Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

Απλές καρδιές, γενναίες, σαν τον κύριο Γιώργο

.Το ελληνικό παράδειγμα
Στην αρχή της κρίσης η Ελλάδα προβλήθηκε ως αρνητικό παράδειγμα: οι Ελληνες έπεσαν θύματα της σπατάλης, της απώλειας του μέτρου, της αφροσύνης τους. Επρεπε να τιμωρηθούν, να πληρώσουν. Το πιστέψαμε κι εμείς, τουλάχιστον όσοι από καιρό διέβλεπαν τις παθογένειες του σαθρού κρατικού μηχανισμού, του φαύλου πολιτικού συστήματος, της λεηλατούσας κλεπτοκρατίας.

Στα περί ευθύνης όλων των Ελλήνων, οριζοντίως, συμφώνησαν ασμένως και όσοι ευθύνονταν κατ΄εξοχήν για την εξαχρείωση του λαού και την αποσάθρωση του κράτους, εξ ου και απεδέχθησαν ακαριαία τα δυσβάστακτα σχέδια της τρόικας χωρίς διαπραγμάτευση και χωρίς τη βούληση και την ικανότητα να τα εφαρμόσουν. Χωρίς plan B, χωρίς plan A, η φαυλο-ανίκανη ελίτ είχε μία μοναδική μέριμνα: πώς θα διασωθεί η ίδια, μετακυλίοντας τα βάρη ανά περίσταση στον ενοχοποιημένο λαό και στους δαιμονοποιημένους ξένους.

Τιμώρηθηκαν λοιπόν οι Ελληνες. Πολλαπλώς. Φτώχυναν έως εξαθλίωσης, και επιπλέον ταπεινώθηκαν, έγιναν ο περίγελως σοβαρών ή σοβαροφανών Ευρωπαίων εταίρων, εμετοδοχείο και αποδιοπομαίος τράγος. Το αντιπαράδειγμα λειτούργησε. Αλλά όχι πια.

Ο εν μέρει αιτιολογημένος διασυρμός των Ελλήνων αποδεικνύεται εντέλει άδικος και ιδιοτελής, χρησιμοποιείται για να καλύψει άλλων αδυναμίες, δομικές του ευρώ ή των ευρωπαϊκών ηγεσιών, και η χώρα σύρεται ως σφάγιο σε κούρσες ηγεμονίας. Τα μαύρα πρόβατα πληθαίνουν. Αυτή η διαπίστωση, τεκμηριωμένη, καταφθάνει διαρκώς και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Και εδραιώνεται ως μετριοπαθής πρόσληψη των συμβάντων και εντός συνόρων, παρά τις προπαγανδιστικές μάχες των φανατικών, είτε εναντίον των καθολικώς ενόχων Ελλήνων είτε εναντίον των συνωμοτούντων ξένων.

Η αλήθεια βρίσκεται στο διάκενο των φανατισμών. Ωστε τώρα μπορούμε να πούμε στην Ευρώπη και τον κόσμο, ότι τα πάθη της Ελλάδας, εν μέρει δίκαια και δικά της, εν μέρει άδικα και οικουμενικά, είναι το νέο παράδειγμα: αν πέσει, τη μοίρα της θα ακολουθήσουν και άλλοι, δικαίως και αδίκως.
.
Απ΄το παράθυρο ξεπροβάλλει ο τρούλλος των βυζαντινών Αγίων Θεοδώρων. Ο ήλιος μετά τη βροχή χύνεται στο ραφείο του κύριου Ν. και το μεταμορφώνει μαγικά σε περίτεχνη installation: τις στολές ναυάρχων στην κρεμάστρα, τις παροπλισμένες ραπτομηχανές, το τεράστιο άδειο χρηματοκιβώτιο, κληρονομιά του προηγούμενου ενοίκου, το γκαζάκι, τα φλυτζανάκια Illy, το σακουλάκι του καφεκοπτείου Αρμενάκου. Ο ευγενέστατος οικοδεσπότης, με γραβάτα, γιλέκο και κασκόλ, σερβίρει φρεσκοψημένο καφέ. Στο αυτοσχέδιο σαλονάκι, ο κύριος Γιώργος, μέγας καλλιτέχνης στο ψαλίδι, από τους τελευταίους τεχνίτες της ραπτικής, χαμογελάει ― όπως πάντα. Τουίντ σακάκι, πουλόβερ, γραβάτα, μουστάκι. Κάνει μια περίληψη της ζωής του, περίληψη της μεταπολεμικής Ελλάδας:
Δουλεύω από δώδεκα χρονώ κι είμαι εβδομήντα εφτά, Σάββατο τέλειωσα το σχολείο, Δευτέρα πρωί έπιασα δουλειά. Στην Αθήνα ήρθα το ’53, μέναμε Σόλωνος 99, από κάτω πουλούσαν πιάνα, είχε κοριούς, παλεύαμε όλη νύχτα. Δεν σταμάτησα ούτε μια μέρα, μια φορά, ήμουν μάστορας, τσακώθηκα μες στο μαγαζί με συνάδελφο για δουλειά, κι έφυγα από κει. Κατεβαίνω στη Σταδίου, περνάει ο Παναγιώτης ο Αθανασάκης, μεγάλο ραφείο, μου λέει Γιώργο, πώς πάει; Πώς να πάει, έτσι κι έτσι… Αύριο έρχεσαι σε μένα. Ούτε μια μέρα δεν πρόλαβα να κάτσω. Από το ’56 είχα δικό μου μαγαζί στην πλατεία Καρύτση, δεν έφυγα ποτέ από ‘κει, την αγαπάω την Αθήνα, πήγα στη σχολή, δύο ψαλίδια έμαθα, γερμανικό, γαλλικό, ελάχιστοι ήξεραν ψαλίδι να βγάλουν ατομικό πατρόν στον πελάτη, ποτέ δεν φοβήθηκα τη δουλειά, έφτιαξα το περιβόλι το πατρικό κάτω στο χωριό, πορτοκαλιές, λεμονιές, πήρα σπίτι, σπούδασα τα παιδιά, δόξα τω Θεώ, χίλια κοστούμια το χρόνο έφτασα, είχα μαστόρους, κάλφες, βοηθούς, τις γιορτές ξενυχτούσαμε να παραδώσουμε, έχω ράψει όλο τον Αρειο Πάγο, τραπεζίτες, εφοπλιστάς, γιατρούς, όλα με τη βελόνα τα ‘κανα. Είμαι παιδί της Κατοχής, ποτέ δεν φοβήθηκα τη δουλειά, αλλά τώρα δεν ξέρω τι γίνεται, κύριε Νίκο, έκλεισα το μαγαζί τον Ιούνιο, είπα με τη γυναίκα μου παίρνουμε δύο συντάξεις, σπίτι έχουμε, χωριό έχουμε, δεν έχουμε ανάγκη. Δεν λογάριαζα ότι το παιδί μου θα χάσει τη δουλειά του, και η γυναίκα του το ίδιο, ανέλαβα το δάνειό τους, τους βοηθάω όπως μπορώ, φόροι, χαράτσια, ξανάπιασα τη βελόνα, Ιούνιο σταμάτησα, Σεπτέμβριο ξανάπιασα. Δεν σκοτίζομαι πια για μένα, από δώδεκα χρονώ δουλεύω, για τα παιδιά λέω, πού παει η Ελλάδα. Ωραίο πράγμα η οικογένεια, μου λέει η εγγόνα μου, τριώ χρονώ, παππού να φέρεις πορτοκάλια και αυγά…
Χαμογελάει μες στο ηλιόφως του Φλεβάρη ο κύριος Γιώργος, πάντα χαμογελάει όταν αφηγείται τη ζωή των Ελλήνων που έχτισαν τα πάντα από ερείπια και στάχτες, δουλεύοντας ακαταπαύστως ακόμη και τώρα στα εβδομήντα επτά τους στηρίζοντας παιδιά και εγγόνια. Η αφήγησή του, σμιλεμένη σε πέτρα, μου θυμίζει μια μακριά αλυσίδα παρόμοιων ιστοριών, που έχω ακούσει από τη μάνα μου, τις θειες μου, τον πατέρα μου, την πεθερά μου, τα παιδιά της Κατοχής που φιλάνε ακόμη το ψωμί όταν πέσει χάμω, που σπούδασαν παιδιά, τα προίκισαν, έχτισαν σπίτια, περιβόλια, πεζούλες, δρόμους, συνοικίες και προάστια, υπέμειναν εμφύλιο και δικτατορία, στερέωσαν δημοκρατία, κι έφτασαν στη σύνταξη, χωρίς εφάπαξ, όχι με τριακαντοπενταετία αλλά με σαράντα, πενήντα και εξήντα χρόνια δουλειάς, ελευθεροεπαγγελματίες και τεχνίτες με δεκαετίες ασθμαίνουσες ανασφάλιστες. Αυτοί οι άνθρωποι, γονείς και παππούδες, όσοι ζουν πλάι μας ακόμη, δεν παραπονιούνται, δεν βαρηγκομάνε, θυμούνται με αγαλλίαση τα χρόνια του ’50 και του ’60, τα αστικά γλεντάκια, τις μαρίδες και τις μπίρες, τους γάμους και τα βαφτίσια, τα γήπεδα, τα πανηγύρια στο χωριό, το ταγέρ που ράψανε, την καμπαρντίνα και την ρεπούμπλικα, εκ του υπερηφάνου υστερήματος. Ζούσαν καμαρώνοντας παιδιά και εγγόνια, χωρίς να πολυκαταλαβαίνουν τα ανοίγματά τους και τις μικροσπατάλες τους, μουρμουρίζοντας κάθε τόσο ένα ξόρκι «να μην ξανάρθει Κατοχή».
Το ξόρκι δεν έπιασε. Στας δυσμάς του βίου τους, βίου κοπιώδους πλην ανοδικού και ελπιδοφόρου, αυτές οι απλές καρδιές, σαν τον κύριο Γιώργο, σαν τη φλωμπερική Φελισιτέ, σαν τους παπαδιαμαντικούς θυμόσοφους που καπνίζουν το τσιμπούκι τους σε ρόδινα ακρογιάλια, οι απλές καρδιές αντικρίζουν πάλι την εξορισμένη δυσχέρεια και στενοχωρούνται για τα παιδιά τους, για την Αθήνα που σπαράσσεται και φλέγεται, για την Ελλάδα που γονατίζει. Κι εμείς; Εμείς παίρνουμε δύναμη απ’ τη δύναμη του παραδείγματός τους.

πηγή

1 σχόλιο :

Ανώνυμος είπε...

τεστ