Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2019

Γιατί δακρύζουν τ’ άλογα;


Η ακόλουθη «Ιστορία της Παλάμης» είναι της Κατερίνας Λαζίδου. 
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 Δικό μου ήταν το παιχνίδι, εγώ το είχα εφεύρει. Κάθε άνθρωπο που γνώριζα, έστω και για λίγο, έβρισκα κάτι να του ταιριάζει και τον ξαναβάφτιζα χωρίς να το ξέρει.

Ημερολόγιο, Κάλτσα, Κουκούτσι, Λάσπη, Λεμόνι, Κουρτίνα, Χταπόδι, Λουκούμι… Μακρύς ο κατάλογος κι όσο τον μάκραινα, τόσο με προκαλούσε να τον πλουτίζω με νέα ονόματα.

Και θα συνέχιζα μέχρι και σήμερα, αν δεν είχα συναντήσει το νικητή του παιχνιδιού.

Το 1987 διορίστηκα στην Ορεστιάδα, σε εξατάξιο σχολείο. Νοίκιασα ένα μικρό διαμέρισμα με δυτικό προσανατολισμό, χωρίς τέντες -κι ελάχιστη επίπλωση.


Εκείνον το Σεπτέμβρη, ένας σύντομος καύσωνας έλιωσε τα πεζοδρόμια. Τ’ απογεύματα μέχρι να πέσει ο ήλιος, αντί να κάνω δουλειές ή να ακούω Μότσαρτ διαβάζοντας, έψαχνα να βρω δροσερά μέρη.

Συνήθως την έβγαζα στο απέναντι περίπτερο κι άφηνα το διαμέρισμα να βράζει στη μοναξιά του.

Εκεί την πρωτάκουσα -και την είδα.

~~

Στεκόμουν στο ψυγείο με τα παγωτά, όταν δέχτηκα δεξί κροσέ απ’ τη δυνατή φωνή της. Σάστισα και μ΄αυτά που έλεγε. Κάτι για κύκνους που έβαψε, κάτι για κόκκινα κυκλάμινα, κι αλλά που δεν άκουσα, γιατί πέρασε έν’ αγροτικό.

Βούτηξα στην τύχη ένα παγωτό και πήγα να πληρώσω. Βρεθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο. Μια γυναίκα που είχε περάσει τα πενήντα. Γεροδεμένη, αιματώδης, με σκούρο χνούδι στο πάνω χείλος και χοντρά γυαλιά μυωπίας.

Ψαχούλεψα αργά την τσάντα μου και καθυστέρησα να βγάλω το πορτοφόλι, για να κρυφακούσω τη συνομιλία της με την «Πόρτα», την περιπτερού.

-…να βάλεις κύμινο στα σουτζουκάκια και θα με θυμηθείς.

Την κοιτούσα -όσο πιο διακριτικά μπορούσα. Ήταν σα νά ‘χε σαράντα τόνους αυτοπεποίθηση. Πλατύ χαμόγελο, στακάτες κουβέντες -και μύριζε σουτζουκάκια.

Μας σύστησε η Πόρτα.

-Σαπφάρα, αυτή είναι η Δανάη.
-Να ζεις, μου είπε.
-Ευχαριστώ, απάντησα σαν αυτόματο.

Πήρε τα τσιγάρα και καβάλησε το παλιό της ποδήλατο.

-Γεια σου Σαπφάρα, της φώναξαν απ’ το απέναντι μαγαζί.
– Γεια σου Ελπινίκη, γεια σου και σένα Παναγή.

Το ποδήλατο πήγαινε αργά, ακούστηκαν κι άλλες χαιρετούρες όσο ξεμάκραινε. Έμεινα στο περίπτερο, να ψάχνω ένα ταιριαστό όνομα να της δώσω, και κανένα να μη μου ‘ρχεται. Αυτό με παραξένεψε.

Την ξαναείδα μετά από μερικές μέρες, πάλι στο περίπτερο.

-Σαπφάρα, αυτή είναι η δασκάλα του γιου σου, της είπε η Πόρτα.
-Α, εσύ είσαι λοιπόν η κυρία δασκάλα.
-Ναι.
-Και τι έρωτα θα εμπνεύσεις στα παιδιά μας;

Τι ν’ απαντήσω; Για να μην καρφωθώ πέρασα κι εγώ σ’ ερώτηση.
– Ο γιος σας, πείτε μου, ποιος είναι;

Και το μυαλό μου έτρεχε, μέσα στην τάξη, πάνω στα πρόσωπα των αγοριών, για να προλάβει βρει ποιος είναι πριν πάρω την απάντηση. Δεν πρόλαβα.

-Ο Παναγιωτάκης, άκουσα.

Ο οκτάχρονος ποιητής, αυτός που με ρώτησε γιατί τα μάτια των αλόγων δακρύζουν, ήταν δικός της γιος;

«Πόσο χρονών ήταν όταν τον γέννησε;» αναρωτήθηκα κι έκρυψα την έκπληξή μου, λέγοντας, μπράβο σας, αξιαγάπητο παιδί ο Παναγιωτάκης.

Ίσια στα μάτια με κοιτούσε απ’ την αρχή, εκείνη όμως τη στιγμή ένιωσα να μπήκε βαθιά μέσα μου.

– Και τι ‘ναι αυτό που τον κάνει αξιαγάπητο, για σας;

Ντράπηκα για ‘κείνο το κοινότοπο «μπράβο σας, αξιαγάπητος», που είχα ξεστομίσει. Κι όσο με κοιτούσε η Σαπφάρα περιμένοντας, τόσο μπέρδευα τα λόγια μου.

– Είναι… μου θυμίζει τον Μπόρχες… και τους εξπρεσιονιστές…
– Για σιγά λίγο, κυρά δασκάλα. Τι μου μπλέκεις τον Μπόρχες; Δε θέλω να μου πεις ποιον σου θυμίζει, μη βάζεις άλλα πράγματα πάνω του, σκέτο θέλω να τον δεις.
– Ε… ναι.
Αυτό μπόρεσα να πω. Πήδησαν οι λέξεις απ’ το στόμα σαν βατράχια.

Η Σαπφάρα στεκόταν πολύ κοντά μου. Κοιτούσα μια τρίχα στη μπλούζα της. Μια στρατιά από μυρμήγκια ανέβαιναν απ’ τη μέση μου στον αυχένα -και πάλι κάτω. Λέξη δεν μπορούσα να αρθρώσω, ούτε να κουνηθώ. Πανικόβλητη, ζήτησα καταφύγιο στο παιχνίδι μου. Όμως κανένα όνομα που να της ταιριάζει δεν μου ερχόταν, όσο και να το σκάλιζα.

Πήρε τα τσιγάρα της, καβάλησε το ποδήλατο κι έφυγε τραγουδώντας.

~~

Όταν πια χάθηκε πήρα ανάσα. Πήγα κι έκατσα στα καρεκλάκια που έβγαζε η Πόρτα στην πίσω μεριά. Σε λίγο ήρθε κι εκείνη. Ήταν ο μόνος άνθρωπος που αντάλλαζα παραπάνω κουβέντες, από τότε που ήρθα στην Ορεστιάδα.

Προσπαθούσα να βρω τρόπο να την ρωτήσω, αν ο Παναγιωτάκης ήταν υιοθετημένος. Όταν κατάλαβε πού είχε πάει το μυαλό μου, γέλασε.

-Δικό της είναι το παιδί.
-Πρέπει να ήταν μεγάλη όταν τον γέννησε.
-Στα σαράντα τέσσερα. Ναι, την έζησε τη ζωή της πριν. Κι ακόμα τη ζει. Με τον Βασίλη, τον άντρα της, ερωτευμένοι ως τα μπούνια. Με όλα είναι ερωτευμένη η Σαπφάρα, ακόμη και με τους τσιμεντένιους κύκνους που έχει στην αυλή της.

~

Εκείνο το βράδυ στριφογύριζα στο κρεβάτι. Το μυαλό μου κολλημένο σ΄ένα όνομα χωρίς όνομα. Κατά βάθος ήξερα πως το παιχνίδι είχε τελειώσει, αλλά δεν έλεγα να το βάλω κάτω. Σηκώθηκα, πήρα το λεξικό και συνέχισα να ψάχνω.

Δεν είχε πάρει να χαράζει, αλλά ένιωθα τον ήλιο έτοιμο να ξεμυτίσει όταν δέχτηκα πως άδικα έχανα το χρόνο μου.

Άλλο όνομα δεν μπορούσα να της δώσω, το μόνο που της ταίριαζε, ήταν το δικό της: Σαπφάρα.

Εσύ τι όνομα θα της έδινες;


3 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Αν θέλει το έθνος να πεθάνει, ας πεθάνει
Αν θέλει το έθνος να πεθάνει, ας πεθάνει - Media

EMAIL
Εκτύπωση



Αν θέλουμε να πιστεύουμε ότι το χορός του Ζαλόγγου δεν έγινε ποτέ, κι ας τον περιγράφει κι ας τον υμνεί ο Σολωμός, αν δεν μας νοιάζει ότι ο Μακρυγιάννης ήταν ήρωας και μας νοιάζει ότι ήταν αλκοολικός, αν θέλουμε να πιστεύουμε ότι ο Κολοκοτρώνης ήταν σφαγέας, το έθνος αυτό θα πεθάνει.

Και εάν το έθνος θέλει να πεθάνει, ας πεθάνει.

Όταν στα σχολεία διδάσκουμε την Ιστορία διαμελισμένη, όταν τα παιδάκια εξ απαλών ονύχων μαθαίνουν τη γλώσσα μας μέσα από σχολικά ανθολόγια με συνταγές μαγειρικής ή από διαφημιστικά κείμενα κι όχι από τον λογοτεχνικό μας θησαυρό, όταν οι δάσκαλοι και οι καθηγητές έχουν απεργήσει για όλα τα άλλα εκτός από το περιεχόμενο των σπουδών, τότε αυτή η χώρα πάει για προτεκτοράτο, πήγε κι έφθασε.

Όταν στα ΑΕΙ λυσσομανάει ο εθνομηδενισμός, όταν τα μπροστοκρίαρα του εθνομηδενισμού έχουν το λύειν και το δεσμείν, όταν κάνουν κουμάντο σε καριέρες και ακολουθούνται από χαμερπείς γλείφτες, όταν η ιδεολογική γλίτσα γίνεται βία και τρομοκρατία, τότε το έθνος πεθαίνει. Και αν αυτό το έθνος θέλει να πεθάνει, ας πεθάνει.

Όταν ο κυρίαρχος Τύπος γράφει ψέματα, όταν διαπλέκεται με εταιρείες και κόμματα, όταν οι δημοσιογράφοι ταυτίζονται με τα αφεντικά, όταν οι δημοσιογράφοι επιτρέπουν να τους ταυτίζουν με τα αφεντικά, όταν τα παίρνουν (από πέι ρολς, από ΜΚΟ, από ποικιλώνυμα γραφεία Τύπου, από πολιτικούς, από μυστικές υπηρεσίες), όταν η ιδεολογία είναι υπόθεση ιδιοτέλειας, τότε το έθνος δεν έχει φωνή. Κι όταν ο λαός δεν κάνει τίποτα για να έχει το έθνος φωνή, τότε το έθνος πεθαίνει.

Αν η τέχνη επιχορηγείται (και μόνον), αν η προβολή της (από γκαλά και ιδρύματα) συναρτάται με την ανοησία της, αν η τέχνη δεν έχει τίποτα να πει στον λαό για τον λαό, αν οι καλλιτέχνες γίνονται πελάτες των κομματικών αυλών, αν η τέχνη ακολουθεί τις εξουσίες για φράγκα, αναθέσεις και δουλίτσες, είναι μια τέχνη επιστρατευμένη κατά του λαού και όχι στρατευμένη υπέρ του λαού.

Είναι μια τέχνη που αφήνει τον λαό ορφανό από ήρωες, ποιητές και αγίους. Και λαός χωρίς μνήμη γίνεται λαός χωρίς πατρίδα.

Και λαός χωρίς πατρίδα δεν χρειάζεται κράτος. Κι αν δεν χρειαζόμαστε κράτος, ας το δώσουμε. Το δώσαμε. Ζούμε σε προτεκτοράτο. Κι όποιος ζει σε προτεκτοράτο, ας αφήσει πίσω του κάθε ελπίδα. Μόνον χειρότερα μας περιμένουν.

Αν πιστεύουμε ότι οι Έλληνες αγωνίσθηκαν εναντίον της υποτέλειας που κατατρύχει το κράτος μας από γενέσεώς του εις μάτην, αν πιστεύουμε ότι το ΕΑΜ ήταν ΜΚΟ, αν θέλουμε να μην έχουμε ελπίδες και όνειρα για το μέλλον, τότε ας έχουμε Μνημόνια. Ζυγόν δουλείας, ας έχουμε.

Τι να το κάνουμε το αυτεξούσιον, τι να το κάνουμε το Σύνταγμα, τι να την κάνουμε τη Δημο-κρατία (δηλαδή τη δύναμη του οργανωμένου πολιτικώς λαού), μας αρκούν οι τράπεζες για να μας παίρνουν τα σπίτια και οι μαριονέτες των Ανθυπάτων για να μας κόβουν τους μισθούς και να ράβουν τη ζωή μας στα μέτρα τους.

Ανώνυμος είπε...

Αλλά, αν είναι έτσι, ας μην περιμένουμε να μας αφανίσει το δημογραφικό, ας πεθάνουμε όλοι μαζί, λαός, έθνος και κράτος από τώρα. Κι ας αφήσουμε την κληρονομιά μας στο Υπερταμείο. Αν θέλουμε να πεθάνουμε, ας πεθάνουμε. Άλλωστε κάτι τέτοιο δεν θα είναι είδηση ούτε καν για την ΕΡΤ. Όσο για τον υπόλοιπο κόσμο, θα ξεκαθαρίσει το BBC τι εστί βερίκοκο Μακεδονίας και το Πεκίνο τι εισίν καλά κρασιά.

Αν ντρεπόμαστε να είμαστε υπερήφανοι για την οικουμενικότητα του πολιτισμού μας, αν όλο κι όλο είμαστε μια ορδή συμπλεγματικών ευρωλιγούρηδων, αν όλη μας η ύπαρξη είναι μόνον μια βαλκανική φασαρία, τότε είμαστε άχθος αρούρης, ας ξεμπερδεύουμε.

Αν το όλο μας μέλημα είναι να βγάλουμε εκτός νόμου το «Μακεδονία ξακουστή», να κάνουμε προληπτικές συλλήψεις, αν το Μαξίμου είναι Πραιτόριο, αν ο εθνικός μας ύμνος είναι μια κωλοτούμπα, αν το Κοινοβούλιο έχει γίνει μαγέρικο, τότε μην το παλεύουμε άλλο, ας χαθούμε, δεν θα χάσει η Βενετιά βελόνι. Υπάρχουν κληρονόμοι – όχι της ήττας μας όπως το Υπερταμείο – αλλά της δόξας μας, ζωντανοί και πεθαμένοι, όπως ο Πούσκιν, ο Γκύντερ Γκρας και ο Ζαν Πωλ Γκοτιέ, δέκα μιλιούνια εκατομμύρια ψυχές απ’ το Βλαδιβοστόκ ώς τη Γη του Πυρρός.

Μεγαλύτεροι λαϊκιστές από τους ηγέτες που κατηγορούν τον λαό για λαϊκισμό δεν υπάρχουν. Αν μέσα μας βαθιά πιστεύουμε ότι είμαστε ετερόκλητοι όχλοι, ότι πατρίδα μας είναι τα Καυδιανά Δίκρανα, ότι ο Λόρδος Μπάιρον ήρθε να πεθάνει μέσα στις λάσπες σαν κορόιδο, αντί να φουμάρει μπάφους στα ένδοξα Παρίσια, αν μπορούν να μας δουλεύουν από κυβερνητικές θέσεις κάτι ογλάνια που πιστεύουν ότι η αργομισθία τους αποτελεί εκμετάλλευση του καπιταλισμού απ’ τα μέσα, τότε είμαστε άξιοι της τύχης μας.

Αν η ρητορική των γελοίων που μας καλούν σε αντιφασιστικό αγώνα μαζί με τον 6ο Στόλο και τον Μακρόν που κατεβάζει τον στρατό στους δρόμους, τότε το μυαλό μας έχει πεθάνει. Και έθνος χωρίς μυαλό πεθαίνει. Θέλει δεν θέλει.

Κι εγώ, σήμερα που αντί για δοξαστικόν στην Επέτειο του 1821, γράφω λίβελλο εναντίον της γλίτσας που μας πνίγει, το κάνω διότι κάτι έχει πεθάνει μέσα μου.

***

Παρά ταύτα κι εναντίον τους ανάψτε (ευκτική) ανήμερα ένα κεράκι στα γουρνοτσάρουχα του παππούλη, στο μπαρούτι του καλόγερου, στο αίμα του αντάρτη, στα κρινάκια της Άνοιξης, στο ζείδωρο πένθος μας. Ας υμνήσουμε σήμερα λίγο το δίκιο, τον Πλήθωνα, τον Κοσμά τον Αιτωλό, τα γράμματα, τα γράμματα, τα γράμματα, τον Υψηλάντη και τον Λιόντα τον Ληστή. Ας προσευχηθούμε λίγο στην Μπουμπουλίνα, τον Λόχο Μπάιρον και τους ωραίους λεβέντες του Αλβανικού. Μην ξεχάσουμε σήμερα το Άουσβιτς και τη Μακρόνησο, τις διαδηλώσεις που λιτάνευσαν τα δικαιώματά μας κι ας χύσουμε λίγο κρασί κι ένα δάκρυ, χοές στους εργάτες και τους δασκάλους αυτού του τόπου καθώς και στους προμάχους του λαού – τους γιούς και τις κόρες της ιστορίας μας και της ποίησης που μας σκέπει.

Όποιος συλλογάται ελεύθερα, καλά συλλογάται.

Κι ας μην ξεχνούν οι Δυνατοί, οι Δυνάστες, οι Δανειστές, ας μην ξεχνούν αυτοί και τα θεοστυγή τσιράκια τους: «σε Έλληνες μιλάνε»…



twitter: @st_stavropoulos

email: stathispontiki@gmail.com

Ανώνυμος είπε...

ΑΠΟ ΧΑΙΡΕΤΟΥΡΕΣ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΠΟΛΛΟΙ ΜΑΤΙ.ΚΙ ΑΥΤΑ ΟΙ ΦΩΤΙΣΜΕΝΟΙ ΜΑΣ ΔΕΝ ΤΑ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ