Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2018

Ταξίδι...


 Και τώρα; Τώρα τι κάνουμε; Σκύβουμε το κεφάλι και τα παρατάμε; Ή μένουμε όρθιοι κάνοντας όσες καινούριες αρχές χρειαστεί; Εγώ λοιπόν, επέλεξα το δεύτερο. Θα ξεκινήσω ξανά και ξανά απ' την αρχή, όσες φορές κι αν χρειαστεί... Σιγά μην τους κάνω τη χάρη...
  
Μπήκα στο τρένο με την καρδιά μου να χτυπάει τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα σπάσει. Έβαλα ασυναίσθητα το χέρι μου στο στήθος μου μήπως και καταφέρω να την σταματήσω. Τίποτα, λες και το έκανε επίτηδες για να με αποτρελάνει...

Έσφιξα με το αριστερό μου χέρι, το χέρι της καρδιάς μου, εκείνο της συντρόφου μου. Το ένιωσα ιδρωμένο. Άσε που έτρεμε και εκείνο, λες και πάλευε να συντονιστεί με την καρδιά μου...


Στο άλλο μου χέρι κρατούσα τη μοναδική βαλίτσα που μας επέτρεπαν να πάρουμε. Ήταν ολόκληρη η ζωή μας εκεί μέσα. Πως είναι άραγε δυνατόν να χωρέσουν οι ζωές δυο νέων ανθρώπων μέσα σε μια βαλίτσα; Λίγα ρούχα, κάποια παπούτσια και φωτογραφίες. Πολλές φωτογραφίες. Ασπρόμαυρες, κιτρινισμένες απ' τον χρόνο, τσαλακωμένες στις άκρες...

Γύρω μας παντού άνθρωποι με βαλίτσες. Και δάκρυα... Αγκαλιές, αποχωρισμοί, πόνος... Και άνθρωποι με στολές κι εκείνο το βλέμμα που έτρεμα πάντα... Απόμακροι, λες και δεν κυλούσε αίμα στα σωθικά τους...

Το ταξίδι κράτησε ώρες. Μη με ρωτήσεις πόσο, έμοιαζε να κρατάει μια αιωνιότητα. Λες και ο χρόνος πάγωσε και αρνούνταν με πείσμα να κυλίσει. Μήπως και μείνουμε εκεί... Κι όλη αυτή την ώρα τα μάτια μου καρφωμένα πίσω στην πλάτη του τρένου. Σε όλα εκείνα που άφηνα πίσω...

Στο βαγόνι μαζί μας, ανάμεσα σε καπνούς από σέρτικα τούρκικα τσιγάρα, οι γονείς της κι η γιαγιά της. Με το ίδιο γυάλινο βλέμμα, εκείνη την παγωμένη μάσκα που έπαιρνε τη θέση του προσώπου της, καθηλωμένη από την αρρώστια της στο αναπηρικό της καροτσάκι. Πέντε χρόνια τώρα, λες και ήξερε τι θα γινόταν και δεν ήθελε να το ζήσει...

Μαζί μας και το αγέννητο παιδί μας. Μέσα στην κοιλιά της γυναίκας μου, να παίρνει ζωή από το δάκρυ της. Άραγε θ' αντικρίσουν τα μάτια του ποτέ την Πόλη μας; Θα γευτεί τα αρώματα της, θα το πάρουν ποτέ από το χέρι τα χρώματα του δειλινού στον Βόσπορο και θα το ταξιδέψουν μακριά στην ιστορία όπως έκαναν τόσες και τόσες φορές με μένα;

Στην Πόλη μου και σε όλους εκείνους που ξέχασαν πως είναι να ξεριζώνεσαι από τον τόπο σου, απ' τον ίδιο σου τον εαυτό...
            Στέφανος Μαντζαρίδης

Δεν υπάρχουν σχόλια :