Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Με τον Τέλη του Βυζιώτη.


(Γράφει ο Παλιοπυργήσιος)
Ναι, δε λέω, δεν το αρνιέμαι, μου το λες κι εσύ, μου το έχουν ειπεί κι άλλοι, το κατανοώ και μόνος μου, ότι με διακατέχει κάποιο σύνδρομο επιστροφής στο παρελθόν. Ότι συχνά παίρνω το πισάχναρο, προχωράω-προχωράω και φθάνω σε καιρούς και τόπους, σε πρόσωπα και περιστατικά εκείνης της εποχής. Της εποχής εκείνης, τότε που ο κόσμος είχε πλεόνασμα ανέχειας και οι άνθρωποι είχαν μπουχτίσει από δυστυχία και βάσανα, βάσανα πολλά και πολλών ειδών, τόσα… που ακόμα και η Ε.Σ.Υ θα δυσκολευόταν να καταμετρήσει, να τα καταγράψει και να τα ταξινομήσει.
Ναι, να ξέρεις όμως ότι δε φταίω μόνο εγώ. Πιο πολύ φταίει ο νους μου. Ξέρεις τι σου είναι ο νους του ανθρώπου; Δεν πάει εκεί που του λες εσύ, σε παίρνει μαζί του με το έτσι θέλω και σε πάει όπου θέλει αυτός. Αυτό παθαίνω κι εγώ με το νου μου.
 Κι όταν τον αγριεύω, αυτός καπριτσιώνεται πιο πολύ, τρέχει ολοταχώς προς τα πίσω και δεν έχει σταματημό σαν το αφηνιασμένο άλογο. Κάποια στιγμή ηρεμεί και επιστρέφει βαρυφορτωμένος με μια θημωνιά θύμισες. Σωρό θύμισες, που σπρώχνονται να μπούνε στη σειρά, θέλουν να πιάσουν καλή θέση, γιατί όλες ανυπομονούν να «βγουν στον αέρα» όσο γίνεται πιο γρήγορα και έτσι γίνεται ένας χαμός, μια αλαπαμπούρα. Βλέπεις, η τεχνολογία με την εξέλιξή της έχει βρει μηχανισμό για σειρά προτεραιότητας στις τράπεζες, στα Super Market και αλλού, εδώ στις θύμισες σταυρώνει τα χέρια της. Ποια από αυτές να πάρεις και ποια ν’ αφήσεις, ποιας το χατήρι να κάνεις και ποιας να το χαλάσεις. Έτσι λοιπόν, κάπως αυθαίρετα, καταπιάνομαι με κάποια από αυτές, εκμεταλλεύομαι όμως κάποια συγκυριακή αφορμή για να δικαιολογήσω τον εαυτό μου για την αυθαιρεσία του.
Να, όπως καληώρα, αυτό που μου θύμισε η προηγούμενη φράση «αφηνιασμένο άλογο».
Πάνε κάμποσα χρόνια, δεν ξέρω ακριβώς πότε, γινόταν στο χωριό μας γάμος. Είχε έρθει συμπεθεριό από κάποιο γειτονικό χωριό να πάρουν κάποια νύφη, τη λέω την αμαρτία μου, δε θυμάμαι ποια. Είχαν γίνει τα στέφανα στην εκκλησία και τώρα, να, όλος ο κόσμος, καλεσμένοι κι ακάλεστοι, (εδώ δεν παραξηγιόταν κανένας, ούτε υπήρχε φόβος για «μουτζούρωμα») παρακολουθούν τον καθιερωμένο χορό στην πλατεία. Η μουσική κουμπανία έτοιμη μπροστά στο σπίτι του Αγγελή του Χρηστιά. Στο χορό, αρχικά μετέχουν η νύφη, ο γαμπρός, ο κουμπάρος με την κουμπάρα, αν ήταν παντρεμένος, τα πεθερικά, τα κουνιάδια όλοι οι στενοί συγγενείς της νύφης και του γαμπρού. Μετά θα μπουν στο χορό και άλλοι, πιο μακρινοί, συγγενείς: Αρχίζουν τα όργανα:

«Ωραία που ’ναι η νύφη μας, ωραία τα προικιά της,
ωραία και η παρέα της, που κάθεται κοντά της.
……..………………………………………………
Ένα τραγούδι θα σας πω επάνω στο ρεβίθι,
χαρά στα μάτια του γαμπρού που διάλεξαν την νύφη».
Πολλοί συγγενείς της νύφης και του γαμπρού, πιστοί στα πατροπαράδοτα εθίματα, αραδαριά, ο ένας πίσω από τον άλλο, ασημώνουν τα όργανα, δείχνοντας έτσι την αγάπη τους στην νύφη που χορεύει πρώτη στο χορό και που την κρατάει, μασχαλιάρης, ο κουμπάρος. Στη συνέχεια μπροστά χορεύει ο γαμπρός.
 «Γαμπρέ, την νύφη ν’ αγαπάς, να μην την(ε) μαλώνεις,
σαν το κεράκι της Λαμπρής να την(ε) καμαρώνεις».
Άλλα ασημώματα εδώ στα όργανα, έκφραση αγάπης τώρα στο γαμπρό. Μετά, μπροστά χορεύει  ο κουμπάρος, δίνει παραγγελιά στα όργανα το τραγούδι που συμπαθεί πιο πολύ:
«Στη Ζήρια βγαίνει ένας καπνός, σαν τι καπνός να βγαίνει.
Μήπως η Ζήρια καίγεται, μήπως βλαχοκαλύβες;
………………………………………………………………….
Οι βλάχοι κάνουν μια χαρά, παντρεύουν την Αγγέλω».
Και ο χορός συνεχίζεται με άλλους πολλούς.
Πολύς κόσμος γύρω από το χορό. Παρακολουθούν «τα πάντα όλα». Σχολιάζουν την ομορφιά της νύφης, αν χόρεψε καλά και με χάρη, το καμάρι του γαμπρού και πόσο ταιριάζει με τη νύφη, το πόσο άξιος αναδείχτηκε ο κουμπάρος στο ρόλο του και άλλα πολλά.
Μόνο ο Τέλης ο Βυζιώτης δε συγκινιέται με τίποτα απ’ όλα αυτά. Έχει καρφώσει τα μάτια του σ’ ένα τσίλικο άλογο κάποιου από τους συμπεθέρους, έχει καταγοητευτεί από το ωραίο παράστημα, το καμάρι του, το ντεφαρίκι του, βλέπει τα χοντρολαίμια του και τη χανάκα του εκεί στη χαίτη του, που κυματίζει σαν τα κλωνάρια της κλαίουσας ιτιάς, το πολύχρωμο δαντελωτό κιλίμι στο σαμάρι του, το λιμπίζεται, τρέχουν τα σάλια του, πώς να ’ταν να το καβάλαγε, να το ’κανε μια βόλτα να ιδεί κατά πόσο ήταν γιοργαλίτικο. Και έτσι κουτουριάρης όπως ήταν πάει και ζητάει την άδεια από τον κάτοχό του. Αυτός, δεν ξέρω το γιατί και πώς, δε μπορώ να καταλάβω πού βασίστηκε, του το επιτρέπει. Εδώ να ιδείς τον Τέλη. Ενώ γενικά τον διέκρινε μια χαρακτηριστική οκνηρία σε μεγάλο βαθμό, εδώ, με άνεση και σβελτάδα, βρέθηκε στο «άψε σβήσε» απάνω στο άλογο και νάτος που σκαπέτησε στην «Πλεύρα». Διπότι, με τα τέσσερα, πέρασε τα βραχάκια του Ψηλού, ανηφόρησε στις «Γούρνες», στου Νικολάριου τ’ αλώνι, στην Ακροκαμπιά. Εδώ αποφάσισε να γυρίσει, κατηφόρα τώρα, άιντε κράτα τον τον τσίλη. Τώρα, συλλογίζομαι, τόσο καλός ιππέας ήταν ο Τέλης; Πώς δε σωριάστηκε πουθενά!! Τώρα είναι που το άλογο αφήνιασε και δεν κρατιέται με τίποτα. Τώρα που ο ιππέας είναι άγραφο χαρτί, άβουλο πράμα, πώς θα μπορέσει να κουμαντάρει τ’ άλογο;
Και έτσι φτάνει στην πλατεία το αφηνιασμένο άλογο, και μαζί με τον καβαλάρη, μπρουμουτίζει πάνω στο συγκεντρωμένο πλήθος, κόβει το χορό στη μέση και σταματάει πάνω στην κουμπανία. Ευτυχώς δεν προξενήθηκε κάποιος σοβαρός τραυματισμός. Θέλεις η Παναγία, προστάτης του χωριού μας, που «υπό τη σκέπη της» τελέστηκε πριν από λίγο το μυστήριο που γάμου, απομάκρυνε το κακό, θέλεις σύμπτωση ήταν, όπως θέλεις παρ’ το. Όλοι απορούσαν για το ανώδυνο αποτέλεσμα. Στα σχόλια που γίνονταν τις επόμενες μέρες, άκουσα ότι προξενήθηκε κάποιο ράγισμα στο βιολί του Γρηγόρη, πετάχτηκε ένα μικρό εξαρτηματάκι από το κλαρίνο του Ντρούλια, κάπου έπεσε και χάθηκε το φτερό με το οποίο έπαιζε το λαβούτο του ο Μακρής, είχε όμως άλλο για ρεζέρβα, μικροαπώλειες, που δεν εμπόδισαν το γλέντι, συνεχίστηκε για λίγο, όχι όμως με την ίδια όρεξη.
Τώρα καλό θα ήταν να ξέρουμε ποια ήταν τα νιογάμπρια, αλλά έτσι κι αλλιώς, ας τους ευχηθούμε, έστω και τώρα, σ’ αυτούς και πιο πολύ στους απογόνους τους, όλες οι δύσκολες περιπτώσεις που αναπόφευχτα τους παρουσιάζονται στη ζωή τους να έχουν το ίδιο αίσια έκβαση.
Τώρα μια και θυμηθήκαμε το περιστατικό με τον Τέλη μπορούμε ν’ αντισταθούμε στον πειρασμό και να μην αναφέρουμε και κάποιο άλλο που έχει σχέση με τον ίδιο. Εσύ τι θα ’κανες; Εγώ δεν μπορώ. Θα το γράψω.
Ήτανε πάλι κάμποσα χρόνια. Και τώρα δε θυμάμαι το πότε ακριβώς ήταν. Αλλά νομίζω ότι δεν χρειάζεται να ξέρουμε την ακριβή χρονολογία. Ήταν πάντως καλοκαίρι. Πολύς κόσμος και τότε στην πλατεία του χωριού. Μεταξύ των άλλων και ο Τέλης ο Βυζιώτης. Ασφαλώς θα ήταν μερικά χρόνια μετά το περιστατικό του αφηνιασμένου αλόγου, γιατί τον θυμάμαι είχε χάσει τη ζωηράδα του, όση τέλος πάντων είχε, καθόταν σ’ ένα παγκάκι στην πλατεία, αργόσχολος και όλο μονολογούσε. Ποιος να ξέρει τι έλεγε και τι τον απασχολούσε. Πάντως αντιμετώπιζε προβλήματα ανέχειας. Στο χωριό ήταν τότε και ο αείμνηστος Θεόδωρος Αργ. Γιαννόπουλος, ο Θόδωρος τ’ Αργυράκη. Καθόταν πιο πέρα από το παγκάκι του Τέλη, με άλλους πεντέξι και με ικανοποίηση άκουγε τους πατριώτες του να του διηγούνται διάφορες ιστορίες από τη ζωή του χωριού. Σε μια στιγμή ξεκόβει από τους άλλους και με διακριτικό τρόπο πλησιάζει τον Τέλη και του δίνει ένα πενηντάρικο (πενήντα δραχμές) λέγοντάς του: «Μην το χαλάσεις όλο για τσιγάρα, πάρε και κανα φελί μπακαλιάρο». Το πήρε ο Τέλης και μ’ εκείνο το χασκαριστό χαμόγελο χώνεται μέσα στην Τούλα.
Πέρασαν δεν πέρασαν δυο-τρεις μέρες, το ίδιο σκηνικό στην πλατεία. Ο Τέλης τώρα, θέλεις καλόμαθε, θέλεις κακόμαθε, όπως θέλεις πες το, πλησιάζει το Θόδωρο και με μουρμουρητό και μόνο του εκφράζει την απαίτησή του. Κι ο Θόδωρος του λέει: «Για στάσου, ρε Τέλη, προχτές δε σου ’δωσα; Πότε τα χάλασες κιόλας; Εγώ παίρνω τη σύνταξή μου και πάλι τα «μετράω»» (με την έννοια, πότε, πώς, πού και πόσα θα δαπανήσω). Ποια ήταν η απάντηση του Τέλη; Άκου την: Σκάει ένα χασκαριστό γέλιο μέσα από το οποίο βγαίνουν με δυσκολία οι λέξεις. «Εσύ έχεις και τα μετράς, εγώ τι να μετρήσω». Και σιάζει πέρα για το παγκάκι του με το ίδιο χασκαριστό χαμόγελο. Ο Θόδωρος και οι άλλοι στην παρέα του, πεντέξι συνομήλικοί του, ξεκαρδίστηκαν στα γέλια και ασφαλώς, εκεί που βρίσκονται, θα γελάνε ακόμα, όταν το θυμούνται.

Θος σχωρέστ’ τους όλους._

4 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Συγκίνηση !!!

Ανώνυμος είπε...

Φτωχότερος κι απο την φτώχεια
Ενα μεγάλο μπράβο στον παλιοπυργήσιο γι αυτή την αναφορά στον Τέλη

Ανώνυμος είπε...

Απερίγραπτη περιγραφή!!!!

Ανώνυμος είπε...

"Πιο πολύ φταίει ο νους μου. Ξέρεις τι σου είναι ο νους του ανθρώπου; Δεν πάει εκεί που του λες εσύ, σε παίρνει μαζί του με το έτσι θέλω και σε πάει όπου θέλει αυτός."
Αυτη η φραση θελει πολυ αναλυση !!