα, λέω, τι θέλεις και πεχειριέσαι μπίτι;
-Μωρή δεν μπάς στο γεροδιάβολο, μου κάνει και πάει πλαϊνά .
Τα παράτηκε ούλα τα συμπράγκαλα κατάλακα - έργαλεία, πρόκες, μπρίκια, ούλα και έσιαξε κατά την Μπαναγιά. . Πλια σκας, πλαντάζεις ή βάνεις τις φωνές να φρίξει η γειτονιά; Αλλά για ποια γειτονιά λέω η άραχνη;  Εμείς είμαστε η γειτονιά, εμείς κι ο κόσμος ούλος.
Ουίχ ωχ ωχ τι να ειπούμε και τι να μολοήσουμε,  που ούλο τα ίδια λέμε, τα ίδια μολογάμε. Όμως, γιάτραμου  δω η βασκαντούρα, είχα δεν είχα,  το γιόμωσα πάλε το χαρτί. Έδωκα πήρα το γιόμωσα και τούτη τη βολά. Κι έχει ο Θεός για παρέκει. Για ούλα έχει.
Σας φιλιώ σταυρωτά
η θείτσα σας.

Πέφτη σήμερα...μπρε μπρε μπρε…πότε κιόλανες! Εμ βέβια, Τετράδη ήταν χθες, Πέφτη σήμερα, καλά το λέω. Περνάνε, παιδάκι μου, οι μέρες χωρίς να τις καταλαβαίνουμε, σαν το νεράκι που βιάζεται να πέσει στη θάλασσα να χαθεί. Ας είναι βλοημένο τ΄ όνομα του Θεού! Κατ’ έτσι-κατ΄ έτσι  την ψωμοφάγαμε και τούτη τη βδομάδα, και αφού ζιούμε, καλά είμαστε να λέμε. Γιατί από καλά-καλά άλλο τίποτα! Πλαντάξαμε στην υγεία γλέπεις και στο καλά.
Τι χειμώνας και τούτος φέτος! Να πάει και να μη ματαγυρίσει άλλη βολά που μας μούχλιασε τους δόλιους, μας χαντάκωσε. Καταχωνιαστήκαμε μέσα σαν τους ποντικούς τέσσερους ολάκαιρους μήνους, νισάφι πλια! Άνοιξαν οι ουρανοί : νερά, χιόνια, τσιάφια ,ούλα σε μας βρήκε να ρίξει ο Μεγαλοδύναμος, λες και δεν υπήρχε άλλος κόσμος ένα γύρω να τα μοιράσει. Άμα είναι για κάτι τέτοια, μας αγαπάει γλέπεις η Χάρη Του - Θέμου σγχώραμε την αμαρτωλή, ούτε ξέρω τι λέω πλια! Σαπίσαμε μπίτι, παιδάκι μου, άλλο είδος.
 Ούλα μου πλια με πονάνε: χέρια, πόδια, σωθικά, κόκκαλα, καύκαλο, ούλα . Απέ έχεις και το παιδάκι τον αγροτικό να σου λέει ΄΄ άστα γιαγιάκα δεν περνάνε αυτά  έτσι αμέσως ΄΄. Ναι, δεν περνάνε, γιατρούλη μου, αλλά άμα δεν γιαίνουνε κιόλας  να πάω στον τάδε κι ακόμα πέρα καλύτερα, τι τη θέλω τέτοια ζωή πλια. Γλυκιά είναι η μαγκούφα, δεν λέω, τουλάχιστο να μην κουρβουλιαστώ μπίτι η μαύρη τώρα  απάνου που πήρε και η γιάνοιξη. Το ξέρω υπάρχουν και χειρότερα ακόμα - από  γκιντέρια ο κόσμος, άλλο καλό, μα ο καθένας τον δικό του κώλο τηράει. Δηλαδή να ειπώ και την αλήθεια μου, πάλε καλά έν  σχέσει. Ναι, σωστά το είπα  «εν σχέσει» το λένε οι γραμματιζούμενοι εκεί στο περιοδικό.
Άσε πια τ΄ άλλο ψες βράδυ! Απάαανου κει που μούχρωνε, τηράω και βλέπω μπροστά μου στην αυλή την Τούλα την τελεφωνού. Μαυρούλα που ΄μουνα! Πρέπει τώρα να το γράψω στο περιοδικό και τούτο ; Πάει ξεβρακώθηκα μπίτι η δόλια, τίποτα δεν κρατάω πλια μέσα μου. Ούλα τα λέω και να ιδείς που θα με παραξηγήσουνε στο τέλος. Μα τι να κάνω παιδάκι μου; ΄Αμα δεν πεις το ένα και δεν πεις το άλλο, τότενες τι θα ειπείς και τι θα γράψεις σε φτούνο το περιοδικό. Και πρέπει να τα κειώσω ΄΄σε έφτά συνέχειες΄΄, καθώς μου έγραψε την άλλη βολά κείνο το παιδάκι του Θανάση, το σοβαρούλι . Με ρώτησε όμως εμένα ο Βασιλάκος που θα τα βρω τα τόσα; Ας έχει χάρη που το υπολήφτομαι  φτούνο το παιδάκι έτσι που τα λέει λιγούλια και σιγανούλια, απε άμα ήταν αλλιώς ήξερα ΄γώ τι θάκανα. Θα γύριζα το άλλο πλευρό και δώθε πάνε οι γιάλλοι...΄Αλλωστε σε ούλα τα ζητήματα έτσι γίνεται- δεν είναι τίποτα μυστικό. Στο παλιοχώρι τούτο τίποτα δεν μένει μυστικό. Δεν το κρατάνε οι αστράχες γλέπεις. Από τις αστράχες  περνοδιαβαίνουν ποντίκια, κατσούλια, νυφίτσες,  άχερα, μυγδαλόφυλλα...Η φωνή και το μυστικό θα σταματήσει;
Χαλουπώνοντας που λέτε, για να μη το λησμονήσω κιόλας,  ήρθε η Τούλα και μου λέει ΄΄τρέχα γριά έχεις τελέφωνο από την τσιούπα σου στην Αθήνα΄΄. Μαυρούλα, κάνω, τι να τρέχει άραγες τέτοια ώρα; ΄΄ Τίποτα δεν τρέχει, λέει η Τούλα, μόνο κάνε γρήγορα και πλερώνει ο κόσμος΄΄.Παρατάω κι έγώ κάτι τσαματσίδια  που ΄χα στα χέρια μου και σιάγνω πλαϊνά άναμπουμπουλιασμένη και συφοριασμένη έτσι όπως ήμουνα. Μου κόπηκε η ανάσα, παιδάκι μου και ασκόφερνα σαν παλιοπρόατο χλεμπονιάρικο. Κάποτε μπαίνω στο μαγαζί και τηράω ένα γύρω που γύρισαν ούλοι το κεφάλι τους και με τηράγανε σαν να ήμουν άνιφτη. ΄Αειντεστε  στο δαίμονα, λέω, άλλη δουλειά δεν κάνετε σεις δω μέσα. Και φραπ τσακώνω το τελέφωνο στο χέρι.
-Μπρόοοος...κάνω, ποιος είναι κει;
-Έλα ρε μάνα και περιμένω μια ώρα… Πού είσαι, είσαι καλά;
-Εσύ΄σαι μώρ΄τσιούπα; Εδώ ΄μαι, που θες νά ΄μαι. Καλά είστε σεις;
-Α, ρε μάνα και μας λιμάρισες! Ήσουν άρρωστη, λέει, είσαι καλά τώρα;
-Ας τα λέμε καλούλια. Σεις τι κάνετε, τα παιδιά τα ΄χετε καλά;
-Άειντε μωρ΄μάνα και μας κοψοχόλιασες.Τι είχες δηλαδή, κρύωμα είχες;
-Τι νάχω παιδάκι μου, τα συνηθισμένα. Τίποτα πέσε. Κάτι πονίδια.
-Άκου μάνα. Μάνα μ΄άκους; Μάναααα…
-Μη φωνάζεις έτσι, μωρ τσιούπα και φρίζει ο κόσμος εδώ μέσα στο μαγαζί.  Σε ακούω, κουφή είμαι;
-Τήρα να δεις, μ’ ακούς; Να πάρε και τον Αρίστιππο που θέλει να σου μιλήσει ο ίδιος.
-Έλα, ρε μητέρα, να πούμε, Αρίστιππος εδώ.
-Εσύ ΄σαι, παιδάκι μου Άρίστοφε;
-Ο ίδιος να πούμε. Πάντως, αλλιώς μας τα είπαν ,ρε μητέρα να πούμε, εγώ καλά σ΄ άκούω. Έλα πάρε και την κόρη σου τώρα. Γειά χαρά, να πούμε.(--΄΄μίλα της λίγο της δόλιας ρε Αρίστιππεεε!΄΄-- τι να της πω, να πούμε, καλά είναι, δεν σου παθαίνει τίποτα. Έλα τλείωνε, να πούμε΄΄).
-Μ΄άκούς μάνα ; Μάνααα...
-Έλα, ρε τσιουπίτσα , ακούω. Άειντεστε τώρα και το χρειάζονται κι άλλοι το τελέφωνο  εδώ.
-Τήρα να δεις, μάνα. Εδώ έχουμε καλούς γιατρούς, να το αποφασίσεις να έρθεις. Το λέει και ο Αρίστιππος.
-Καλά ,παιδάκι μου, θα ιδούμε...Αφού το λέει ο Αρίστοφος...                                -Όχι ΄΄θα ιδούμε΄΄. Να το αποφασίσεις, γιομάτη γιατρούς είναι η Αθήνα. ΄Εχει κι ο Άρίστιππος έναν γνωστό του.
-Το ξέρω παιδάκι μου. Για να, ιδούμε... Θα καλέσω συμβούλιο ταχιά κι΄ όποια απόφαση πάρει.
-Μπράβο ρε μάνα. Αυτή είσαι να πούμε.
-Όπως  το λέει και ο Αρίστοφος να πούμε;
-Μπράβο, ρε μάνα, τα τσακώνεις κάτι τέτοια, μέσα είσαι . Άντε γειά σου  και πρόσεχε. Τ΄ακούς, μάνα; Πρόσεχε κακομοίρα μου, μη μας βάλεις σε μπελάδες , δεν έχουμε όρεξη για τέτοια.  Πρόσεχε. Ακούς ;

Αύτούνο ήταν ούλο!΄Ισια-ίσια που με λιμάρισαν τζιάπα οι Άριστοφαίοι. Ας ειν΄καλά  Παναϊτσα μου κι ας μου κόπηκε η πινογά με δαύτους... 
Τώρανες από δουλειές βέβαια, τι να γράψω; Χαλάω κόσμο πλια. Το κογιονάρω; ΄Εννοια σου και μπίτι μη το κογιονάρω.
Τσιάτρα-πάτρα ούλα τα κάνω η μαύρη. Μάζωξα λιγούλια μυρωνολάχανα, έλα μου να φτιάξω και λιγούλι κηπάκο, του κόσμου τα σπορίδια έχω μαζεμένα να μη πάνε χαράμι. Κάτι λεποντιές, κολοκύθια, σέσκουλα, αντίδια, τέτοια. Να μη λησμονήσω να βάλω και σε μιαν άκρη λιγούλι σινάπι για τρίψιμο. ΄Ασε πια κρεμμυδάκια, σκόρδα και τέτοια. Ποιος έχει χέρια παιδάκι μου, άλλα έλα μου που ούλα χρειάζονται. Κοπάνισα και κάτι παλιόσκουτα προχτές και μου ΄φυγε ένα βάρος. Το ζόρι με το παλιαμπελάκι είναι. Πάμε αντάμα με τον κακομοίρη τον παλιόγερο και φτιάχνουμε πέντε έξη κουτρούλια τη μέρα σαν την κατσούλα που βρίσκεται σε ΄΄άνάγκη΄΄και τα σκεπάζει  χι χι χί… Γελάω; Τι να κάνω η δόλια έτσι που γεραντήσαμε. Να κλάψω;  Καλύτερα να γελάς  παρά να κακοπαθιέσαι στο βρόντο όταν δεν   σ΄ ακούει κανένας.
Απέ έρχονται και γιορτάδες μεθαύριο, να προλάβω να τοιμάσω όσα μπορέσω. Νάρθει και κανένα παιδί να κάνουμε και μείς Λαμπρή κόρσεμ οι δόλιοι. Να βγάλουν και καμιά βρασιά βορβιά να τα δοκιμάσουμε και μεις φέτος. Μούρχεται κάπως ανάποδο ν΄ ακούς τον κούκο και να μην έχεις κάνει ΄΄μεγειά΄΄ βορβό. Παντεσπάνι πλια γενήκανε και οι βορβοί... Δεν το γλέπεις;  Παντεσπάνι!
΄Αειντεστε, παιδάκια μου και πολλά είπαμε και τούτη τη βολά. Απόστασα, λιγώθηκα, αναμπουμπουλιάστηκε το κεφάλι μου. Υγειά να λέτε, τίποτα άλλο. Υγείαν έχουμε, το αυτό επιθυμούμε, που λέει και ο λόγος.  Υγεία και καλή Λαμπρή να ΄χουμε  Παναϊα μου.

Σας φιλιώ πολύ   
 η θείτσα σας



ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ σήμερα, λαχτάρα μου! Ώστε Παρασκευή ειν΄ ακόμα; Αιώνας ολάκερος μου φάνηκε πια εδώ στην Αθήνα. Πέφτη και Πέφτη χθες οχτώ, Παρασκευή σήμερα εννιά – εμ καλά το λογαριάζω. Εννιά μόνο μερούλες Αθηνιώτισσα και μού ΄ρχεται να πα να δώκω έναν υπόδουλο στο μπαλκόνι! Πω πω, ζωή που κάνει ο κοσμάκης εδώ και δε το μολογάει...
«Ξενιτεμένο μου πουλί, έλαβα τη γραφή σου/ την έβαλα στον κόρφο μου κι είπα καρδιά ραγίσου».
Με ‘φαγε, παιδάκι μου, η τσιούπα με τα γράμματα και τις πιστολές : «έλα, μάνα, να μας δεις και σε δούμε - ούλοι πια  ΄ρχόνται στην Αθήνα σήμερα». Απέ τι να ΄κανα κι εγώ πλιά... Κάθε φορά κι ένα γράμμα, θυμήθηκα τον Πίκουλα τότε που ήταν στρατιώτης κι΄ έστελνε με τον ταχεδρόμο ΄΄κυρίαν Μηλίτσα Νταρζάνου΄΄ και ξανά  ΄΄ κυρίαν Μηλιτσα Νταρζάνου΄΄. Αριά και που άκουγες : ΄΄δεσποινίς ΄Αθανασία Ευσταθίου Μποσμή΄΄. Μου ΄φαγε το κεφάλι, με ντριβέλισε το παλιότσιουπο: «δεν πονάς μπίτι, ρε μάνα, συ;»  Εμ εγώ και η ψυχή μου το ξέρει ! Άμα δεν πονάει η μάνα , ποιος  πονάει τότε;  Ο  αρούκατος που κάνει πλαϊνά κλάνοντας ;
Και διάκα, τι να ΄κανα… Ήρθα Αθήνα θέλω να πω, που να μην ερχόμουνα, Χριστούλη μου.  Και που ήρθα τι; Εδωπανά με ξεφορτώσανε, έδωπανούλια κάθουμαι. Μοναχούλα και ξενούλα.  Μισεύω απ΄ τη γειτονιά και πάω σ΄ άλλον τόπο . Μήτε λαλιά, μήτε μιλιά. Μονάχα το καζάνι, κείνου του από πάνου κάνει καμιά βολά μπρρρ... και πετάγουμαι όρθια. Άει στο διάτανο λέω, πάλε τ΄ άντερά του βγάζει κείνος ο από πάνου! Σου ΄ρχεται μια αναγούλα πλια και παγαίνω στο μπαλκόνι μπας και δω κανένα βουναλάκι σιαπέρα και ξελεγράρω. Αλλά τι να δεις και τι να μολοήσεις ! Ψηλά βουνά και πράσινα και δέντρα φουντουμένα πάνου στις ταράτσες. Τελεόόόρασεεες...να δουν τα μάτια σου! Σαν τα κέρατα του ΄΄έξαποδώ΄΄ , Παναϊα μου!
Απέ δεν είναι και μπαλκόνι τούτο, παιδάκι μου, σου κόβεται η ανάσα όταν τηράς σιακάτου.  Είναι σαν να βρίσκεσαι  στο χείλι του γκρεμού, όπως γλες κάτου την Κάτω Λιάσκοβα  από το βράχο του Γληγορέα και σούρχεται σκοτούρα. Άσε πλια το χερότερο: βολές βολές μου ΄ρχεται να λαλήσω σαν  ΄΄τσοπανάκος΄΄ ! Α, στο διάτανο λέω, θα φρίξει ο  κόσμος με μένα  έτσι που γεράντησα. Και ματαμπαίνω μέσα, τι να κάνω;
Παγαίνω στη μια κάμαρα, παγαίνω στην άλλη, περνοδιαβαίνω κι από την κοζίνα κόρσεμ (μια χεσιά κοζινάκι) να κάνω καμιά δουλειά, αλλά τι δουλειά, ούλα λαμπίκο είναι δω. Να σου πω την μαύρη μου αλήθεια, καλύτερο δωμάτιο από κείνο που πάνε  «προς νερού τους» δεν υπάρχει. Κλειέμαι  καμιά φορά κει μέσα και μαζεύεται λιγούλι το μυαλό μου και σκέφτομαι. Μακάρι να ΄ταν ούλη η Αθήνα έτσι, τι να πω πια η μαύρη, το ΄χασα μπίτι και λέω μουρλαμάρες,  μουρλάθηκα !
Δεν παραπονιέμαι, παιδάκι μου, μη το παρεξηγείς. Αλλά να, πώς να το κάνουμε τώρα... Φυτρώνει καυκαλίδα στην αμμουδιά;   Και γίδα να φέρεις στο σπίτι άπ΄ το μπουλούκι, θα πλαντάξει στο βέλασμα - άλλο η μαρτίνα. Ξέρω, με χρειάζεται το τσιουπάκι , θα μου πεις, τουραγνισμένο είναι και τούτο: σπίτι-δουλειά, δουλειά-σπίτι κι έχει και τον Αρίστοφο από πάνου να λέει τα «να πούμε» του. Μακάρι να μπόραγα όμως. Ο Θεός, λέει, σ΄ έστειλε, ρε μάνα. Θα κάτσεις λίγο με τα παιδιά να πάω κι΄ γώ  λίγο στις έκφτώσεις. Λίγο το λέει τούτο! Χάαανεται όλημερίς στις έκφτώσεις. Τάχα μου κάτι κάνει. Κουβαλάει κάτι συμπράγκαλα  και τα στουμπώνει δώθε κείθε, να βρίσκονται λέει. Κόρσεμ τα πέτυχε φτηνά τούτη δω, λες και ο κύριος ΜΙΝΙΟνος είναι μουρλός και μόνο η δική μου δεχατέρα είναι σπίρτο αναμμένο. Αλλά αφού της αρέσει, άστην λέω, σάματι θα μ΄ έχει και ταχιά εδώ ; Αύτούνο να μου πεις.
-Ήρθα, μάνα, μου λέει έναν καιρό.
-Καλώς όρισες, τον βρήκες το δρόμο;
-Άστα, μάνα, ταλαιπωρία! Να σου ΄φερα κι ένα μπλουζάκι.
Στην κουβέντα πάνω, πάρτον και τον Αρίστοφο. «Με γειά, μητέρα, είναι απίθανες  να πούμε, αυτές οι μπλούζες». «Να ΄σαι καλά, Αρίστοφε, δεν ήταν ανάγκη τώρα να μπείτε σε έξοδα για μένα». Πιάνω κι εγώ  το μπλουζί στα χέρια μου, μέχρι ένα πούπουλο ήταν κι έκανε γκζ γκζ γκζ ... ανατριχιάστηκα η δόλια. Έτσι λες, λέω, να είναι τώρα στην Αθήνα οι μπλούζες; Και κει που πάω να τη βάλω πάνω μου... μαυρούούούλα τι ήταν τούτο!!  Μου ανασήγκωσε ούλια την κατσομαλίδα που είχα στο τομάρι μου, λες κι έκοβε κανα τσίγκο ο παλιόγερος με το παλιομάχαιρο. Αναμπουμπουλιάστηκα συμπούμπουλη.
-Τι μου φέρατε δω, παιδάκι μου, μαγνήτη;
-Χε χε χε… κάνει ο Αρίστοφος. Έχει πυρηνική ενέργεια, να πούμε.
-Από κείνη που ΄χει ο Κρούτσεφ, Άρίστοφε;
-Χε χε χε...γούστο έχεις, ρε μητέρα, να πούμε. Να μας έρχεσαι , σε θέλουν και τα παιδιά να πούμε.
Ουχίιιχ... ωχ ωχ και πάλε ωχ !  Αχ, παιδάκια μου, λέω μέσα μου,  τον λύκο τον βλέπουμε, τον ντορό γυρεύουμε.  Καλά να είμαστε και βλέπουμε για το ταχιό, πρώτα ο Θεός.  Και ΕΝ ΠΑΣH ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙ, αυτά για σήμερα .  

Σας φιλιώ, η θειά σας.
                                                                        
ΣΑΒΒΑΤΟ σήμερα. Πωπώ μαυρούλα κι ακόμα δω σιαπάνου στην Αθήνα βρίσκουμαι… Εμίσεψα και ποιόν να δω και ποιόν να χαιρετίσω.                           
--Άντε, ρε μάνα, λέει το τσιουπάκι, μην κάνεις έτσι, θα πάμε  μαζί τη Λαμπρή στο χωριό. Δεν σου πάει πουθενά το χωριό - εκεί  που τ΄ άφηκες θα το βρούμε. Να βλογάς να λες που δε σ΄ άφηκα φέτος να κάνεις σιακάτου με τέτοιον παλιόκαιρο. Θα πλευρίτωνες, καημένη μάνα! Το καταλαβαίνεις;
Δίκιο έχει. Τέτοιος χειμώνας φέτος να πάει και να μη ματάρθει. Τόσα χρόνια παλιόγρια και πρώτη βολά βλέπω τέτοιο περιφείο. Βροχές, χιόνες και καταιγίδες που λέει και η τελόραση κάθε βράδυ.   Άρχισε από του Αηδημητριού, λαχτάρα μου, κοντεύει Λαμπρή κι ακόμα να σταματήσει. Νισάφι πλια, Θεούλη μου, μας σάπισες φέτος. Νεροκολόκυθα γίναμε. 
Απέ κάθουμαι εδωπανούλια - έχτο πάτωμα λέει- και μετράω τις μέρες για τη Λαμπρή. Να πα ν΄ ακούσω κούκο και φέτος, παναϊτσα μου, τάχα σώνω για του χρόνου... Βέβια, θα μου πεις και να μη σώνω, τι τάχα; Αγάλια αγάλια με καιρό κι ο κόσμος δεν εχάθη… 
  --Αει, ρε μάνα, μπίτι σαν τη συγχωρεμένη τη Γαγάτσαινα γεράντησες με τα ποιηματάκια σου. Σταμάτα και μη σ΄ ακούω
.--Εμ καλά τα λες εσύ, τσιουπάκι. Έχεις τα νιάτα σου, τη σειρούλα σου, τη φαμελίτσα σου… Ρωτάς και μένα την καψερή; Καρδιά μου θέλει να σφαγεί και γω τηνε μαλώνω…   
 --Γιατί, ρε μάνα, τι παράπονο έχεις; Δεν σ΄ έχουμε κλεισμένη και στην πρόπαντη της Μαμής… Τι σου λείπει, ρε μάνα, υπάρχουν και χειρότερα… Το  ξέρεις
 --Αν το ξέρω λες, παιδάκι μου… Να πέσει φωτιά  να με κάψει αν πω ότι δεν περνάω καλά. Και καλά είμαι και καλά περνάω. Ούλου του κόσμου τα καλά να τα ΄χω τι τα θέλω. Η αγκούσα, μάτι μου, δεν  νταγιαντεύεται με τίποτα η ρημάδα , σε αναμπουμπουλιάζει. Και κει απάνω στην κουβέντα, πάρτον και τον Αρίστοφο απ΄τη δουλειά του.
--Αρίστιπεεε…, λέει το τσιουπάκι. Πάγαινε λίγο τη μάνα, ρε Αρίστιππε, μέχρι τον Βασιλικό Κήπο  να ξεσκάσει η κακομοίρα… Ε, τι είπες;   
 --Σου είπα, να πούμε, Εθνικό Κήπο τον λένε. Στο ξανάπα, να   
 --Καλά, καλά... ε, καλά τώρανες, το ξέρουμε.   
 --Τι ΄΄καλά, καλά΄΄… καλάμια σου, να πούμε.  --Ρε δεν μ΄ αφήνεις στην αποστασίλα μου που ήρθες ορεξάτος; 
 --Τι είπες, μωρή; αγρίεψε ο Άριστοφος κι έπενέβηκα στη μέση μη γίνει κανάς χατάςγια το τίποτα.  
 --Να μου λείπει λέω. Κήπο είχα και καλύτερο στο χωριό, άλλα τον παράτηκα και θα ΄βγαλε παλιούρια.   
 --Άντε, ετοιμάσου, να πούμε, λέει ο Αρίστοφος. 
 --Άσε, παιδάκι, άλλη βολά… 
 --Ετοιμάσου, να πούμε, είπα.   Και κάνουμε τον κατήφορο και δρόμο παίρνουμε, δρόμο αφήνουμε, με ξεκατίνιασε τη δόλια. Άνοιγε κάτι δρασκελιές σαν τον Ανίδατα. Και κόοοσμο... να δεις στο δρόμο! Μιλιούνια. Άλλος πάγαινε, άλλος ερχόταν, με άλλον τσούγκριζα και γύριζε μ αγριοτήραγε λίγο και ξανά πηλάλαγε. Να πάει πού;   Μαυρούουλα  πως αντέχει  τούτος ο κόσμος με τέτοιο τρεχαλητό! Θυμήθηκα τη Ντουσιοδιαμάντω που έλεγε ΄΄πωπώ τι παλιόκοσμος είναι σιαπάνου. Περνάνε χιλιάδες δίπλα σου και κανένας δεν λέει καλημέρα. Και δεν τη πιστεύαμε, την έχουμε για λίγο χαζή τη δόλια. Που να ‘ ξερα ότι θα τα ‘ βλεπα με  τα μάτια μου… 
 --Σταμάτα λίγο, ρε ΄Αρίστοφε, λέω. Απόστασα.  
 --Έλα και κονεύουμε λέει. Να, εδώ είναι ούλες οι ξένες πρεσβείες. Εκεί στο μεγάλο που βλέπεις κάθεται ό πρόεδρος να πούμε…  
  --Ποιος, παιδάκι; Ο Κωστάντιος για ο Κομπόλης; 
 --Χε χε χε… να πούμε. Της δημοκρατίας, ρε μητέρα, μπίτι είσαι Μωρέ μπίτι ξεμπίτι μπήκαμε και στον Κήπο κάποια βολά και τι βλέπαμε  δηλαδή, τίποτα δεν βλέπαμε. Τίποτα από τίποτα, τίποτα. Γυρίσαμε από δω, γυρίσαμε από κει, είδαμε και κάτι πάπιες που τσαλαβουτάγανε στο νερό και αυτούνο ήταν ούλο κι ούλο εκεί στον Εθνικό Κήπο του Αρίστοφου.   Άντεστε, παιδάκια μου, λιγώθηκα, δεν αντέχω άλλο, σκουτούριασα.
                                                          Με πολλή αγάπη, 
                                                            η θείτσα σας.

.

ΚΥΡΙΑΚΗ σήμερα κατακαλόκαιρου, όπου χάραξ΄ η ανατολή και ρόδισεν η δύση. Πωπώ τρομάρα μου και τι πήγα να πάθω σήμερα η άλλοτρη! Τελεμένη από τις παλιοδουλειές η μαύρη, κόντεψε να βαρέσει ο ήλιος στου Ζερντέ και γω βρισκόμουνα στο στρώμα ακόμα. Το χωράει ο νους σου; Να φρίξει πια ολότελα η γειτονιά με μένανε. Πήγε στη Αθήνα, λέει, η αφεντιά της κι έμαθε να κοιμάται σαν αρχόντισσα.. Τ΄ ακούς , τ’ ακώ  να λέω.
Δεν φταίω γω παιδάκι, τούτο το κεφάλι μου φταίει. Ταμάμ χθες βράδυ ήρθα από την Αθήνα και πήγα και τελεύτηκα μπίτι με τις παλιοδουλειές.  Να προκάνω τούτο, να συγυρίσω το άλλο, λες και θα ξανάφευγα το ταχιό. Το είχε σα στρατώνα ο παλιόγερος το παλιόσπιτο, τι να έκανα; Απέ έπρεπε να κρησαρίσω και λιγούλι αλεύρι με την ψιλή για κανά κουραμπιγιεδάκο, μέρες πούναι κόρσεμ,  μη μπει κανας  άθρωπος και χιλιοντροπιαστώ. Με το δίκιο του κιόλας : « άει στο διάτανο παλιόγρια,  στην Αθήνα ήσουν, χάθηκε  να φέρεις ένα κάτι τι να γλυκαθούμε ;».   Άειντε μίλα του ύστερα του Γλανιτσιώτη !  Σε ‘βγαλε στα πέντε αλώνια  και πάς, ξεφτιλίζεσαι τζάπα και βερεσιέ. Ασε πλιά με κάτι παλιόσκουτα του παλιόγερου τι τράβηξα… Τα έψαχνα ώρες με τη μυρουδιά σαν το λαγωνικό. Τα είχε καταχωνιάσει τρομάρα του στο πάτο της κοφίνας, βρωμισμένα και  χιλιοκατουρημένα, λες και θα ερχόντουσαν πιδρομή  οι Γερμανοί  να του τα πάρουν…΄Αει στο ντάδε παλιόγερε, λέω, πάλε καλά που δεν τα έκρυψες στις Πάνω Ράχες  σε κανά ντρόχαλο του Κουτσού.  Και τα πεχειρίστηκα τα μεσάνυχτα με κάτι  άβαξ και μπάμαξ, που  φαφατιάσαν τα χεράκια μου σαν της χελώνας τα πόδια . Τι νάκανα, παιδάκι, δεν υπήρχε στάχτη να βάλω αλισίβα για να κάνω τη δουλειά μου όπως τη ξέρω γώ. Πού στάχτη το κατακαλόκαιρο  με το γραέριο...  Δεν βγάνει στάχτη το γραέριο. Μια μυρουδιά βγάνει σαν να σιγοαερίστηκε ο παλιόγερος, Θεός να με συγχωρέσει. Μωρέ  έδωκα ένα ταγιο  στα σαφσιολιά που τελεύτηκα  μπίτι και γύρευε πότε με πήρε ο ύπνος.  Το ευτύχημα είναι  ότι με το πρώτο ντάγκα ντούγκα της καμπάνας  πετάχτηκα  φραστ  ανακούκουρδα αλαφιασμένη. Παναϊτσα μου, λέω, τι ήταν τούτο ; Κυριακή είναι  σήμερα για  ονειρεύουμαι;
-΄Αειντε άειντε, είπε ο παλιόγερος.  Από  πολυώρα την  καμπανίζει ο Παπαντώνης. Δεν ακούς ;
- Μαυρούλα που ‘μουνα !  ‘Ώστε στο χωριό είμαι, ρε σιγιενικιάρη και δε μιλάς ; Πωπώ κόσμε και τι θα γένω με τον τζερεμέ του κερατά…
Να σταυροκοπηθώ, Παναϊτσα μου, η καμπάνα μας είναι.  Δοξασμένο το ‘ονομά σου που με άξιωσες να ματακούσω τη  γλυκάδα της.  Δοξασμένο! Εκεί σιαπάνου στην Αθήνα άκουγες μπάμ μπούμ μπάμ μπουμ κάτι θεριακωμένες καμπάνες, που περσότερο σε λιμάριζαν  παρά σου μαλάκωναν την ψυχή, ο Θεός να με συχωρέσει. Μωρέ πετάχτηκα πάνω  σα λαφίνα και ίσια που να πεις ξέρω γω τι, είχα   ντυθεί  στο τζίτζιφο κιόλας. ΄Εβαλα και το κεφαλομάντηλο στο κεφάλι-καιρό είχα να το βάλω- δεν της άρεσε γλέπεις  της τσιουπίτσας: ΄΄ εδώ στην Αθήνα,  ρε μάνα, τα κάνουν κώτσο  σα τή Χρυσιάφω, δεν βάνουν μαντήλες΄΄. Μωρέ το κοτσάρισα τώρανες κι αναπαύτηκε το καύκαλό μου . Τινάχτηκα και λιγούλι από τίποτα  σκόνες και άχερα και μια και δύο για την εκκλησιά.
Μπαίνω, που λέτε, καμιά βολά μέσα και τι να δω ; Ψυχή !  Ο Παπαντώνης κάπου σιγοδιάβαζε ψι ψι ψι… μέσα στο ιερό και ο Παπαπάνος καθότανε όξω στο ψαλτήρι και παρακολουθούσε τάχατες τον κακομοίρη τον Απίκραντο μη του ξεφύγει καμιά οξεία, όπου έψελνε τάχατες ο δόλιος σαν ψάλτης γκούου… γκου γκούουου…΄Ε, δεν κρατήθηκα κι έβαλα φωνή: Πωωωπώ χωριό και πως γεράντησες! Ρήμωσες, χωριοόοο...
-Σιγότερα, θειά, με έσκιαξε ένας από πίσω. Δεν βάρεσε ακόμα η ΄΄δεύτερη΄΄. Τι κάνεις έτσι;
-Πίσω μου σ έχω σατανά, λέω. Σύ σαι, ρε Ζιωγούλα;
-Σιγά μη δε είμαι ο γεροτσίρος, λέει. Πάει ο Ζιωγούλας, ήταν με την άλλη κυβέρνηση…
-Νάσαι καλά, λέω, το ίδιο κάνει. Ή μπάς  και δεν σβαίνεις  και συ τα κεριά πριν τ’ ανάψουμε;
Εδεκεί στη κουβέντα - Θεέ μου, συγχώρα με  μέσα στον οίκο σου -  ακούω από κει πέρα το ψαλτήρι  τον Παπαπάνο να φωνάζει νευριαστά  : «σσσιωπήηη...».  Μου κόπηκαν τα ύπατα. Σε καλό σου βλοημένε, λέω, που με κοψοχόλιασες.΄Αειντε καημένε παπά… ΄Εφτού εσύ.  Σιωπή, σουτ και σουτ το πάς μιας ζωή. Συνήθειο γλέπεις το έρμο, δεν κόβεται καλοπίχερα.  Είναι να μην τόχεις. Και καλά τότενες που γιόμωνε  η εκκλησιά και γενόταν οχλαοή- τότενες που έψελνε κείνο το παιδάκι του Τζιράκα και βούιζαν οι θόλοι- έμ τώρανες; Ποιος θα την κάνει την οχλαοή, παπούλη, εγώ για ο Απίκραντος; Ρημώσαμε, έρμε και μείναμε με τις συνήθειες στο ακέριο, δεν το γλέπεις; Τι να πω πλιά, έκανα το σταυρό μου η αμαρτωλή και διάκα κι έπιασα τη γωνίτσα μου.
Απέ γκούου… γκουγκούου ασκόφερνε ψέλνοντας ο δόλιος ο Απίκραντος, με κάτι ματοάλια κρεμασμένα με σπάγγο λες και φτούνα του λείπανε του κακομοίρη για να δει  τα γραμματούλια στα βιβλία. Για μια στιγμούλα μονάχα ξεχώρισα να λέει ΄΄ Κύριε λέησον, Κύριε  λέησον, Κύριε λέησον΄΄ . Το ‘πε καμιά κοσαριά φορές- δεν ξέρω αν τα μέτραγε κιόλας γιατί τήραγε και κατά μένα. Τάχατες τήραμε γριά, ξέρω απόξω και τροπάρια  εγώ. Τον κακομοίρη, τον κακομοίρη και τι σου φταίει….Δεν  λες που βρίσκεται και τούτος, αλλιώς θάκανε ο ένας παπάς τον ψάλτη και ο άλλος τον παπά. Παπάς εδώ, παπάς εκεί και πούναι ο παπάς που λέει ο λόγος. Αλλά να σου πω και την αλήθεια μου, μπλειότερο  φχαριστήθηκα λειτουργιά εδώ παρά κει σιαπάνου, όπου ήσαν κάτι καλοθρεμένοι και τα λέγαν στρογγυλά στρογγυλά περι διαγραμμάτων σαν να βάναν λόγο στο μπαλκόνι, Θεέ μου  συγχώραμε. Εδώ, βέβαια, δεν ξεχωρίζεις λέξη μάϊδε από παπά μάϊδε από ψάλτη, αλλά μπαίνουν κατευθεία στη καρδιά σου. Φτούνο ξέρω να λέω γω.
Εν τέλει, ακούω  το τσιάκα –τσιάκα του παπά και δόξασοι η ελπίς ημών δόξασοι και δι΄ευχών των αγίων πατέρων ημών και καλημέρα σας. Διάκα πήρα αντίδωρο, φίλησα και το χέρι του Παπαντώνη- τι να ΄κανα-  έτσι το βρήκαμε, παπάς είναι και τούτος. Γιατί τάχατες, οι άλλοι ήσαν καλύτεροι; Θα γίνει με τον καιρό και τούτος, κανένας  δεν γεννήθηκε μαθημένος. Μωρέ πολύ καλός είναι. Γύρισα  και τον τήραξα  λίγο να δώ πως είναι  τώρα με τα γένεια και να σου πω τη μαύρη μου αλήθεια καλός μου φάνηκε, ο Θεός να με συγχωρέσει. Μπρέ, λέω, γιάτρα  πως γένεται ο άθρωπος από τη μια στιγμούλα στην άλλη. Χθες ακόμα φώναζε  ψάριααα, σαν τον Πουλακίδα. Κύριε λέησον και  θαυμαστά τα έργα  σου κατά τη μεγαλοσύνη σου, που λέει κι ο λόγος. Σταυροκοπήθηκα και τράβηξα να βγώ όξω, αλλά δεν πρόκανα να μπω στο διαδρομάκο της ξώπορτας κι ακω τον  Παπαπάνο :
-΄Ε, Αθηνιώτισα, δεν μας μιλάς βλέπω.
-Τι να μιλήσω Δέσποτα, που μ‘ άποχαύρισες σήμερα ... Ετσι αχουγιάζεις εσύ και τ΄αγγόνι σου τον Πάνο  ; Κάντο και να δεις τρίβολο που θα σου καρφουντίσει…
Ξεράθηκε στα γέλια ο βλοημένος και τους άφηκα – παπάδες, ψαλτάδες κι επιτρόπους-  και βγήκα όξω. Να δω λίγο κόσμο, λέω, που αποχάθηκα  δύο μήνους τώρα. Δεν πρόκανα  να κάνω δύο βήματα κι ακώ τον Κομπόλη από δεκεί του Ντούσια να φωνάζει:
-΄Ελα, γριά, να πιείς καφέ.
-Άσε Γιωργάκο λέω, με βλέπει ο Μακρής και θα χρωματιστώ.
-Ο Λούης είναι πρόεδρος, δεν είναι ο Μακρής.
-Το, ξέρω, παιδάκι και ούτε θέλω τίποτα πιστοπητικά εγώ. Μια παλιογαϊδούρα κάπου χω έτοιμη να ψοφήσει και ποιος θα μου την πετάξει, Γιωργάκο ;  Εσύ από την Αθήνα για ο γέρος μου που δεν μπορεί ούτε να αεριστεί ;
-Ώστε κάνει και τέτοια ο πρόεδρος  ;
-Να με συχωρεί η χάρη σου,  ούλα πρέπει να τα κάνει ο πρόεδρος. Δεν έχουμε κι άλλον δω χάμου. Προχθές πέταξε ένα άλογο του Ξερικού, χτες την γαϊδούρα του Τούρκου και ταχιά τη δική μου. Ό,τι μπορεί κάνει το παιδάκι. Είναι ο «κύρ γάϊδαρος του χωριού, που  κάνει ούλες τις δουλειές», είπε τις προάλλες ο Τούρκος.
-Δηλαδή,  με ξεχάσατε εμένα σαν να λέμε...
-Χριστός κι Απόστολος Γιωργάκο, ούλοι χωράμε δω μέσα. Μόνο ο όξαποδώ .
-Έλα  κατά σιαδώ στο παγκάκι, λέει ο Φρούσιος.
-Ρούφα το τσιμπούκι σου, Αγγελή, συ μόνο στις εκλογές μιλάς. Άσε που θα με δουν  ο Μακρής, ο Κομπόλης και θα χρωματιστώ.
-Θα τα πω εγώ με τη θειά, είπε ο Βασίλης ο τηλεφωνητής.
-Άσε Βασιλάκο, με βλέπουν  ο Μακρής, ο Κομπόλης, ο Κόρδας και θα χρωματιστώ.
-Παράτους, γριά κι έλα σε μένα, είπε ο Θανάσης.
-Μαυρούλα ΄γω !  Θα με ζηλέψει ολάκερο το χωριό, Θανάση...
-Αφήστε ρε τη γριά ήσυχη,  έσγουξε ο Μπαζός.
-Έσύ σαι, Αντώνη; Τρομάρα μου και πως μου φαίνεται ότι σαι ο καλύτερος δω μέσα..
-Εχτός από μένα, λέει ο Κόλιας.
-Όχι, εσύ εξαιρείσαι , δεν έχεις ταίρι…
-Για να σε δω,  μωρ σπασόγρια, λέει ο Φουσέκας.
-Άσε Φούκα, θα ματαρχίσεις τα παλιά πάλε και θα τσακωθούμε.
-Τότε πάγαινε εδεκεί στον Τζιμπάκο, λέει.
-Πωπώ από την εκλησιά βγήκα, στο διάτανο  να πάω;
-Μωρέ τι καλά που τους τα λες, λέει ο Μπούγος.
-Έτσι είσαι ακόμα Δημήτρη; Νόμιζα ότι σε κάναν άγιο…
-Δαγκώνεις κανά στραγάλι, ρε γριά; κογιονάρισε ο Πετρούλιας.
-Από σένα περσότερο το κοχεύω, Πέτρο…
-Έμένα με γνωρίζεις θείτσα; Λέει ένα χαμογελαστούλι.
-Όχι μάτι μου, ποιο είσαι;
-Ο Φελέκος του Μπρούκλη είμαι, από τον Καναδά.
-Ώίίί… τρομάρα μου ! Τι κάνεις Φελέκο μου; Βάφτισες το τσιουπί σου έμαθα, να σου ζήσει.Και δεν μου λες, ποιος τούβαλε λάδι;
-Ο Σωτήρης , του ιερέως βεβαίως.
-Πωπώωω… Φελέκο μου! Έψαξες πολύ για  χριστιανό νουνό σε Άγγλους, Γάλλους,  Πορτογάλους;
-Για μεριάστε να δω τι συμβαίνει δω πέρα, είπε ένας κοντοπίθαρος.
-Μαυρούλα ! Ε συ σαι,  ρε Φλεβάρη;
-Γιατί, σε ρώτησα  εγώ ποια είσαι;
-Όχι, παιδάκι, δεν πάει στα βουνά η σερετιά, κατά Αίγιο πάει που είναι ίσιωμα. Και γλες καλά τώρα, ρε Αντώνη, με την εγχείρηση;
-Καλύτερα από τότε πού είχα δύο.
-Μακάρι να σε φωτίσει ο Θεός σου.
-Μα έχει;  ρώτησε ο Μητσιελόπανος.
- Καλά λες, Πάνο.  Ούτε σε Γιαχωβά δεν πιστεύει τούτος.
-Καλωσόρισες, θειά, λέει η Θανασία. Σε περίμενα να πάμε στου Γιωργίλα  να κόψουμε χυλοπήτες.
-Δεν πάω πουθενά, να πάει να βαρέσει τον κώλο του σαπέρα, πες του. Πέρσι με έβαλε κάτου και μου κοψε τα νύχια με ένα προβατοψάλιδο , λες και θα έκοβα τις χυλοπίτες με τα νύχια μου.  Να  κόψει το λαιμό του, πες του,  να γλυτώσει και καμιά παλιόγιδα στο τσεγκέλι...
-Μωρέ σε ούλους το σωστό  λες, λέει ο Τούρλας.
-Έ, όχι κι από σένα,  ρε Τζιουβάλη.
-Εγώ πάντα το σωστό λέω, αλλά μ΄ έχετε παραξηγήσει.
-Καλά, Πάνο, δεν σε είπαμε και … Θανάση !
Ζαλίστηκα προς στιγμή και κει που πήγα να κάτσω εδεκεί στο φούρνο της Τζιμπάκαινας ακούω   πίσω μου έναν ευγενή:
-Τι κάνεις, θειά , καλά είσαι; Καλοσόρισες.
-Μπρέ μπρέ μπρέ ο Κοζάτος, λέω. Γιάτρα ο Αντρέας  κοινωνικοποίηση !
-Μπάς κι είδες κανά παιδί σιαπάνου, ρε θειά;  ρωτά ο Τσιότσιολας.
-Που να τα δω,  ξάρφε; Τον Κιτσιούλη είδα μια βολά στο περιοδικό που έγραφε πιστολή…
-Τον ίδιο είδες ή την πιστολή  ;
-Την πιστολή είδα. Που να τον δω τον ίδιονε...  Καταράχι είναι η Αθήνα;
-Καλώς τη θείτσα, λέει η  Τούλα, έλα να σε τρατάρω.
-Σώπα, Τούλα, άμα τραταίρνεις τον έναν και τον άλλον, πάει το μαγαζί. Άσε που θα με δει ο Τούρκος και θα τουρκέψει…
-Θα σου κόψει το δρόμο να λες, είπε ο Καπετοκώστας.
-Το λες και συ ο συμπέθερός του  αυτό ;
-Το λέμε να γελάσουμε. Έλα να τα πούμε λίγο…
-Άσε κυρ Κώστα, συ ούλο για  λίγο λες. Έχω τη δική μου λιγούρα εγω…
Έδεκεί στη κουβέντα, ακω κάτι αγριοφωνάρες τζί τζί τζίιι…  Μια όχλαοή από    Ντουσιοχρήστο,  Κωστάντιο και άλλους τσουρουλάδες.  Μου πήρανε τ  αυτιά.
-Ώστε δω βρίσκεται  ο Τζίνος ;  ρώτησα.
-Όχι, πήγε  θάλασσα, λέει ένας. Πήρε μπανιαρό η Δημήτρω και πάει να δει πως είναι.
-Σώωωπα... Γιάτρα η Δημήτρω!.. Και καλά, εσύ που το λες ποιός είσαι τώρα ;
Γυρίζω  λαχτάρα  μου και τι να δώ; ΄Ο παλιοκιούλιαρης!. Έμ ποιος άλλος θάλεγε τέτοια χοντροκοπιά.
-Εσύ ‘ σαι, ρε  Γιωργίλα ; Τι κάνεις, Γιωργάκο, καλά;
-Προύτς προυτς προύτς… η πρωτευουσιάνα, λέει. Που χανόσουν μωρ σουφριάρα τόσον καιρό  και άφηκες τον παλιόγερό σου δω χάμου άπλυτο και συφοριασμένο ; Α ;
-Στην Αθήνα , Γιωργάκο, εκεί  πάνε ούλοι.  Παιδοκόμαγε η τσιουπίτσα,  τι νάκανα... Για καλό μου λές;
-Όρίστε. Δεν πρόκανε να αριβάρει  η σούφρα σου και  πήρες  τις ρούγες μπονόρα-μπονόρα.
-Πωπώ με τον παλιοσαπίτη και με κόλασε ! Άπ΄ τη μύτη θα μου το βγάλεις, ρε Γιωργάκο ;  Στην εκκλησία διάκα. Και καλά εσύ που ήσουν σήμερα και δε φάνηκες στο στασίδι σου ; Το είδα  άδειο και είπα μπα σε καλό του, τούτος ποτέ δεν έλλειψε από λειτουργιά. Μπάς κι είναι ανήμπορος;
-Μωρή, άει στο διάβολο από μπροστά μου να μη σου κατεβάσω κάνα καντήλι....
- Εμ καλά λέω.  Ούλο στο τουράκι  κάθεσαι, ποτέ δεν μπήκες στην εκκλησιά .  Μπέκα μια βολά, ρε καλογερέα  και βγέκα από την άλλη πόρτα. Έτσι για το θεοθείναι, δεν τρώνε οι εικόνες, είσαι και παπαδοπαίδι γλέπεις. Έτσι για το φχαριστώ, ρε γιελαδάκο, τόσα πρόσφορα πλιά έφαγε φτούνη η μπριστούρα…
-Σώπα γριά, μη το μαλώνεις το παιδί, είπε ο Πίκουλας. Μπήκε όταν το βάφτίσανε.  Τι να κάνει πάλε ;
-Μαυρούλα μιλάει και το μοσχολούλουδο,  λέω. Μωρέ θα  ρίξει φωτιά ο Θεός να μας κάψει. Δεν καθόμουνα  καλύτερα κει  σιαπάνου να με φάει το στρογόνο , το καψαέρι και η μοναξιά να μη τους γλέπω μπίτι…
Χαλιούρισα  κάμποσο ακόμα στην πλατεία, με γκιολέψανε, τους γκιόλεψα, φχαριστήθηκα. Τούτη είν΄η ζωή παιδάκι μου, λες ότι υπάρχεις τουλάχιστο. Άνάθεμα τους μαραγκούς που κάνουν τα καράβια και παν και ξενητεύουνται γριές και παλληκάρια, να λες… Η μαγκούφα η γιανάγκη,  όπως γλέπεις.                                                                                     
Η ΘΕΙΤΣΑ ΣΑΣ 
ΥΓ. Πάει και το ΜΕΡΟΛΟΓΙΟ  - αυτούνο ήταν. Να δούμε τι θα λέω τώρανες  και τι θα γράφω, όπου έγινα κι εγώ δεμοσιογράφος γλέπεις σαν εκείνη της τελόρσης με το άσπρο τζουλούφι στο μαλλί.      ΜΑΛΛΙ ! Μαλλί από μαλλί, μαλλί... « Όλα είναι ατμός, Θρασύβουλας», που έλεγε και ο κακομοίρης ο Βέγγος

15 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

........εδω τα λιμα σωπενουνε ........gerolykos

Ανώνυμος είπε...

EDV EINAI H KAUARH GLANITSIA

Nis είπε...

Για όσους δεν ξέρουν την Γιαννα επαναλαμβάνω οτι είναι τσιούπα του Κώστα του Τιριρή που λέγαμε
Η Υπογραφή της εδώ είναι τα ίδια της τα κείμενα !!!!!

Αβαδαίος είπε...

ΠΡΟΣ
Αρχισυντάκτες παλαιάς και νέας «ΛΙΑΣΚΟΒΑΣ» (χειροποίητης και ηλεκτρονικής)
Να βάζετε και καμιά ημερομηνία, βρε παίδες, στα παλαιά κείμενα που να δείχνει το πότε γράφτηκαν, ώστε, ο γραφιάς των, να μην αγωνιά για το αν τα αδικήματα που εμπεριέχονται εκεί παραγράφηκαν ή δεν παραγράφηκαν. Κάτι τέτοιες περιπτώσεις ψάχνουν να βρουν οι άνθρωποι του ΣΔΟΕ (Σώμα Δίωξης Ορθογραφικοσυντακτικού Εγκλήματος).

ΣΟΛΩΝ, ΠΆΡΕ ΘΈΣΗ !
( «Αλεξία, πάρε θέση» φωνάζαμε στην Κλαυθμώνος οιτότε αγανακτισμένοι με τα Ιουλιανά του ΄65).

Ανώνυμος είπε...

Αφιερωμένο εξαιρετικά στον Αβαδαίο, που χρόνια τώρα ζει στη ξενόγλωσση Θεσσαλία. Κυκλοφορεί ευρέως στο διαδίκτυο


Περί Θεσσαλών...

Οι Θεσσαλοί μιλούν από γεννησημιού τους και Αγγλικά.

Δεν το πιστεύετε;

Θα το διαπιστώσετε μόνοι σας από τα παρακάτω παραδείγματα:



Into the spot είν' του Δεσποτ'



To you too funny του γιού τ' Φάν(η)



Sleep for us σλιπ φ(o)ράς



A nice party ε, να η Σπάρτ(η)



She has many? (ε)σύ χεσμένη;



Kill kiss Κιλκίς



Its up to you Η τσάπ(α) του γιου



The necklaces!!! δεν έκλασες!!!



--------------------------------------------------------

Είναι 2 Τρικαλινές σερβιτόρες απόγευμα στο μπαράκι που εργάζονται...

Άδειο προς το παρόν το μπαρ και συζητάνε...

- Πλιτς πλιτς; Λέει η μια...

- Σσσσς, πλατς πλατς, απαντάει η άλλη.



Μετάφραση:

Πλήττεις, πλήττεις;

Σσσσς, πελάτης πελάτης...





________________________________________



Ερώτηση:

Γιατί οι Καρδιτσιώτες όταν πάνε στην θάλασσα τούς περνάνε για Γερμανούς;



Απάντηση:

Γιατί πρώτα μπαίνει ένας μέσα και μετά γυρίζει και φωνάζει στον κολλητό του:

Έλα, χανς!!!



Μετάφραση:

Έλα, χάνεις!!!...

_________________________________________



Ερώτηση:

Όταν ένας Λαρισαίος παραγγέλνει ένα «δεκατεσάρι» στο μπαρ τι εννοεί;



Απάντηση:

The cutty shark!!!!


Για την αντιγραφή και με σεβασμό πάντα Γιάννα

Nis είπε...

Η ηλεκτρονική λιάσκοβα την έκανε άψογα την δουλειά της . Η μόνη παράλειψή της που δεν την έβαλε και στα αγγλικά

Ανώνυμος είπε...

ρε παιδια ..αμα δεν πληρωσω φορους κλπ και με κλεισουν μεσα θα βαλουν και την γρια μου στο ιδιο κελι?????gerolykos

Ανώνυμος είπε...

σε αλλη αναρτηση το γραφα ..τελος παντων..gerolykos

Ανώνυμος είπε...

ΤΗΝ ΓΡΙΑ ΘΑ ΤΗΝ ΒΑΛΟΥΝ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗ ΒΙΚΥ ΣΤΑΜΑΤΗ

Αβαδαίος είπε...

ΚΑΙ ΓΑΛΛΙΚΑ ΓΝΩΡΙΖΟΜΕ ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΊΑ.

Μαντμαζέλ, κοινοβουλευτισιόν χοντροκλεψιόν γκαραντί, απατεών αλέ ρετούρ και μίζα ντούμπλε φας.
Γκραν σουξέ, κι από μανζέ γκουρμέ... εξοπλισμέ, ζιμενσέ, χρηματιστίκ, βατοπεδουάρ, ολυμπιάντ, ασφαλιστίκ κασέ και ζενερέλ φαταούλ αχορταγιέζ!!!
Εμείς, ψηφοφορέλ γκραν μαλακιστίκ ξεφτίλ!
Τώρα, μέσα στο μαιζόν εγκλειστίκ, τρε μπατίρ, καταστασιόν απελπιστίκ, πολύ κοντά σε πεζοδρομουάρ βιζιτέ!!!
Σακ βουαγιάζ.

Nis είπε...

Αφού γνωρίζετε γαλλικά σίγουρα θα ξέρετε και πιάνο

Ανώνυμος είπε...

Το προικοσύμφωνο της θείτσας
.....Εγω ο πανάγος Κωστόπουλος δίδω στον Γεώργιο Καρβεόπουλο την θείτσα μου δια σύζυγόν του. Γυναίκα τιμία, σώφρονα και υποληπτικην και αποδίδω αυτοίς μετά θεόν ευχή και ημετέραν πατρικήν τα κάτωθι προικοδοτήματα.
Ένα φέσιον καλό. Δακτυλίδια πέντε, ένα σταυρόν, πέντε γερθυνιά καλέμ κεριά, τρις μεσήνας, πέντε τζεμπέρας, πέντε φουστάνια, δέκα πέντε υποκάμισα, δυο φουστανέλας, ένα ζωνάριον ανδρικόν, δέκα πέντε μαντήλια, ένα πεσχήριον, μία γιούρτα, ένα γιουρτί, ένα κοντογούνι, μια βελέντζα, δυο ανδρομίδας, προσκέφαλα πέντε, ματαράτζια δύο, ένα λεβέτι, ένα τέτζερι, ένα τυγάνι, ένα τεψί, πέντε βόνια, μια πυροστιά, μια αγελάδα ετών τριών, ένα βόϊδιετών πέντε, μια κασέλα και νύχτη δραχμάς εξακοσίας ήτοι Ν αρ. 600ακούσατε. Ταύτα μεν όσι δύναμή μου έδωκα αυτή προς ανόργον μερίδιοντης και την ευχήν του Χριστού και της Παναγίαςευζωίαν και έτη πολύβια, ευτυχία καλλιτεκνίαν και παν αρεστόν αγαθ΄ν
16 Φεβρουαρίου 1851
.....Αντιγραφή απο......Εφημερίδα Γορτυνιας 11/2012 σελ 19

Ανώνυμος είπε...

Δια την αντιγραφή
Ο δισέγγονος της Θείτσας

Ανώνυμος είπε...

kaloooo!!!!!!!!!!!!!!!!!!

ΑΡΗΣ είπε...

ΚΑΛΑ ΒΡΕ ΑΒΑΔΑΙΕ ΚΑΤΟΙΚΟΥΜΕ ΤΟΣΟ ΚΟΝΤΑ " ΜΙΑ ΠΗΔΟΥΛΙΑ" ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΗΛΑΣ!