Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2018

Ο κουμπαράς της μνήμης

     Συνέχεια απο τα προηγούμενα                            Σ 
Σάβουρα – Σκουπίδια κυρίως από  φύλλα δένδρων.
Σαγρί – Πάθηση, ερεθισμός, διόγκωση αδένων τού λαιμού.
Σαϊκώνω – Ασφαλίζω.
Σάϊσμα – Κουβέρτα από μαλλί γίδας.
Σαΐτα – Εργαλείο του αργαλειού (το φίδι που εκτινάσσεται
           στον αέρα).
Σακαγιάρικο – Το αργό στο περπάτημα γαϊδούρι.
Σακουλόσχοινο – Το σχοινί  του ταγαριού, του σακουλιού.
Σαλαγάω – Κουμαντάρω το κοπάδι .
Σαμαροπαΐδα – Ειδικά επεξεργασμένες τάβλες που
                         χρησιμοποιούσαν οι σαμαράδες για τα
                         σαμάρια, αδύνατη γυναίκα.
Σαμαρώνω– Φοράω, βάζω το σαμάρι στο υποζύγιο.
Σαπίμι– Κάτι άχρηστο, χαλασμένο.
Σάρακας – Ο σκόρος.
Σαρίδι – Σκουπίδι.
Σάρωμας – Η σκούπα.
Σαρώνω – Σκουπίζω.

Σάψιαλο – Πολύ ταλαιπωρημένος άνθρωπος.
Σβάρνα – Γεωργικό εργαλείο που έστρωνε το χώμα του
              χωραφιού.
Σβερδίγκλα – Το πέος του τράγου.
Σβερκώνομαι – Πέφτω  να κοιμηθώ.
Σβερκώνω – Αρπάζω, τσακώνω κάποιον που γύρευα.
Σβέτσος– Πονηρούλης, αλητάκος, ξύπνιος.
Σβουγκουνάω – Φεύγω τρέχοντας.
Σγάρτσα – Βρωμιά, απλυσιά κυρίως του σώματος του
                ανθρώπου.
Σγκάρλος – Το κάτω μέρος του ποδιού των πουλιών.
Σγούντσος – Κακοφτιαγμένος, μικρόσωμος.
Σγουρδέλι – Παχύ παιδί, (γουρουνόπουλο).
Σγούφτω–  Σκφβω.
Σγράπα – Τρύπα, κρυψώνα, χαραμάδα.
Σειριά–Ράτσα, Φάρα.
Σεληνιασμός – Η επιληψία.
Σέμπρος – Συνέταιρος, (συνεταιρισμός)δύο ανθρώπων
                 όπου ο ένας βάζει το κεφάλαιο και ο άλλος την
                 εργασία.
Σεργούνα – Ρεζιλεμένη γυναίκα.
Σεργούνι – Ρεζιλίκι.
Σερνικοθήλυκος – Ο ερμαφρόδιτος.
Σερνίκω–  Η λεσβία.
Σιαδώ –  Κατά δω.
Σιακάτου –  Κατεύθυνση κατηφορική, προς τα κάτω.
Σιακεί – Κατά κεί.
Σιαντράνι – Εργαλείο των πεταλωτών (αλμπάνιδων) με το
                  οποίο έκοβαν τα νύχια των ζώων.
Σιαπάνου–  Κατά πάνω.
Σιαπέρα – Προς τα πέρα.
Σιγουρεύω– Βάζω κάτι σε ασφαλές μέρος.
Σιγής  μπιγής – Απόλυτη μυστικότητα, τσιμουδιά.
Σιδεροστιά – Η πυροστιά.
Σιλαρώνω – Συνηθίζω, προσαρμόζομαι.
Σιμά – Κοντά, πλησίον.
Σιναπισμός – Γιατρικό για το κρύωμα ( βλέπε κεφ.
                     Γιατροσόφια).
Σιοκάρα–  Κάδος ξύλινος μεταφοράς γάλακτος,(καρδάρα).
Σιουρίλα – Ακατάσχετη διάρροια.
Σιουρντάω – Παροτρύνω παρακινώ κάποιον να κάνει κάτι.
Σιούτα – Γυναίκα χωρίς στήθος, (γίδα χωρίς κέρατα).
Σίραση – Είδος σούπας με όλα τα  δημητριακά και όσπρια
              την έφτιαχναν το  Νοέμβρη που άρχιζε η σπορά.
Σιτεμένος – Πολυκαιριασμένος.
Σκαγιάζω – Πυροβολώ και πληγώνω κάποιον με σκάγια.
Σκαλούνι – Σκαλοπάτι.
Σκαμπαούτσος– Παμπόνηρος, απρόβλεπτος.
Σκαμπίλα – Χαστούκι, σφαλιάρα.
Σκαομπάρτα –Τα σκάγια και το μπαρούτι όπως τα έλεγαν
                       οι κυνηγοί.
Σκαπετάω – Φεύγω, χάνομαι πεθαίνω.
Σκαρίζω – Βγάζω το κοπάδι για  βοσκή.
Σκαροπούλι–             Το μικρό  πουλάκι που μόλις άρχισε να
                     πετάει.
Σκατοβολιό – Ο απόπατος, αυτός που είναι εκτός σπιτιού
                     στο ύπαιθρο.
Σκατογένης – Ο διάβολος.
Σκαφίδι – Σκάφη που ζύμωναν το ψωμί.
Σκελίδα – Μέρος του σκόρδου, (η φλέτζα).
Σκερβελές – Ρέμπελος, ασυνεπής, τεμπέλης.
Σκευόμανε– Σκεφτόμουνα.
Σκιάζαρος – Σκιάχτρο, άσχημος  άνθρωπος.
Σκλήθρα – Αγκίθα, αιχμηρό μικρό ξύλο.
Σκλημουριέμαι – Είμαι ανήσυχος, κάνω κινήσεις χωρίς
                           λόγο.
Σκοντάφτω – Παραπατάω, χάνω την ισορροπία μου.
Σκορδοκαΐλα – Δήλωση αδιαφορίας, (σκορδοκαΐλα μου αν
                        δε θέλεις ).
Σκουζμάρι – Δυνατή φωνή, κλάμα (έβαλε τα σκουζμάρια).
Σκούζω – Φωνάζω, τσιρίζω δυνατά.
Σκουράντζος – Η ρέγκα, η γραβάτα (ο δικηγόρος όπως την
                       ζήταγαν κάποτε απ’ τον μπακάλη).
Σκουρδουμπουλάω – Ζαλίζομαι, χάνω τα βήματα μου.
Σκούρκος– Μεγάλη σφήκα, ο ντάβανος.
Σκουρούχι – Φρούτο που δεν υπάρχει πλέον.
Σκουροχαράζω – Σφάζω, κόβω με σκουριασμένο μαχαίρι
                           που δεν κόβει καλά.
Σκουτί – Το ρούχο.
Σκουτούρα – Η ζαλάδα.
Σκράπας– Αργόστροφος.
Σκραπιάς – Ο σκορπιός.
Σκραπουνάω – Τραβάω τη σκανδάλη.
Σκρούμπος – Καμμένο μαλλί προβάτου, τη σκόνη του
                    οποίου έβαζαν στην τομή του ομφάλιου λώρου
                    των νεογνών.
Σκρόφα –  Η γουρούνα, κακός χαρακτηρισμός γυναίκας.
Σκύβαλο – Το υπόλοιπο του κοσκινήσματος, το πίτουρο.
Σμαντεύβω – Φεύγω, απομακρύνομαι.
Σμερδάκι – Φάντασμα, αερικό (λένε πως εμφανιζόταν
                  στην τοποθεσία Σταυροδρόμι όπου έθαβαν τα
                  αβάπτιστα).
Σμερδό – Απροσδιόριστου χρώματος ή είδους.
Σμιγάδι – Μείγμα σταριού και κριθαριού.
Σμίλα – Η σμίλη.
Σμπαρίζω – Πληθαίνω, (σμπάρισε το χωράφι,  γέμισε
                   φύτρο).
Σουβή – Λαχτάρα.
Σούγελο – Σωλήνας, οχετός.
Σουγλόκωλας – Άκωλος  χωρίς  περιφέρειες.
Σουγλώνω – Μπαλώνω.
Σουλιμάς – Πολύ αλμυρός.
Σούριμα – Μονοπάτι.
Σούρνω – Σέρνω, τραβάω.
Σούρτης – Ο σύρτης της πόρτας (το καπίστρι του αλόγου).
Σουρτοθηλειά–  Είδος θηλειάς σαν αυτή που γίνονται οι
                        απαγχονισμοί.
Σουσαμιά – Μικροκαμωμένη, τσαχπίνα και νέα γυναίκα.
Σουσούνης – Λεπτός, πονηρούλης.
Σουσούνω–  Γυναίκα τσαχπίνα.
Σοφράς – Χαμηλό τραπέζι που έτρωγαν καθισμένοι στο
              δάπεδο.
Σπαρτά – Τα σπαρμένα με δημητριακά χωράφια.
Σπάρτο – Θάμνος  του οποίου  τα κλαδιά μετά από ειδική
               επεξεργασία γίνονται νήματα.
Σπερνά – Τα κόλλυβα.
Σπερώνω – Νυχτώνω.
Σπέτσα – Η πιπεριά.
Σπιθούρι – Μικρό σπυρί.
Σπλιθάρι – Βρόχινο νερό που μαζεύεται στο κοίλωμα της
                 πέτρας.
Σπολάτι–  Φθάνει πια, αρκετά.
Σποράκλα – Συνεχής διάρροια.
Σποριάς – Ο μήνας  Νοέμβρης.
Σπορίζομαι – Τσιρλίζομαι, έχω διάρροια.
Σπούρνι – Μεγάλο πλήθος, αφθονία.
Σταλίζω– Περιμένω χωρίς κάποια αιτία.
Στάλος–Μεγάλο δέντρο που στον ίσκιο του, συγκεντώνανε
             τα κοπάδια στις μεγάλες ζέστες.
Στανιό – Ζόρισμα, πίεση για να κάνεις  κάτι παρά τη
             θέληση σου.
Στειλιάρι – Το ξύλινο χερούλι διαφόρων γεωργικών
                  εργαλείων.
Στεκάκι–  Το τσιμπιδάκι των μαλλιών.
Στέρνα – Δεξαμενή, γούρνα.
Στέρφη – Η παροδική στειρότητα, γίδας και προβατίνας.
Στεφανοθήκη – Ξύλινη θήκη με τζάμι, δίπλα στα
                        εικονίσματα, με τα στέφανα του γάμου, που
                        ακόμα και όταν ήταν αποτυχημένος, αυτή
                        κρεμόταν εκεί για να υπενθυμίζει με την
                        παρουσία της την δέσμευση!
                        Όταν το ζευγάρι αποκτούσε παιδί, η
                        ημερομηνία της γέννησης του, γραφόταν
                        στο πίσω μέρος της και μετά την βάπτιση
                        συμπλήρωναν και το όνομα του παιδιού.
Στηλώνω – Ενισχύω, τονώνω.
Στοιχειό – Φάντασμα, άνθρωπος  πολύ δυνατός.
Στουμπάω – Τραυματίζομαι χωρίς να ματώσω, χτυπάω
                   κάτι δυνατά.
Στούμπια – Πέτρες (το έλεγαν όταν δεν είχαν να φάνε
                 τίποτα, θα φάμε στούμπια).
Στούμπος – Στρογγυλή λεία πέτρα όπου έτριβαν το αλάτι.
Στουπαίρνω – Κάνω εντύπωση.
Στουποκόλιασμα – Δυσκοιλιότητα που προκαλείται
                         κυρίως από την κατανάλωση φραγκόσυκων.  
Στουπώνω – Χορταίνω, μπουκώνω.
Στραβέγγλω – Απρόσεκτη, αφηρημένη, ζημιάρα.
Στρατοκλάνης – Αυτός που κλάνει αγενώς στους δρόμους.
Στράτσος  –  Χοντρό χαρτόνι.
Στρεπέκλας – Πονηρός, ύποπτος, κατεργάρης.
Στριγγαύγουλο – Αυγό μαλακό χωρίς τσόφλι, το
                           θεωρούσαν μεγάλη γρουσουζιά.
Στριγγλιάτα – Το πηγμένο γάλα πριν το βάλουν στην
                      τσαντίλα για να στραγγίσει.
Στρογγολίθι – Μεγάλη στρογγυλή πέτρα.
Στρούγκα – Χώρος που  περιόριζαν τα κοπάδια.
Στουρναρόπετρα– Δύο πέτρες που τρίβονταν μεταξύ τους,
                           πετούσαν σπίθες και άναβαν την ίσκα.
Στυλιαρώνω – Χτυπάω κάποιον με στειλιάρι.
Στυχερό – Ο στύλος στο κέντρο του αλωνιού.
Συγκάθια – Τα υπολείμματα από την εξαγωγή του βουτύ-
                 ρου που τα ψήνουν στο τηγάνι με λίγο λάδι.
Συγκρατητά – Ενωμένα, κολλημένα μεταξύ τους.
Σύγκριο – Κρύος ιδρώτας.
Συκοβελόνα – Μεγάλη βελόνα για να φτιάχνουν τις
                      τσαπέλες των σύκων.
Συκόγαλο – Το άσπρο υγρό που βγαίνει από την τομή του
                   συκόφυλλου.
Συκομαϊδα – Ανοιγμένα ξερά σύκα.
Συμπεθεροφτιάχτης  – Ο προξενητής.
Συναβλακάρης – Γείτονας στα χωράφια, ( κοινά σύνορα).
Σύριζα – Δίπλα ακριβώς.
Συχώριο– Ψωμί, τυρί, κρασί και κόλλυβα που δίνουν στα
               μνημόσυνα.
Σφάλλαγγας – Η αράχνη.
Σφάρδακλας – Ο βάτραχος.
Σφαχτό – Το σφάγειο.
Σφέλα – Κομμάτι τυριού όπως το κόβουν οι τυροκόμοι για
            να το συσκευάσουν στις βούτες.
Σφέρτσα – Κομμάτι χοιρινού κρέατος μαζί με το δέρμα (το
                παστό).
Σφερδούκλι – Το φυτό ασφοδίλι.
Σφοντύλι – Ο σφόνδυλος του αδραχτιού που περιστρέ-
                 φεται μαζί του. (Τούρθε ο ουρανός σφοντύλι).
Σφουγγίζω – Σκουπίζω.
Σχίζα – Καυσόξυλο από σχίσιμο κορμού –κούτσουρου.
Σωθικά– Εντόσθια.




                                     Τ


Ταβούλι – Πρήξιμο οίδημα.
Τάγιο – Έντονη προσπάθεια.
Ταή – Τροφή για ζώα γενικώς.
Ταïνι–  Η εξασφαλισμένη καθημερινή διατροφή.
Ταμάμ – Φθάνει πια.
Ταμιτέλλα– Δαντέλα.
Τάμπαρο – Πρησμένο.
Τανιέμαι – Σφίγγομαι κατά το χέσιμο.
Τάξη– (Η τάξη της) η έμμηνος ρύση.
Ταραμονή – Ταραχή, λαχτάρα, φόβος.
Ταράφι – Άποψη, γνώμη, (έχει το δικό του ταράφι).
Ταρναριστός – Ευθυτενής, καμαρωτός.
Ταχιά – Αύριο.
Τεζώνω – Πεθαίνω, τελειώνω.
Τελάκι – Μικρό καρφί, προκάκι.
Τεμπεστέκι – Ξύλο, φοβέρα (θα φας ένα τεμπεστέκι).
Τεμπιχιάζω – Ενημερώνω, γνωστοποιώ.
Τέμπλα – Μακρύ ραβδί για τίναγμα καρπών από τα
              δέντρα.
Τέντε κόρδα –Πεθαμένος, ξερός.
Τεντελάω – Παραπατάω, τρέμω για να πέσω.
Τέντζερης – Χάλκινο μικρό καζάνι μαγειρέματος.
Τέσα – Χάλκινο δοχείο μεταφοράς φαγητού στο χωράφι.
Τετρακλάδια– Συντρίμια, κομμάτια από σπασμένο
                       αντικείμενο, κυρίως γυάλινο ή πήλινο.
Τζερεμές – Ασυνεπής, ασήμαντος, ανέντιμος.
Τζερεφή – Γίδα που κατεβάζει λίγο γάλα.
Τζίντζιρας – Τζίντζικας, τέτιγξ.
Τζιορόνα – Το εμπρός μέρος της κορύτας της βρύσης.
Τζιριάζω – Καίγομαι, αρπάζω (της τζίριασε το φαΐ).
Τζιρίλος – Δοθιήνας, καλόγερος (σπυρί).
Τζίτζικας – Η κεφαλή του σκεπαρνιού.
Τηλώνομαι – Χορταίνω.
Τηράω – Κοιτάζω.
Τίλογα – Πως είσαι, τίλογα κάνεις.
Τόπι στη μουριά – Παιδικό παιχνίδι, όπου αυτός που τα
                             φύλαγε προσπαθούσε να πετύχει κάποιον
                             από τους  παίκτες που κρύβονταν γύρω
                             από τον κορμό της μουριάς.
Τορός – Οσμή.
Τουλούμι – Το ασκί ο πρησμένος άνθρωπος.
Τουλούπα – Ποσότητα μαλλιού που βάζανε στη ρόκα για
                 να γνέσουν, αλλά και το τριχωτό μέρος της ήβης.
Τουράκι – Χαμηλός τοίχος που κάθονταν.
Τουρεντζένιο – Πορτοκαλί χρώμα.
Τουρέσι – Γέρικο, αδύναμο άτομο.
Τουρκοπούλα – Το πουλί κορυδαλλός.
Τουρλεντές – Ελαφρόμυαλος, ασυνεπής.
Τουρλοκολιάζομαι – Πέφτω με τον κώλο.
Τουρλώνω – Προτάσσω τα στήθια  και τον κώλο.
Τραβάω – Είμαι στα τελευταία μου, ξεψυχάω.
Τραγόμαλο – Το μαλλί των γιδιών.
Τρακάδα – Ντάνα, πράγματα στοιβαγμένα το ένα πάνω
                στ’ άλλο.
Τρακάκι – Ρεζιλίκι, χουνέρι, νίλα.
Τράμπα – Ανταλλαγή.
Τρανός – Μεγάλος, εύσωμος, σπουδαίος.
Τραπέτσι – Πολύ αλμυρό.
Τράσκιο –Μεγάλο σακούλι.
Τράφος–Χαντάκι, λακούβα.
Τρεκλάω – Παραπατάω, τρεκλίζω.
Τρελοκαμπέρω – Γυναίκα άμυαλη, επιπόλαιη.
Τρεχάλα – Γρήγορο τρέξιμο.
Τριβάλα – Μεγάλη και λεία πλάκα που πάνω της τρίβανε
               το αλάτι.
Τρικέρης – Ο διάβολος.
Τρίμα – Ψίχουλο ψωμιού.
Τριοτέλι – Άλογο τριών ετών.
Τριπλάρα – Γίδα ή προβατίνα που γεννάει τρία νεογνά.
Τριφτάδια – Χοντρές μπουκιές ζυμαριού, που είχαν σαν
                   πρόχειρο  φαγητό.
Τριχιά– το σχοινί.
Τριψιάνα – Γάλα μέσα στο οποίο έτριβαν ψωμί, η παπάρα.
Τρογυρίστρα – Ερεθισμός του δέρματος γύρω από τα
                       νύχια.
Τροκάνι – Κουδούνι χάλκινο που κρέμαγαν  στα
                γιδοπρόβατα.
Τροκλιάζομαι – Πέφτω,  γλιστράω άτσαλα.
Τρουμπούκι – Χοντρό ξύλο, άνθρωπος αμόρφωτος,
                      αγενής.
Τρουποσάγωνος – Αυτός που του πέφτει το φαγητό από το
                             στόμα, αυτός που λερώνεται όταν τρώει.
                             ( Εγώ έχω αυτό το προσόν!)
Τροχάω–Τροχίζω.
Τρυγητής – Σεπτέμβριος μήνας.
Τσαγκλιζομαι – Χτενίζομαι, φτιάχνω τα μαλλιά μου.
Τσάζω – Ξεκινάω να κάνω κάτι.
Τσακλοκούδουνο–Νεαρή κοπέλα που φέρεται απερίσκε-
                             πτα, ελαφρόμυαλη.
Τσαλαφός – Επιπόλαιος, άμυαλος, ελαφρύς.
Τσαλιμάκι – Νάζι, παιχνιδιάρικη συμπεριφορά.
Τσαμαδή – Γίδα ή άλλο  ζώο με γυαλιστερό τρίχωμα.
Τσαμπούνα – Το ακροφύσιο μηχανής ραντίσματος.
Τσάμπουρο –Μικρό κομμάτι σταφυλιού.
Τσαντήλα – Αραιάς ύφανσης ύφασμα που στραγγίζουν το
                  τυρί.
Τσαπέλα – Ειδική συσκευασία ξερών σύκων.
Τσαπώνω- Δένω, ωριμάζω, σφίγκω, δυναμώνω.
Τσάρκος – Πρόχειρα περιφραγμένος χώρος που έκλειναν
                 τα κοπάδια.
Τσεγκέλι –  Το τσιγκέλι.
Τσελίκι – Γερό, θρεμμένο ζώο,το λένε κυρίως για τ’άλογα.
Τσεμπέρι – Μαντίλα, κεφαλόδεσμος γυναικείος.
Τσέπι – Κέρατο ζώου (όχι του συζύγου!).
Τσεράνα – Δυστυχισμένη, είναι για λύπηση.
Τσερδώνω – Τελειώνω, πεθαίνω (τα τσέρδωσε ο Χ).
Τσιάγκρα – Μονόκανο κυνηγητικό όπλο.
Τσιαγουνάω – Κλαψουρίζω, γκρινιάζω.
Τσιακμάκι – Αναπτήρας  με φυτίλι χωρίς φλόγα.
Τσιαλούμι – Το δόντι του κασμά.
Τσιάπα – Γιάκα – Πιάστηκε επ αυτοφώρω, στα πράσα.
Τσιβί – Σύρτης ασφαλείας για πόρτες.
Τσιβουρίζομαι – Δυστυχώ, υποφέρω μαρτυρικά.
Τσιγαρίδα – Το παστό, βρασμένο χοιρινό κρέας μαζί με
                   την πέτσα.
Τσιγκλάω – Σκουντάω ελαφρά κάποιον(τσίγκλα τον, γιατί
                   τον πήρε ο ύπνος.)
Τσιγκρί – Ποικιλία σταριού.
Τσικλί – Μικρή κούκλα κλωστής (τσικλί γνέματος).
Τσικλιμόδης -Τσαχπίνης, έξυπνος, καταφερτζής.
Τσιλάγρα – Το λάδι που πετάγεται κατά το τηγάνισμα.
Τσιλιγκρός – Λιπόσαρκος, μικροσκοπικός.
Τσίλικο – Κάτι ξεχωριστό στο είδος του.
Τσιλιμπιρδώνα – Πρόσχαρο νεαρό κορίτσι.
Τσιμουδιά- Απόλυτη σιωπή.
Τσίμπλα – Έκκριση  δακρυικού αδένα, παραπούλι του
                κραμπολάχανου.
Τσιμπλής – Μικρό λυχνάρι άνθρωπος τσιμπλιάρης.
Τσιμπλοκούταβο – Αυτός που έχει μικρά και τσιμπλιάρικα
                              μάτια.
Τσινάω – Κλωτσάω, εναντιώνομαι.
Τσιντίκα – Ασάλευτος, νεκρός (τον βρήκανε τσιντίκα ).
Τσιοκάνι – Τετράγωνο χάλκινο κουδούνι με ξερό ήχο.
Τσιόνα – Σημαδούρα  από πέτρες για τον ορισμό των
              συνόρων των χωραφιών.
Τσιουγκάνι – Ψηλή κορυφή, μύτη λόφου ή βουνού.
Τσιούκι – Άγαρμπος, απολίτιστος.
Τσιουλάνι – Μικρό, άχρηστο κομμάτι υφάσματος.
Τσιούμπι – Καρούμπαλο.
Τσιουράω – Αρμέγω.
Τσιουρούμι – Πυραμιδωτή πέτρινη σημαδούρα.
Τσιποκλίδερο – Παγίδα για πουλιά.
Τσιπούρα – Το ρακί.
Τσιπουρόγουβα – Λάκκος που έθαβαν για σαράντα ημέρες
                           τα τσίπουρα, ή στέμφυλα, από τα οποία
                           μετά από  απόσταξη έβγαζαν το τσίπουρο.
Τσιτσιρίζομαι – Καίγομαι, υποφέρω, συνεχώς.
Τσιτώνω – Τεντώνω, πιέζω, εκβιάζω.
Τσιφιλιά – Ξύλινη συσκευή που στίβανε τα υπολείμματα
                 των σταφυλιών.
Τσιφούρι– Δυνατός κρύος αέρας που σφυρίζει.
Τσίφτης – Μικρή πένσα, τανάλια.
Τσόνι– Το πουλί σπίνος.
Τσορομπίλι – Μικρό παιδί.
Τσορτσόλα – Χοιρινό κρέας ειδικά φτιαγμένο (τσιγαρίδα).
Τσοτίνι – Τούφα μαλλιών αχτένιστων, παραμελημένων.
Τσότρα – Ξύλινο φορητό δοχείο κρασιού.
Τσουκαλόκαυτο – Ζεστό κρασί με πετμέζι που έπιναν όσοι
                            ήταν κρυωμένοι.
Τσούλος – Χωρίς, ή με πολύ μικρά αυτιά.
Τσουμπλέκι –Μικρό αντικείμενο.
Τσούπα– Νεαρό κορίτσι και όνομα νεαρής γίδας!
Τσουπώνω – Γεμίζω, πατικώνω, (τσούπωσε αλάτι το φαΐ).
Τσουραδέλο– Το κοκκινάδι.
Τσουράπι – Η κάλτσα.
Τσουράπω – Γυναίκα ανυπόληπτη.
Τσουρλώνω –Ορθώνω τα αυτιά μου έτοιμος για καυγά.
Τσουτσουρούλια–Η παιχνιδιάρικη συμπεριφορά.
Τσουτσουρώνομαι – Προκαλώ, ετοιμάζομαι για καυγά.
Τυκλώνω–Θολώνω (τίκλωσε το σπίτι από καπνό).
Τυλιγάδι– Ξύλινο εργαλείο που τύλιγαν το νήμα για να το
                προετοιμάσουν για τον αργαλειό.
Τυρόγαλο – Το υγρό υποπροϊόν του τυριού.

                                             Υ


Υπνωμένος – Ο υπνωτισμένος, ο ζαλισμένος.
Υγραίνω – Νοτίζω, μουσκεύω, καταβρέχω.


                                           Φ


Φαγανιάρης– Αυτός που τρώει τα πάντα.
Φαγκρίζω-ει  – Οταν φαίνονται τα δόντια νεκρού ζώου.
Φάγνα – Τροφή γενικά για ζώα.
Φαγουλάρικο– Το ήμερο, το φαγώσιμο φρούτο.
Φάγουσα – Η γάγγραινα.
Φακιόλι – Γυναικείος κεφαλόδεσμος.
Φακλάνα – Ελαφρών ηθών γυναίκα, ατίθαση.
Φαμελιάρης – Ο οικογενειάρχης.
Φάρα – Γενιά, σόι.
Φαρσωμένος– Εκνευρισμένος, φουρκισμένος.
Φασκελώνω – Μουτζώνω, (μούτζω και φασκέλω όπως
                      τόκανε η Αγγέλω).
Φασκιά – Υφασμάτινη ταινία που τύλιγαν τα μωρά.
Φασόπλα – Πολλά μικρά παιδιά.
Φεγγοβολάω– Λάμπω, διακρίνομαι.
Φελάω – Αξίζω.
Φέλεθρα – Παλιά παπούτσια.
Φελέκι – Βρισιά φιλική, (γαμώ το φελέκι σου).
Φελί – Κομμάτι φύλλο μπακαλιάρου.
Φερντάσα – Ανυπάκουη, άμυαλη γυναίκα.
Φερτάρης – Ο φερτός από άλλο μέρος, ο σώγαμπρος.
Φθησικός – Ο φυματικός .
Φιδοκέντημα–Δάγκωμα φιδιού.
Φιδοπουκάμισο – Το δέρμα που αποβάλλει το φίδι.
                            (Μολογάγανε πως άμα το βράσεις και
                            το πιεις έχεις ανοσία στο δάγκωμα των
                            φιδιών).
Φιλεύω – Κερνάω, τρατάρω.
Φιλημένη–Κορίτσι που είχε αγαπητικό.
Φινίκλας – Μαραμένος αδύναμος, φοβητσιάρης.
Φινομένος – Αδύνατος, ρυτιδωμένος.
Φίσφυλο–Πλήθος φυτών, δασιά χλόη.
Φκιασίδι – Καλλωπισμός, στολισμός ανθρώπων.
Φλάμπουρο – Λάβαρο, αδρανής και στατικός  άνθρωπος.
Φλέντζα – Κομμάτι τυριού, (σκελίδα σκόρδου).
Φλέσουρα – Ξερά φύλλα δέντρων, θάμνων κ.λπ.
Φλετουράω – Πετάω φτερουγίζω.
Φλετσουράω – Πετάω κάτι άχρηστο.
Φλίτσια – Τα φύλλα του καρπού του αραβόσιτου με τα
               οποία γέμιζαν τα στρώματα και τα μαξιλάρια.
Φλιφλίγκος– Μικροσκοπικός και πονηρούλης άνθρωπος.
Φλούτσος – Ακαλαίσθητος, βρώμικος,  λέτσος.
Φόρτωμα – Βάρος που μπορεί να μεταφέρει ένα υποζύγιο.
Φορτωτήρα – Διχαλωτό στήριγμα για τη φόρτωση των
                       ζώων.
Φουμιά – Στολίδι, διακοσμητικό, (δεν κόβω αυτό το
              δέντρο γιατί το έχω για φουμιά).
Φούρκα – Στήριγμα θάμνου, μεταφορικά, η εμπάθεια, (τον
              έχει μια φούρκα).
Φουρκάδα – Στήριγμα δέντρων θάμνων, κ.λ.π.
Φουρκίζομαι – Οργίζομαι, νευριάζω.
Φουρκίζω– Απαλάσσομαι από κάτι ή κάποιον, ρίχνοντάς
             τον σε γκρεμό, βάραθρο. Το έλεγαν όμως και για
             τις ανύπαντρες και φτωχές κοπέλλες, όταν τις
             κακοπάντρευαν για να τις ξεφορτωθούν.
Φούρλα – Γυροβολιά, επιτόπια στροφή, φιγούρα στους
             δημοτικούς χορούς.
Φουρλάνα – Γυναίκα με κακή φήμη.
Φουρλέτσι – Γρηγοράδα, ταχύτητα στο περπάτημα.
Φουρνίζω – Ρίχνω το ψωμί στο φούρνο για να ψηθεί.
Φουρτζιάτο – Χώρος διαμονής στα χτήματα φτιαγμένος
                     από κλαδιά δέντρων.
Φουσέκι – Φυσίγγι, γρήγορος άνθρωπος  (πήγε φυσέκι).
Φουσκί – Κοπριά ζώων.
Φουσκοδεντριά – Το μπουμπούκιασμα των δέντρων και
                           των φυτών την άνοιξη.
Φούσκος – Μπάτσος, χαστούκι.
Φραμπαλάς– Η διακόσμηση του γυναικείου φορέματος.
Φρενόλειπος –Ελαφρόμυαλος.
Φρούσιος – Ξανθός με φακίδες στο πρόσωπο άνθρωπος.
Φρυγανήθρα – Είδος παράσιτου που άμα το έτρωγαν τα
                       ζώα φούσκωναν και ψοφούσαν.
Φτενός –Λεπτός σε μέγεθος.
Φτερουγάω – Πετάω ίπταμαι.
Φτουράω – Είμαι επαρκής, ανταποκρίνομαι.
Φτύμα – Το σάλιο.
Φυγιό– Κρύο, με δυνατό αέρα.
Φυράδα – Χαραμάδα, σχισμή.
Φυσερό – Καλαμένιος σωλήνας που φυσάγανε τη φωτιά
               κατά το άναμμα του τζακιού.
Φύση – Το πέος (του πρήστηκε η φύση).
Φυτιά–Το νεοφυτεμένο αμπέλι.
Φώλος – Το αυγό που αφήνουν μόνιμα σ’ ένα μέρος, όπου
             πάει η κότα και γεννάει τ’ αυγά της.
Φωτογωνιά – Ο χώρος γύρω από το τζάκι.
Φωτομανάω– Φωτίζω έντονα.


                                     Χ


Χαβελές – Ανόητος με το στόμα συνεχώς ανοιχτό.
Χαβιά – Σιδερένια συσκευή που έβαζαν στο στόμα των
            αλόγων για να τα τιθασεύουν, (οι ζόρικες γυναίκες
            στο χωριό έλεγαν στους άντρες τους, δε θα μου
            φορέσεις χαβιά).
Χαγιάτι – Μπαλκόνι.
Χάϊ Χάϊ – Αγάλια-αγάλια, σιγά-σιγά.
Χαϊβάνης – Κουτός, αφελής.
Χαΐρι –Προκοπή, (κατάρα: Nα μη  δεις χαΐρι και προκοπή).
Χαλιάς – Σωρός από μικρές πέτρες, πέτρινος λοφίσκος.
Χάλκωμα – Χάλκινο σκεύος γενικώς, (άνθρωπος χλωμός).
Χαμοκέλα– Ισόσεια φτωχική κατοικία.
Χαμόριγκας – Ο τυφλοπόντικας.
Χάμου – Κάτω στο δάπεδο.
Χάμουρο – Χαλινάρι.
Χαμπαρίζω –Αντιλαμβάνομαι, υποψιάζομαι.
Χαμπέρι – Νέο, είδηση.
Χανταβουλιάζω – Βυθίζομαι σε βαλτώδες μέρος,
                            καταστρέφομαι κυρίως οικονομικά.
Χαντάκι– Μικρό ρεμματάκι με ή χωρίς νερό.
Χαντρί– Το αιδοίο.
Χαντρολαίμι – Περιδέραιο, κολιέ.
Χαράκι – Περιφερειακή  τομή του κορμού του κλίματος
              της σταφίδας για την αφαίρεση της φλούδας
              προκειμένου να γίνουν πιο χοντρές οι ρόγες του
              σταφυλιού.
Χαρακώνω– Κάνω τομές, κυρίως στις ελιές για να
                   ξεπικρίσουν.
Χαράμι– Άδικα, τζάμπα, χωρίς λόγο.
Χαρανί – Μεσαίου μεγέθους χάλκινο καζάνι με χερούλι.
Χαράρι – Ειδική συσκευή για τη μεταφορά του άχυρου,
               φτιαγμένη από ξύλο και σχοινί.             
Χάρβαλο – Σαράβαλο, ερείπιο.
Χαρούπι – Το ξύλινο χερούλι διαφόρων εργαλείων, ο
                καρπός της ξυλοκερατιάς.
Χαρχαλεύω–Ψαχουλεύω κρυφά.
Χαρχάλω – Πολυδουλεμένη μηχανή ή γυναίκα με πολλές
                  ερωτικές εμπειρίες.
Χάσικος – Ομορφος, εμφανίσιμος.
Χασκαρίζω – Γελάω συνέχεια χωρίς αιτία.
Χάσκω – Γελάω ηλίθια με ανοιχτό το στόμα.
Χαυδάλω–Γυναίκα που προκαλέι με το άνοιγμα των
                   μηρών.
Χαχαλάκια – Ξερά ξυλαράκια για προσάναμμα.
Χαχανίζω – Γελάω χωρίς λόγο.
Χαχαρέτι – Χατίρι, (του κάνει όλα τα χαχαρέτια του
                 παιδιού και θα το χαλάσει).
Χάχας – Χαζός, αυτός που γελάει ανόητα.
Χεζοβολιό – Υπαίθριος τόπος  για  ρομαντικό χέσιμο.
Χειμαδιό – Απαγκερός  τόπος για το ξεχειμώνιασμα των
                 κοπαδιών.
Χειμωνιάτικο– Το δωμάτιο που βρίσκεται το τζάκι.
Χειρόβολο – Μικρό μάτσο από στάχια όσα μπορεί να
                   πιάσει το χέρι.
Χερικώνω – Αρπάζω- πιάνω κάτι με τα χέρια μου.
Χερομάντηλο – Το μαντήλι της μύτης (το ρινόμακτρο).
Χεροπόδαρα – Το δέσιμο των ποδιών και των χεριών.
Χέρισο– Το άγονο χωράφι.
Χερχέρα – Γρήγορα, τάκα-τάκα.
Χέστρα –  Αποχωρητήριο  τουαλέτα.
Χιλιαδιάρα – Μπουκάλι που χώραγε μέσα χίλια
                     δράμια, (δυόμιση  οκάδες).
Χλαπουτάω –Τρώγω γρήγορα, άγαρμπα.
Χλεμπόνα – Σάλιο, ροχάλα.
Χλεμπονιάρης – Αρρωστιάρης, κιτρινιάρης.
Χλιαίνω – Ζεσταίνομαι, ανακουφίζομαι.
Χλιμίτρισμα – Η φωνή του αλόγου .
Χλωρακιά – Πρασινάδα .
Χόβολη – Στάχτη ζεστή, ανάμεικτη με θράκα.
Χοραίνομαι – Ενοχλώ φορτικά, κυρίως ερωτικά.
Χορίδι – Ο ασβέστης.
Χουγιάζω – Αγριεύω το σκυλί να χιμήξει (βάζω πόστα).
Χούϊ – Συνήθεια, κυρίως κακιά  (έχει ένα χουϊ  αυτός!).
Χουλιάρι – Κουτάλι.
Χουνέρι–Πάθημα.
Χούνη – Χαράδρα, φαράγγι, και η περιοχή της ήβης της
            γυναίκας.
Χούφταλο – Πολύ μεγάλος σε ηλικία άνθρωπος, που δεν
                  μπορεί να σταθεί στα πόδια του.
Χουφτώνω – Αρπάζω, κλέβω, χειρονομώ χυδαία.
Χουχουλιένω – Ζεσταίνω τα χέρια μου με την ανάσα μου.
Χουχουλόωργας –Νυκτόβιο πουλί σαν κουκουβάγια.
Χράμι – Το κιλίμι.
Χραμπουλιάζω – Πιάνω κάτι γερά με τη χούφτα μου.
Χτένι – Τσατσάρα με δασιά δόντια (το είχαν ειδικά για να
           κατεβάζουν τις ψείρες).
Χτικιάρης – Ο φυματικός, ο αχαμνός.
Χτικιό – Η φυματίωση.
Χύλωμα – Πολτοποίηση (π.χ. χύλωσαν τα μακαρόνια).
Χωλιάω – Θυμώνω, στεναχωριέμαι.
Χωνευτήρι – Οστεοφυλάκιο.





                                   Ψ


Ψαλιδόκολος – Αυτός που δεν έχει περιφέρειες, άκωλος.
Ψάνη – Καψαλιστό  στάρι όταν είναι ακόμη στο γάλα.
Ψαρής – Άσπρο άλογο.
Ψαρονέφρι – Ειδικό εκλεκτό μέρος  κρέατος.
Ψαχνίδα – Η πιτυρίδα.
Ψαχουλεύω – Ερευνώ ψάχνω, κρυφά.
Ψειρίζω – Κυνηγώ, σκοτώνω ψείρες, εξετάζω κάτι
                λεπτομερώς.
Ψεματούρης– Αυτός που λέει αθώα ψέματα (κυρίως τα
                      παιδιά).
Ψηλοκρατώ – Είμαι υπερόπτης, ακατάδεκτος.
Ψίληθρο – Θάμνος άγριος με άρωμα. Το μύριζαν και
                 απέφευγαν τον εμετό όσοι είχαν  φάει σταφύλια
                 και μετά έπιναν κρασί.
Ψόφος– Δυνατό κρύο.
Ψυχαπαγκιάζω– Ηρεμώ ψυχικά.
Ψυχομαχάω – Ψυχορραγώ, ξεψυχάω.
Ψωλάρμπεης – Ρέμπελος, αδιάφορος, τεμπέλης.
Ψωμοζώ – Περνάω δύσκολα, είμαι φτωχός.
Ψωμοκοφίνα – Καλαμόπλεκτο κοφίνι  που έβαζαν μέσα το
                        ψωμί.


                                Ω


Ωμός  – Μαλθακός, αδέξιος.


  Η συνέχεια του βιβλίου τις επόμενες ημέρες με διάφορα θέματα  



8 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Ωραιο βιβλιο ,βαλτο καπου στο αρχειο Νις να μαθαινουν οι νεοτεροι την γλωσσα μας

Ανώνυμος είπε...

Η μόνη λέξη που δεν υπάρχει στο βιβλίο είναι το "αζιμουθιο" που εγραψε προχθές ο gerolykos τον οποίο καλώ να μας την ερμηνεύσει

Ανώνυμος είπε...

εδω ο προβαζος εγινει σακουλοσκοινο φιλε μου και ψαγνεις για αζιμουθιο? gerolykos

Ανώνυμος είπε...

προβαζός = σακουλόσκινο
αζιμούθιο =??????
χαχαχαχαχχαχα

Ανώνυμος είπε...

ροβαζος =το σχοινι του τραιστου
τραιστο= το ταγαρι
αζιμουθιο=διεθνης ονομασια της πορειας με βαση γεωγραφικες συντεταγμενες,στρατιωτικος ορο
αλλα το τσιταρι που δεν το εχει το ανωτερω λεξικο δεν το λεου.ψαχτε και λιγο

Ανώνυμος είπε...

ποιο ειναι το τσιταρι ρε παιδια ?

Ανώνυμος είπε...

κρατησου λιγουλι μεχρι να πεσει απε το λες χαχχαχαχ gerolykos

Ανώνυμος είπε...

χαχαχαχα γερολυκε το τσιταρι θα πεφτει σε λιγο απ την πεινα νωριτερα απο το κυριο θεμα