Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

Ο Τ ο ύ ρ κ ο ς 1913 – 1992

(Ο Μπαρμπαγιώργης του Σταμίρη) 2ο μ έ ρ ος                                                   Συνέχεια απο το προηγούμενο
                                                                              Του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου
Ένα απόγευμα ήταν στο μαγαζάκι του μόνος.  Διπλοφτερνίστηκε κι ας ήταν Αλωνάρης. Σφούγγισε την μύτη του και ύστερα έφτιαξε καφέ και έπινε. 
Από το γειτονικό σπίτι του Τέλαρου  ξανάφανε ο Κίμωνας.
__Για πού  το βαλες ρε ζούδι,  τέτοια ώρα;  Τον ρώτησε.
__Σε σένα έρχομαι μπάρμπα, απάντησε εκείνος.
 Έκατσε στο τραπέζι  που έπινε καφέ και ζήτησε μια κούπα κρασί.  Ο Τούρκος τον κοίταξε με απορία. Το μαγαζάκι του σχεδόν δεν το ήξερε ο Κίμωνας και ήρθε  σήμερα να πιεί κρασί! Περίεργο!
__Κάτι θέλεις από μένα κερατάκο. Πες μου τί θέλεις;
__Δεν είναι και τίποτα σπουδαίο! Μιας και το λοστάρι σου είναι στοιχερός στο αλώνι  στο Καταράχι του Αντρέα, να το αφήσεις να βάλω κι εγώ τα μουλάρια να αλωνίσω.
Δεν του πήγαινε η καρδιά να του ειπεί όχι, όπως δεν είπε όχι και στον Μαγγογιώργη, που κείνος, τουλάχιστον,  ήταν πιο συχνός πελάτης του μαγαζιού και του άφησε  το λοστάρι να αλωνίσει.
__Να περνάς από το  μαγαζάκι, να σε βλέπω και το λοστό, σαν τελειώσεις  το αλώνισμα, να το φέρεις εδώ, πρόσταξε.
__Έτσι κι αλλιώς θα έρθω  να πάρω τριχιά, γιατί φαγώθηκε  η παλιά  και θα φέρω και το λοστάρι. Είπε εκείνος.
Ηπιε το κρασί, άφησε τον οβολό του  και έφυγε , με τον Τούρκο χαρούμενο που, έστω πρόσκαιρα, απόκτησε έναν καινούριο πελάτη.
Ωστόσο το μυαλό του  μπαρμπα Γιώργη ζαλόδερνε μέρα νύχτα. Οι καιροί ήσαν δύσκολοι  και συλλογιότανε  πώς να εξασφαλίσει το ψωμί των πέντε παιδιών του!  Ήταν όμως υπομονετικός, ακούραστος, εφευρετικός και πολυτεχνίτης!
Στον σκληρό αγώνα επιβίωσης μεγάλο στήριγμα βρήκε στην αμπελοκαλλιέργεια.


  Το αμπέλι του στις Φυτιές, από την πολλή περιποίηση,  ήταν συνήθως κάθε χρόνο  γεμάτο  σταφύλια:  μοσχοφίλερο, περιστέρα , αλεπού, παραχωρίτη… Τρείς μέρες   πάταγε τα σταφύλια στο λινό και τα κουβάλαγε με μουστιές στο χωριό.  Το μαγαζάκι δεν έμενε ποτέ από κρασί.  Στο μεγάλο βαγένι του υπόγειου έβαφε κατακόκκινο το κρασί με τα τσίπουρα και το έκανε σαν το αίμα του Χριστού. Στο δεύτερο και το τρίτο, που ήταν και μικρότερα,  το έκανε πιο ελαφρύ, όπως έλεγε.

Κείνη την χρονιά περίσσεψε μούστος  και δεν είχε τί να τον κάνει!  Έβρασε τρία λεβέτια  μούστο και έβγαλε πολύ πετιμέζι .  Έριξε αρκετό απ΄ αυτόν  μέσα  στο κρασί κι έγινε πολύ  γευστικό και γλυκόπιοτο. 
__Θα σας κάνω γω, να παραμιλάτε με το κρασί μου! Μονολογούσε.
Σαν τέλειωσε όλη κείνη η διαδικασία με το βράσιμο και το άρμεγμα του κρασιού, άνοιξε το βαγένι  και  φώναξε τον παπά –Πάνο.
__Έλα παπάκο, να δοκιμάσεις το κρασί.
Κι εκείνος, που δεν του χάλαγε χατίρι, έπιασε με την χούφτα του την κούπα με το κόκκινο κρασί και απολαυστικά  το  ρούφαγε λίγο λίγο.
__Μπράβο Τούρκο! του είπε. Μπράβο! Μόσκος είναι το βλοημένο. Να στέλνεις κανένα μπουκάλι να μεταλαβαίνω τον κόσμο.
 Ο Τούρκος χαμογελούσε φχαριστημένος  και κάρφωσε τα βαθουλωμένα μάτια του πάνω  στον παπά.
__Είναι καλό Τούρκο! Πίνεις κρασί και αίμα γίνεται, ξαναπαίνεψε ο παπάς το κρασί του. Το φετινό είναι καλύτερο από πέρσι. Καλόπιοτο και καλά κέρδη.  
__Φχαριστώ παπά. Να έρχεσαι να σε κερνά, αν και συ φτιάνεις καλύτερο κρασί από μένα.
__Δεν σε φτάνει κανένας Τούρκο, εσένα!
Κουτσόπιαν λίγο ακόμη στο τραπεζάκι, που ήταν κοντά στην μάντρα του κήπου. Αφού έδωσε πρόσθετες ευχές και παινέματα ο παπάς για το κρασί και τον ίδιον, έφυγε.
Έκοψε η νύχτα, πελάτες δεν είχε το μαγαζί και ο μπαρμπα Γιώργης ανέβηκε στο σπίτι του, με την ελπίδα ότι το καλό κρασί θα βοηθήσει τα οικονομικά του.
Ξαφνικά του ήρθαν κακές σκέψεις και μονολογούσε μπροστά στην γυναίκα του, την Τριαντάφυλλη.
__Ξεσκισμένη κοινωνία! Άτιμο εμπόριο, παλιοδουλειά του κερατά. Γίνεσαι θεατρίνος και ψεύτης  για να πάρεις τα βερεσέδια, που σου χρωστάνε.  Και να ‘χεις και την γυναίκα σου, να χώνει την μύτη της, εκεί που δεν πρέπει.
__Άστην  γυναίκα Γιώργη, απάντησε εκείνη. Σε δέκα πέντε  ημέρες θα σφάξει ένα κατσίκι και θα τα πάρεις. Στο είπε, δεν έχει λεφτά τώρα να πληρώσει. Από τον τοίχο να τα κόψει;
__Τούτες τις μέρες έχω κι εγώ ταμιακή δυσχέρεια.  Ο Ανθούλης και ο Λώλος στα Λαγκάδια δεν μου δίνουν βερεσέ. Εγώ τί να κάνω; Μου το είπαν καθαρά, έχει αυξηθεί το χρέος, τρία ψώροχιλιάρικα θέλουν, να με ξαναπιστώσουν.

Κείνη την περίοδο, που χρειαζόταν ο Τούρκος λεφτά, ήταν πολλοί που δυσκολεύονταν  να πληρώσουν έναντι της οφειλής τους. Δεν φτάνει αυτό ,που δεν πλέρωναν, δεν ζύγωναν ούτε στο μαγαζί του, για να μην τους ζητάει τα δανεικά. Όταν είχαν  μετρητά πήγαιναν στα άλλα μαγαζιά.
__ Ούτε ένας δεν ήρθε σήμερα προς τα δω, μονολογούσε.
Ρε! τί ξεσκισμένη κοινωνία είναι τούτη!  Θα σας συγυρίσω εγώ, έλεγε, και άνοιξε το δεφτέρι με τα βερεσέδια.  Διάβαζε προσεκτικά το ιστορικό των συναλλαγών:
Βασιλοπούλου Μάρθα: Ελογαριαστήκαμε στις 14/7/70 και ευρέθη ο λογ/σμός 1066 δρχ. Έλαβα 506  δραχμές, υπόλοιπο να μου θέλει 560 δρχ. 
__Τρείς μήνες τώρα η ξεκ…… δεν έκανε δώθε να μου δώκει πέντε δραχμές, που χρειάζομαι.
Παναγόπουλος Πάνος:  Το παιδί του, ο Γιώργος, πήρε ένα τετράδιο με σπιράλ και μου έδωκε 2,5 δρχ. Και η κόρη του η Μαρία πήρε ένα σακί αλεύρι και δυο πυτιές.
Στην απέναντι σελίδα του δεφτεριού ήταν η Ηλιοπούλου Δάφνη. Διάβαζε:
Στις 18/10/70 αγόρασε  μία κουβαρίστρα, μισό κιλό  μακαρόνια και δέκα πέντε κιλά ασβέστη. Στις 22/10 ημέρα Παρασκευή  αγόρασε πέντε πιάτα κεραμικής για γάμο.
Είχε κι άλλες ημερομηνίες  με τα βερεσέδια της. Δύο κιλά στρίμμα και ένα μπουκάλι σφραγισμένο ποτό. Υπόλοιπο από αλεύρι 180 δρχ. Αγορά πετρελαίου, μια κουλούρα σύρμα, ένα ζευγάρι κάλτσες καλές…..
__Τώρα η πεδουκλωμένη περνάει μακριά από το μαγαζάκι κουνιστή, λυγιστή. Στο γάμο ήθελε να πάει το δώρο της, τώρα όταν έχει μετρητά, πάει στους άλλους….
__Θα σε στολίσω εγώ, σαν έρθεις από δω.
 Ο λογαριασμός είχε να κινηθεί μήνες. Τρείς φορές της παρήγγειλε  να του δώσει κάτι για το χρέος, μα αυτή αγρόν ηγόραζε.
Μια μέρα σαν την είδε, που γύριζε από την βρύση ζαλιά το βαρέλι, την κατσάδιασε. Ένα περίδρομο λεφτά μου χρωστάς, της είπε.
__Δεν θα τα χάσεις μπάρμπα. Θα τα πάρεις!
__Δεν έχεις μια στάλα φιλότιμο, κακομοίρα μου! Ας ερχόσουν από δω, ρε παιδάκι μου , έστω μια καλημέρα να ειπείς!
__Θα σε εξοφλήσω μπάρμπα ,του είπε εκείνη ντροπιασμένη. Κάνε λίγο υπομονή.
Εκείνη την στιγμή έμπαινε στο μαγαζί η παπαδοπούλα και βάλθηκε να κοιτάζει τα ράφια.  Ο Τούρκος, άφησε την Δάφνη  να φύγει στενοχωρημένη, και ήρθε κοντά της.
__Μπάρμπα ,μπογιές θέλω.  Έχεις το  βαθύ κόκκινο χρώμα;
__Τώρα, που δεν βρήκες αλλού αυτό το χρώμα, ήρθες σε μένα!  Της απάντησε πεισμωμένος. Τα κουτιά της ΧΡΩΠΕΙ είναι γεμάτα ότι χρώμα θέλεις!
__Μαξιλαροθήκες και πανωσέντονα που έλεγες να φέρεις , έφερες;
__Μελλοντικά, ώσπου να αποφασίσεις να παντρευτείς θα φέρω,  της απάντησε στην κοροϊδία της .  Δεν τέλειωσε καλά την κουβέντα με την παπαδοκόρη, μπήκε ο παπάς μέσα.
__Εδώ να έρχεσαι να ψωνίζεις, της είπε. Να βοηθήκουμε την φτώχεια, τον Τούρκο.
__Όλο από το μαγαζί μου ψωνίζετε παπά! Δεν έχω που να βάλω τα λεφτά! Ειρωνεύτηκε εκείνος.
__Μην παραπονιέσαι Τούρκο, από ολούθε πρέπει να ψωνίζουμε.
 Μεθαύριο θα έρθεις στο πανηγύρι;
__Τί να κάνω παπά. Κάθε χρόνο έρχομαι. Γίνεται πανηγύρι χωρίς εμένα; Δύσκολη η παλιοζωή. Να βγάλουμε καμιά δεκάρα.
__Έχεις διαμάντι κρασί,  όπου και να πάς, κάνεις δουλίτσα.

Ο Τούρκος πήγαινε σε όλα τα πανηγύρια. Φόρτωνε το μουλάρι με δυο τραμουντζάνες κρασί, τσαπέλες σύκα, δυο κάσες λουκούμια και καραμέλες και έστηνε τον πάγκο του.  Σε όλα τα εξωκκλήσια πήγαινε, σε δικά και ξένα. Στον Αι Γιώργη, στον Αγιοθόδωρο, στην Παναγιά την Καβουλιώτισσα ,Στην Αγία Βαρβάρα της Κερπινής ,στην Μαυρομαντιλού  και ολούθε. Σκυλί στην δουλειά! Του έβγαινε η πίστη ανάποδα.  Ξεροστάλιαζε και ήταν στο πόδι από τα ξημερώματα.  Σαν τέλειωνε η εκκλησία και άναβε για τα καλά το τραγούδι και ο χορός , ξόδευε το κατακόκκινο κρασί του και την άλλη πραμάτεια του. Έβγαινε καλά το μεροκάματο.
Φύσαγε τότε ο τόπος από γέρους, ζευγολάτες, τσοπαναραίους, ξενομερίτες, διψασμένους για πανηγύρια ,για παρέα, για γλέντι, για κρασί.
__Ελάτε, τους φώναζε. Ήταν σχεδόν όλοι γνωστοί του. Πιέτε λίγο κρασί να στυλωθεί η καρδιά σας.
Κι εκείνοι, σαν δοκίμαζαν, ζήταγαν να τους βάλει έναν «κόμπο» ακόμη και ο κόμπος γινόταν δύο και τρείς. Τότε ο Τούρκος τους γιόμιζε τα ποτήρια.
Εκείνοι ζήταγαν κι άλλο κρασί…, κι άλλο…., κέρναγαν και το χορό, μέχρι που  στράγγιζαν οι  τραμουντζάνες  και δεν έβγαζαν στάλα! Στα πανηγύρια έκανε καλή δουλειά, το κέρδος ήταν μεγάλο.   Αμ! Στο χωριό,  όταν γινόταν γάμος και στηνόταν ο χορός μετά τα στέφανα, στην Παναγιά, είχε το πλεονέκτημα. Το μαγαζάκι του ήταν κοντύτερα από τα άλλα και ο δίσκος με τα ποτήρια το κρασί πήγαινε κι ερχόταν, να κεραστεί ο χορός και να χιλιοκεραστεί  η  νύφη και ο γαμπρός.
Έζησε,  τέλος πάντων,και ευχάριστες  ημέρες σαν μαγαζάτορας ο μπαρμπα Γιώργης, με ικανοποιητικά κέρδη.

Τούρκος : ίσον  μια ιστορία ολόκληρη. Ένας ολόκληρος κόσμος! Εξέφραζε ελεύθερα και ανεπηρέαστα  τις απόψεις του, αφηγείτο ωραίες ιστορίες, είχε ελευθεροστομία, έλεγε τις βλαστήμιες του, τις βωμολοχίες του, τις Παναγίτσες του. Είχε ένα δικό του αξιοκρατικό σύστημα και για να αποσπάσει  άνθρωπος ευνοϊκές κρίσεις από τον Τούρκο, έπρεπε να περάσει από πολλά τελώνια και προ πάντων να είναι τακτικός πελάτης στο μαγαζάκι του
Ψηλός, σφιχτοδεμένος, ατσαλένιος, πρόσχαρος , χαρούμενος, άγριος , πανέξυπνος, εργατικός και καλός οικογενειάρχης.  Ήταν όλος ένα περίπλοκο μείγμα ιδιοτήτων με το όνομα ,για τους μεγάλους : «Ο Τούρκος» και για τους μικρούς: «Ο Μπαρμπα Γιώρης ο Τούρκος»!
Πολλά έλεγε και πολλά έκανε.
Δούλευε στα χωράφια του, βγάζοντας με το λοστό και τα γερά μπράτσα του πέτρες. Ύστερα με την δύναμη της βαριάς κομμάτιαζε βράχους και με τον πετροκασμά άνοιγε βαθιά αυλάκια και αναγόμιζε τη γη,να γίνει πιο εύφορη. Έβγαζε τις παλιόπετρες και στους γκρεμούς έφτιαχνε μάντρες για να στεριώσει το χώμα,  να σπείρει και να φυτρώσει το στάρι.
Καταπιανόταν με όλες τις δουλειές , ήταν προοδευτικός  και ξύπνιος.
__ Ο άνθρωπος είναι θηρίο, έλεγε, και πετυχαίνει εκείνο που θέλει.  Φτάνει να το βάλει στο μυαλό του.
 Και ο Τούρκος έβαλε στο μυαλό του να φτιάξει περιβόλι ποτιστικό και το έφτιαξε.
__Τι δέρνεσαι εφτού Τούρκο;  Του φώναζαν και τον κορόιδευαν οι συγχωριανοί του, στο Κάτου Νερό, στο χωράφι του, σαν τον έβλεπαν με έναν κασμά και μια βαριά να σπάει πέτρες.  Και κείνος το είπε, και   έκανε το χτήμα του ποτιστικό. Έφτιαξε αυλάκι, τρύπησε ένα βράχο με παραμίνα και ,με την εργατικότητά του ,μέσα σε κάποιους  μήνες φύτεψε περιβόλι, αποκομίζοντας το θαυμασμό των πατριωτών.
 

  Άλλη φορά έβαλε στόχο να φτιάξει  δικό του αλώνι. Ένα από τα τελευταία  του χωριού, κοντά στον Άγιο Θανάση. Πάλεψε μήνες με τον κασμά και το λοστό κι αποκοντά με την βαριά για  να το φτιάξει.
Λίγες μέρες έμεναν. Ήταν στο τελείωμα. Κείνη την ημέρα , μια από τις τελευταίες, κουράστηκε πολύ. Σταμάτησε λίγο να ξανασάνει. Κάθισε πάνω σε μια πέτρα. Ξεσκέπασε  τα δυο μπουκάλια με το νερό και το κρασί. Πήρε την πεντακοσάρα, την έβαλε στο στόμα και ήπιε λίγο κρασί, να τον στυλώσει.
Έτριψε με το αριστερό χέρι το πρόσωπό του, ανοιγόκλεισε τα μάτια του να φύγουν οι σκόνες, για να βλέπει καλύτερα. Το μάτι του έπεσε στα στραβοπατημένα και τρύπια παπούτσια του. Άρχισε να παρατηρεί το σώμα του,  τα χέρια του, τα πόδια του, τα ρούχα του. Το παντελόνι του δεν πήγαινε πίσω. Στα γόνατά του σκισμένο όπως ήταν, φαινόταν το δέρμα του και το πουκάμισο στις αμασχάλες ήταν ξηλωμένο και μύριζε ιδρώτα.
__Με κόπους  και βάσανα γίνονται τα καλά! Μονολογούσε! 
Το είχε μάθει στο Σχολαρχείο και τώρα του ήρθε στο μυαλό του και δεν τον στενοχωρούσε τίποτε.

Ώρα να γυρίσω στο χωριό, σκέφθηκε, να πάρω δυνάμεις .  Όσοι είδαν το κουρασμένο  περπάτημά του, την μεταμορφωμένη φορεσιά του και τα τσουτσουρωμένα μαλλιά του, σίγουρα τον καμάρωναν και  τον ζήλευαν  για την αντοχή και την επιμονή του. Γνώριζαν  τη μοναξιά του  και ότι όλες οι δουλειές του περνούσαν αποκλειστικά από τα δυο του χέρια και μόνο!
Ήρωα, μπαρμπα Γιώργη!!...

Πλησίαζε φθινόπωρο. Το αλώνι τελειωμένο.  Ανέβηκε  ένα απογευματάκι να το χαρεί . Γύρω στα βουνά αστραπές αυλάκωναν τον ουρανό. Σαν γύρισε βιαστικά στο σπίτι, φώναξε την κόρη του και της είπε να φέρει την γίδα που έβοσκε λίγο πιο μακριά. Ο καιρός είναι έτοιμος να βρέξει δυνατά.
__Πήγαινε να την φέρεις, ο καιρός είναι επίφοβος, θα βρέξει.
__Θα πάω πατέρα, Είπε εκείνη. Επανελήφθη δυο ίσως και τρεις φορές ακόμη η εντολή του.
Λίγο αργότερα ξέσπασε μεγάλη μπόρα. Βάρυναν τα σύννεφα και κάθισαν στην Άγια Παρασκευή, στην Κουκούλα, στα χωράφια και στο χωριό. Μαύρισε ο τόπος και ο ουρανός κατέβαζε αστραπές και βροντές. Οι σκεπές τραντάζονταν και οι άνθρωποι σκιάζονταν και έμπαιναν μέσα στα σπίτια φοβισμένοι.  Δαρτή βροχή έπεφτε για μια ώρα και το ρέμα του Μητρόγιαννη κατέβασε λασπόνερα. Ο Τούρκος έκανε αγώνα να τα  κρατήσει,   μακριά από το ισόγειο μαγαζάκι του. Τα μπουμπουνητά αβέρτα φοβέριζαν και ο αέρας έριξε όλα τα φύλα από τις μυγδαλιές του Τέλαρου. Καθώς πάλευε ο Τούρκος, να σώσει το βιός του, άκουσε την κόρη του δίπλα να λέει!
__Πού  να ‘ναι η γίδα πατέρα;
 Ένας σεισμός έγινε μέσα του! Την Παναγίτσα σου! Δεν πήγες να την φέρεις; Στο σπίτι στο είπα δέκα φορές.
Εκείνη, στην οργή του, δεν μίλαγε. Μόνο έσκυψε και έκανε την προσευχή της, να μην πάθει η γίδα τίποτε.
__Άστραψε, μπουμπούνισε, ξανά άστραψε, ξανά μπουμπούνισε,… απέ που είναι η γίδα πατέρα… Επανάλαβε αγριεμένος ο Τούρκος.  Οι βλαστήμιες κατέβαιναν σαν τα θολά νερά στο ρέμα του Μητρόγιαννη…
Έμεινε κι αυτό στο ενεργητικό του μπάρμπα Γιώργη του Τούρκου, όπως τον φωνάζαμε και με πολλά άλλα παρατσούκλια, που δεν γράψαμε εδώ.
Άστραψε μπουμπούνισε …….
Με την πολυσχιδή παρουσία του ο Τούρκος, παραμένει στην μνήμη μας,  μέσα κι έξω στο μαγαζάκι του, στο αλώνι του , στο χωριό μας ,  ένας άξιος, αξιομνημόνευτος και αξιαγάπητος  πατριώτης μας.

B GIRAKAS 11/10/2015




8 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

ποσες φορές του είχαμε κλέψει λάστιχο για να φτιάχνουμε σφεντόνες

Ανώνυμος είπε...

Όλα τα λασπόνερα απο αυτή την βροχή μπήκανε μες στο μαγαζί και του το κάνανε σαν το ρέμα Εκεί άρπαξε την καραμπίνα βγήκε έξω στρέφει την κάνη στον ουρανό και λέει :Γαμώ την παναγίτσα σου θεέ τι σούκανα και μου έκανες έτσι το μαγαζί?
Κατέβα παρακάτου ρε κερατά ,κατέβα παρακάτου να σε ντουφεκίσω

Ανώνυμος είπε...

Γραψε κατι για τον Τουρκο ρε γερολυκε ,εσυ θα ξερεις πολλα

Ανώνυμος είπε...


Διάβασα με προσοχή την περιγραφή του Βαγγέλη για τον πατριώτη μας, τον "Τούρκο". Νομίζω ότι μας έδωσε ένα τέλειο πορτραίτο του μπαρμπαγιώργη, στα πάνω και στα κάτω του, με σεβασμό στην προσωπικότητά του. Πολλοί τον γνωρίσαμε και τον συναναστραφήκαμε
κυρίως ως νέοι. Μόνο στιγμιότυπα μπορούμε να προσθέσουμε στο κείμενο.
Σαν το παρακάτω:
Στον πόλεμο του 40-45, θαρρώ, περνούσαν συχνά από τον ουρανό του χωριού μας πολλά αεροπλάνα εθρικά. Ο Τούρκος, στο άκουσμά τους, παράταγε τις ασχολίες του και έτρεχε μόνος του να κρυφτεί μέσα στην εκκλησία! Το δρομολόγιο μαγαζί- εκκλησία το έκανε πολλές φορές την ημέρα, προκαλώντας γέλια και πειράγματα από τους περιπατητές της πλατείας.
Μια περίεργη κίνηση που έχει μείνει ανερμήνευτη.

Ανώνυμος είπε...

πριν φτιασει την καλυβα,αργα το βραδυ,αφου γινοτανε καυγας με την τριαντω,εβανε την γαιδουρα,μεσα στο κατωι πισω απο το καφε,στα βαγενια. μα παντα καποιος του λεγε, ρε μπαρμπαγιωρη τη γαιδουρα με τους ανθρωπους!!!!γιατι ρε γαμηδι σου φαινεται οτι αξιζεις περσοτερα απο το ζο? και για να μη παραξηγηθει και χασει τον πελατη....συνεχιζε.....αιντε τωρα να παιξουμε μια.....εγω θα παρω συντροφο τουτον παλιοπαιδεα,να ιδω εμαθε τιποτα απο εχτε...gerolykos

Ανώνυμος είπε...

ανησυχος ανθρωπος ηθελε να ενημερωνεται πολιτικα...με ρωταγε μ ενδιαφερον πως βλεπω την πολιτικη κατασταση..αμα συμφωνουσαμε χαιροτανε..ηθελε να κερασει...μ αγαπουσε γιατι ημουν συνομηλικος και φιλος με τα μικρα του παιδια..προοδευτικος ηθελε να σπουδασουν ..καταφερε τα τρια μικροτερα κηνυγωντας το μαγαζι και το μεροκαματο..τον θυμαμαι να δινει τον αγωνα οπου υπηρχε ψωμι στα δασαρχεια και οπου αλλου τυχαινε...θυμαμαι εφτειαχνε τα περιφημα καλυβια του γερο Δυσσεα στ αμπελια ενω παντα κουβαλαγε στον ωμο ενα δεματι αμπελοφυλλα για την ιστορικη γιδα...αιωνια σου η μνημη μπαρμπα -Γιωργη....Mπραβο Βαγγελη που τον ζωντανεψες..αυτο ηταν το καλυτερο σου αφηγημα...kinginatos

Ανώνυμος είπε...

χαχαχα το καλυτερο γερολυκε !

Ανώνυμος είπε...


Σχετικά με το φόβο του για τα αεροπλάνα έχω ίδια οπτική αντίληψη:
Σύχναζα στην αγορά, όπως όλα τα παιδιά, και τον έβλεπα.
Με το άκουσμα του βόμβου ξεκινούσε βιαστικά από το μαγαζί του και, κοιτώντας φοβισμένα(ή δήθεν φοβισμένα)προς τον ουρανό, κλεινόταν στην έκκλησία. Δέν ξέρω πώς τα είχε κανονίσει με τον παπά. Μετά από ώρα έβγαινε ήρεμος και, χωρίς να δίνει σημασία στα περίγελα, γύριζε στη δουλεια του μέχρι την επόμενη φορά, που ήταν πολύ σύντομη.
Κάποια επιστράτευση προσπαθούσε να αποφύγει, έλεγαν.