Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

Η Πατσιέβω (1886-1974)

Γιαννούλα Στάθη Ζαγκλή: Ένα από τα πιο ξάστερα μυαλά της Γλανιτσιάς. Η γνωστότατη για τα σπιρτόζικα καλαμπούρια της Πατσιέβω. Ήταν κι αυτή από την Τσιριμαίικη γενιά κι είχε παντρευτεί το Στάθη τον Τίποτα. Όλη της η ζωή πέρασε μέσα σε φτώχεια, στερήσεις και βάσανα, για να μεγαλώσει ένα σωρό παιδιά. Αυτό όμως δεν την εμπόδιζε να είναι φιλόξενη στους περαστικούς και διασκεδαστική στο χωριό με τα ευφυολογήματα και το ανεξάντλητο χιούμορ της.
Ας δούμε μερικά από τα καλαμπούρια και τ’ άλλα ευφυολογήματά της:
Κάποτε, πριν από τον πόλεμο, είχε φιλοξενήσει στο φτωχικό της ένα περαστικό Αλωνιστιώτη. Φεύγοντας εκείνος την παρακάλεσε, αν τυχόν τη φέρει ο δρόμος της στο χωριό του, να τον θυμηθεί. Στον καιρό της κατοχής η Πατσιέβω πηγαίνοντας, πεζή βέβαια, στην Τρίπολη, όπου είχε ρογιασμένα δύο παιδιά της, βράδιασε στην Αλωνίσταινα. Θυμήθηκε τότε το Γιάννη, όπως έλεγαν τον άνθρωπο, ρώτησε για το σπίτι του, το ‘μαθε και σε λίγο χτύπησε την πόρτα του. Της άνοιξε μια κοπέλα, αλλά δεν την άφηνε να μπει μέσα, γιατί ο αδερφός της έλειπε. Η Πατσιέβω επίμενε πως ήταν πολύ γνωστή του Γιάννη. Και σιγά-σιγά έχωνε το πόδι της στο άνοιγμα της πόρτας. Τελικά κατάφερε να παραμερίσει την κοπέλα και να πάει κατευθείαν στο παραγώνι σα νοικοκυρά. Η κοπέλα τα ‘χασε κι έμεινε άφωνη. Η Πατσιέβω απόθεσε το τράσ(ι)το της χάμου, ταχτοποιήθηκε καλά καλά δίπλα στο τζάκι και είπε:

- Τώρα, κορίτσι μου, ούτε με προσωρινά δε με βγάνεις από δω. Αν θες, κάτσε να κουβεντιάσουμε ίσιαμε να ‘ρθει ο Γιάννης. Αλλιώς άντε κοιμήσου και γω τον καρτεράω…

Μια φορά πάλι η Φωτεινή του Οδυσσέα Κωνσταντινόπουλου, χήρα με τρία μικρά παιδιά που πήγαιναν στο σχολείο, ήρθε από την Κοκαλιάρα με τη γαϊδούρα της φορτωμένη διάφορα μπαγκάζια και μια πουγανιά φρέσκο ψωμί. Τα παιδιά όμως έλειπαν από το σπίτι και το κλειδί δεν ήταν στη θέση του. Έδεσε τότε τη γαϊδούρα κάτω από το μπαλκόνι η Φωτεινή και βγήκε σ’ αναζήτηση των παιδιών. Στο μεταξύ η γουρούνα του Τσιότσιολα με την οξύτατη όσφρησή της οσμίστηκε την πουγανιά το ψωμί. Καβαλάρωσε τη γαϊδούρα κι έτρωγε ανενόχλητη. Δεν πρόφτασε η Πατσιέβω ναν την διώξει και είδε τη Φωτεινή να ‘ρχεται τον κατήφορο από του Παπαντώνη. Δεν έχασε ευκαιρία και τη ρώτησε γελώντας:
- Το ΄χεις καλοφτιασμένο το ψωμί, Φωτεινή, ή θα σε παρεξηγήσει η γουρούνα του Τσιότσιολα;

Μια Κυριακή στην κατοχή, όταν σκόλασε η εκκλησιά, βγήκαμε άντρες και γυναίκες έξω και περιμέναμε, άλλοι καθιστοί στα τουράκια και άλλοι όρθιοι, να μας μοιράσουν κόλλυβα από κάποιο μνημόσυνο.
Ο Γιωργιάς, πενηντάρης τότε, είχε δώσει μισή λάτα σιτάρι κι αγόρασε μια φορεσίτσα ντρίλινη, ανοιχτή γκρίζα με ρίγες, πολύ στενή και πολύ κοντή. Την πρωτοφόρεσε κείνη τη μέρα και… καμάρωνε!
Σε κάποια στιγμή ξεκόβει η Πατσιέβω από τις άλλες γυναίκες, πάει κοντά στο Γιωργιά, πιάνει τη φορεσίτσα με τα χέρια της, την τήραξε μπρος και πίσω και του λέει χαμογελαστά:
- Δε μου λες, Γιωργάκο, ο νουνός σου την έστειλε τούτη την αλλαξίτσα πο ‘φορεσες σήμερα κι έναι στενή;

Το 1965 – αν δεν κάνω λάθος – κατέβηκε ο Στάθης – ο άντρας της – από το μόνιμο στέκι της Αγίας Παρασκευής στο χωριό. Από κει, χωρίς καθόλου να ξαποστάσει, κατάκοπος, όπως ήτανε, πήγε στο χωράφι στο Δίστρατο. Ήθελε να ιδεί, αν υπάρχει βελάνι, για να πάει τα γίδια. Γυρίζοντας τον ανήφορο, ίδρωσε και ξάπλωσε κάπου στον Άγιο Λια να ξανασάνει. Εκεί, όπως λένε, έπαθε ψύξη στην καρδιά, ήρθε στο χωριό, έπεσε στο στρώμα και δεν ξανασηκώθηκε. Γιατρός δεν πρόλαβε να τον δει.
Η Θανάσω, άμα κατάλαβε πως ο πατέρας της πέθανε, άρχισε τα σκουμάρια και κάθε λίγο επαναλάβαινε:
- Τι ήθελες, πατεράκο μου, να πας στο Δίστρατο;
- Σώπα, παιδάκι μου, της έκανε η μάνα της. Θ’ αρρωστήσεις και συ και θα χάσω και σένα.
Τίποτα η Θανάσω. Τι ήθελες, πατεράκο μου, να πας στο Δίστρατοοο;
Κι ακούει τότε την πάντα θυμόσοφη Πατσιέβω:
- Σώπα, σου είπα, μωρή. Πόρηγε και πήγαινε. Για να ιδείς τώρα, θα ξαναπάει;

Ήτανε χειμώνας. Όλη τη νύχτα έριχνε χιόνι και σκέπασε τα πάντα. Το πρωί ο ουρανός ξαστέρωσε και πήρε ήλιος, αλλά αντί να ζεστάνει τους ανθρώπους, τους έκανε να τουρτουρίζουνε πιο πολύ από το κρύο.
Μερικοί στην αγορά είπανε να παίξουνε καβούλες , για να περάσει η ώρα, να ζεσταθούνε και να ψυχαγωγηθούν. Μαζί με τους άντρες ανακατεύτηκε κι η Πατσιέβω που έχει το σπίτι της κοντά στην αγορά.
Όπως ήτανε μικρόσωμη και γλίστραγε σαν χέλι, η Πατσιέβω τους έστρωσε όλους μπροστά, ενώ η ίδια παράμενε αχτύπητη. Ιδιαίτερο στόχο είχε βάλει το Φλεβάρη, επειδή κι οι δυο ταιριάζανε στα καλαμπούρια. Πάρ’ και τούτη, πάρ’ κι εκείνη! τον αλάλιασε τον άνθρωπο.
Ο Φλεβάρης από τη μια φύλαγε το κεφάλι του απ’ το σημάδι της Πατσιέβως κι από την άλλη τη γυρόφερνε να βρει ευκαιρία, για να βγάλει το άχτι του.
Κάποια στιγμή σκουντουφλάει η Πατσιέβω και πέφτει χάμου ανάσκελα. Στο λεφτό απάνου της ο Φλεβάρης. Της πλακώνει το στήθος με τα γόνατά του, της πιάνει και τα δυο χέρια με το ‘να του, και με τ’ άλλο έπαιρνε το χιόνι και της το ‘βανε ανάμεσα στα πόδια, μεσ’ από το βρακί που ‘φτανε κάτω από τα γόνατα. Η Πατσιέβω είχε παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια να του ξεφύγει. Και υπόμενε το χιόνι στα πόδια της με εκπληχτική καρτερία.
Σε λίγο ο Φλεβάρης την άφησε και της είπε σαν ναν την εκδικιότανε:
- Τι λες; σ’ άρεσε τώρα;
Ακόμα πιο εκπληχτικό ήταν το χωρατό της Πατσιέβως:
- Να σου ειπώ, Αντώνη. Από το Στάθη…πιο ζεστό έν’ το χιόνι.
Κάτσε τώρα συ να μη γελάσεις και να μη θαυμάσεις το καυστικό πνεύμα της.

Το 1974 η Πατσιέβω αρρώστησε βαριά. Μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, την περιμένανε να πεθάνει. Ήρθανε τα παιδιά της από την Αμερική και στην Αυστραλία. Μαζεύτηκαν όλοι οι συγγενείς και την παραστέκανε. Ο Αλέξης είχε φέρει από την Τρίπολη και την κάσα για την κηδεία. Τα ψωμιά και τα κόλλυβα ήταν έτοιμα. Τα πάντα.
Κάποια ώρα η Πατσιέβω έπεσε σε νεκροφάνεια. Οι γύρω νομίσανε πως πέθανε κι αρχίσανε τα κλάματα, τα σκουμάρια και τα μοιριολόγια. Πέρασε αρκετή ώρα, όπου η πεθαμένη άνοιξε τα μάτια της. Ο κόσμος σάστισε! Άρχισε να σταυροκοπιέται. Και το κουβεντολόι έπαιρνε κι έδινε.
Την πλησίασε η κόρη της Θανάσω, την έτριψε μαλακά, τη χάιδευε στο πρόσωπο και στα χέρια και της λέει:
- Τι θέλεις, μανούλα μου, να σου φέρω τώρα;
Κι η αμίμητη Πατσιέβω το ‘σκασε πάλι:
- Τι να θέλω, μωρή, γέρο θέλω!
Έζησε ακόμα δεκαεφτά μέρες, επιβεβαιώνοντας εκείνο που ‘λεγε συχνά πως και το χάρο θα τον γελάσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια :