Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

ΕΛΥΤΗΣ ο ερωτικός, ο ποιητής του Αιγαίου , της φύσης και του ονείρου .



Ο Οδυσσέας Ελύτης ήρθε να καταγράψει με τον ποιητικό λόγο του το αποκορύφωμα και το απόσταγμα ενός τιτάνιου ψυχικού, πνευματικού και ηθικού αγώνα.
Όταν ξεκίνησα σήμερα  να γράψω κάτι γι αυτόν  επειδή σαν σήμερα 2-11  το 1911 γεννήθηκε,    ένιωσα μεγάλη χαρά θα μοιραζόμουν την αγάπη μου για την ποίηση του ,  μαζί σας.  Η χαρά αυτή πηγάζει  από την πεποίθηση πως έτσι ισως καταφέρω να ενώσω  κοινούς τρόπους με τους οποίους αισθανόμαστε τον κόσμο! ‘
Πιστεύω βαθιά πως  όποιος νιώθει  παιδί,  καταλαβαίνει την ποίηση γενικά, ειδικά όμως την ποίηση του Ελύτη, πολύ καλύτερα από τους   …  “μεγάλους”.   Γιατί ¨οταν γινόμστε    “παιδιά”  στην ψυχή  μπορούμε να ξεφεύγουμε  εύκολα από τον κόσμο της πραγματικότητας με τη στενή έννοια. Όταν διαβάζουμε τα ποιήματα του γινόμαστε  πολεμιστές, νεράιδες, μελισσοπουλα  και βλέπουμε  μπροστά σας  βουνά, σπηλιές, θάλασσες. Εμείς οι μεγάλοι μπορούμε να νοιώσουμε αυτή την ελευθερία μόνο στον ύπνο, στα όνειρα.
Τότε μπορούμε να κάνουμε τέτοια ταξίδια και να ζούμε σε μαγικούς κόσμους. Όταν ονειρευόμαστε ή όταν διαβάζουμε ποίηση.  Αναφέρθηκα σε τρεις λέξεις, που πιστεύω πως μας βοηθούν να κάνουμε μια περιήγηση στην ποίηση του Ελύτη.

ΠΑΙΧΝΙΔΙ, ΟΝΕΙΡΟ, ΠΟΙΗΣΗ

Ας δούμε πως μπορεί να συνδέονται αυτές οι λέξεις.
Όταν άρχισε να γράφει ο Ελύτης, στην Ελλάδα οι ποιητές  ένιωθαν την ανάγκη να ξεφύγουν από τον συνηθισμένο τρόπο γραφής που τους έδινε την εντύπωση πως έγραφαν τα ίδια και τα ίδια πράγματα. Την ίδια εποχή στον υπόλοιπο κόσμο οι ποιητές είχαν δοκιμάσει νέους, επαναστατικούς τρόπους για να γράφουν τα ποιήματά τους. Πριν αρχίσουν να δημοσιεύονται τα ποιήματα του Ελύτη ένας άλλος ποιητής που πήρε και αυτός το Νόμπελ, είχε γράψει ποιήματα που ξάφνιασαν με την τολμηρή γραφή τους: ο Γιώργος Σεφέρης.
Ο Ελύτης γοητεύτηκε από ένα κίνημα που ήταν ελάχιστα γνωστό εκείνη την εποχή στην Ελλάδα, τονυπερρεαλισμό ή τον σουρεαλισμό, όπως  συχνά τον ακούμε.

Ο Ελύτης λάτρεψε τον υπερρεαλισμό. Λάτρεψε την ελευθερία που δίνει στον ποιητή να χειριστεί την γλώσσα όπως αυτός θέλει και να αποκαλύψει ένα μυστικό κόσμο που δε βασίζεται στην περιγραφή της πραγματικότητας, αλλά σε ένα εσωτερικό κόσμο που όλοι κλείνουμε μέσα μας. Ακούω συχνά κάποιους που όταν διαβάζουν ένα ποίημα λένε «δεν καταλαβαίνω.» Μα η ποίηση δεν χρησιμοποιεί την γλώσσα για να μας κάνει να καταλάβουμε,   αλλά για να αισθανθούμε. Ας διαβάσουμε ένα στίχο του Ελύτη.

«΄Ετσι συχνά όταν μιλώ για τον ήλιο μπερδεύεται στη γλώσσα μου  ένα μεγάλο τριαντάφυλλο κατακόκκινο. Αλλά δεν μου είναι βολετό να σωπάσω.»

Τώρα σας παρακαλώ, πέστε μου αν φαντάζεστε ένα  καθηγητή της αστροφυσικής ή της αστρονομίας να μιλάει έτσι!  Ο ποιητής όμως δεν περιγράφει, ούτε μελετάει τον ήλιο αλλά τον αισθάνεται. Και οι αισθήσεις του, τα αισθήματά του, ό,τι γεννιέται από τον ήλιο τον κάνουν να δυσκολεύεται να μιλήσει γι αυτά. Και αυτή την δυσκολία, αυτό το πνίξιμο το εκφράζει με την εικόνα ενός κόκκινου τριαντάφυλλου. Κάτι πολύ όμορφου, κάτι που έχει το κόκκινο χρώμα του ήλιου, κάτι που συμβολικά μας δίνει τον ήλιο.

Η αποστολή όμως του ποιητή  είναι να μιλήσει και δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτό, «δεν μου είναι βολετό να σωπάσω» λέει, και συνεχίζει να παλεύει με τις λέξεις.

Ας δούμε έναν άλλο στίχο του Ελύτη.

                    «Κάτω στης μαργαρίτας το αλωνάκι Στήσαν τρελό χορό τα μελισσόπουλα.» 

Εδώ έχουμε μια εικόνα που όλοι μας ξέρουμε. Μέλισσες που στριφογυρίζουν πάνω από ένα λουλούδι. Μια εικόνα κοινή σε όσους έχουν γνωρίσει το μεσογειακό τοπίο. Έχουμε όμως μια σειρά από «μεταφορές» μια λειτουργία πάνω στη γλώσσα που είναι η ουσία της ποίησης. Το κεντρικό μέρος του λουλουδιού που είναι κίτρινο και στρογγυλό ο ποιητής το λέει αλωνάκι κι έτσι «μεταφέρει» την εικόνα του  λουλουδιού σε έναν άλλο χώρο, προετοιμάζοντας  την επόμενη εικόνα που είναι τα μελισσόπουλα που στήνουν χορό. Και εδώ έχουν γίνει  μια σειρά από «αλλοιώσεις». Τα μελισσόπουλα προσωποποιούνται αφού οι άνθρωποι είναι αυτοί που στήνουν  χορό . Επιλέγοντας τη λέξη μελισσόπουλα αντί μέλισσες μας θυμίζει το παιδικό τραγούδι «περνά, περνά η μέλισσα, με τα μελισσόπουλα και με τα παιδόπουλα.»  Έτσι μια εικόνα που όλοι μας έχουμε δει και που μπορεί να μας είναι αδιάφορη, γίνεται η αποκάλυψη μιας νέας  πραγματικότητας, μας δίνει ένα ξάφνιασμα και μια συγκίνηση, μας επιστρέφει στην παιδική αθωότητα και μας κάνει να νιώθουμε πως την βλέπουμε για πρώτη φορά.

Ο Ελύτης έγραψε ποιήματα γεμάτα φως, ήλιο, θάλασσα, χαρά της ζωής, την πρώτη περίοδο της ποίησης του. Δικαιολογημένα τον ονόμασαν «ποιητή του Αιγαίου». Μεσολάβησε όμως η εποχή του Β! Παγκοσμίου Πολέμου και ο Ελληνικός Εμφύλιος. Όπως οι περισσότεροι λογοτέχνες έτσι και ο Ελύτης επηρεάσθηκε από τη φρίκη αυτής της εποχής. Καινούργια θέματα μπήκαν στην ποίησή του: ο θάνατος του αθώου, η αδικία, η δοκιμασία της χώρας του, η ιστορία. Στην μεγάλη  του σύνθεση το «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» καταγράφει την μακριά ιστορική πορεία της χώρας μας αλλά και την δύναμη του λόγου του Ποιητή που μπορεί να παλέψει με το Κακό και να ξαναφέρει τη χαμένη ισορροπία.

Έγραψε πάρα πολλά ποιήματα και κατάφερε να αποτυπώσει στο έργο του αυτό που  δύσκολα λέγεται με λέξεις και που δεν έχουμε άλλο τρόπο να το εκφράσουμε  και να το γνωρίσουμε παρά μόνο μέσα  από τον ποιητικό  λόγο. Πολλά ποιήματα του μελοποιήθηκαν από μεγάλους μουσικούς, αλλά και ο ίδιος έγραψε  έργα με σκοπό να γίνουν τραγούδια όπως τα «Ρω του έρωτα», τον«Ήλιο τον Ηλιάτορα» και άλλα.
Οτι και να γραψει κανεις για τον αγαπημένο ποιητή ειναι λίγο, πολύ λίγο.

Για αυτό κι εγώ  λέω να μη σας ζαλίσω κι άλλο με αναλύσεις  αλλά απλά να σας παραθέσω μια μικρή επιλογή απο το έργο που μας χάρισε πλουτίζοντας τον ψυχικό και πνευματικό μας κόσμο και  να σας αφήσω να ταξιδέψετε με τους στίχους του και να νιώσετε παιδια.. να νιώσετε ερωτευμένοι, να ονειρευτείτε να νιώσετε ελευθεροι! .

Ι .    Από το  Το Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη

Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ’ αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά – κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μέσ’ από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε
Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
Πως λες ψιθυριστά το τι και το ε
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:



Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σένα και για μένα.


Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς

Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ’ ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς
Είμ’ εγώ, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, μ’ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ’ ακούς
Που μ’ αφήνεις, που πας και ποιος, μ’ ακούς

Σου κρατεί το χέρι πάνω απ’ τους κατακλυσμούς

Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα ‘ρθει μέρα, μ’ ακούς
Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ’ ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ’ ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει

Στα νερά ένα ένα, μ’ ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς

Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ’ ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς
Σ’ άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς 


Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ’ ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει -ακούς;
Είμ’ εγώ που φωνάζω κι είμ’ εγώ που κλαίω, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.



Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
Με σοφές παραμάνες και μ’ αντάρτες απόμαχους
Από τι να ‘ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου
Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να ‘ρθω
Που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό

Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ’ αψηλά της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι

Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ’ όλο το γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά
Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνιας και του διάφανου
Βυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό
Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο
Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
Με τ’ άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης

Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή
Που κανείς να μην έχει δει και ακούσει
Τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο
Για σένα ούτε η γερόντισσα μ’ όλα της τα βοτάνια

Για σένα μόνο εγώ, μπορεί και η μουσική
Που διώχνω μέσα μου αλλ’ αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.


Έχω δει πολλά και η γη μέσ’ απ’ το νου μου φαίνεται ωραιότερη
Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματα
Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά
της θάλασσας

Έτσι σ’ έχω κοιτάξει που μου αρκεί
Να ‘χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ ακολουθεί

Και να παίζει με τ’ άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!

Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πριν από την αγάπη και μαζί
Για τη ρολογιά και για το γκιούλ μπρισίμι
Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος, και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος, και ας είμ’ εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ’ ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς
τον Παράδεισο! 


Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα

Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ’ άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.


Σ” αγαπάω μ” ακούς;
Κλαίω, πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
κλαίω για τα χρόνια που έρχονται χωρίς εμάς
και τραγουδάω για τα αλλά που πέρασαν, εάν είναι αλήθεια.
Για τα «πίστεψέ με» και τα «μη.»
Μια στον αέρα μια στη μουσική,
εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδάω
κλαίω για το σώμα πού άγγιξα και είδα τον κόσμο.
Έτσι μιλώ για “σένα και για “μένα..
Επειδή σ” αγαπάω και στην αγάπη
ξέρω να μπαίνω σαν πανσέληνος
από παντού, για “σένα
μέσα στα σεντόνια, να μαδάω λουλούδια κι έχω τη δύναμη.
Αποκοιμισμένο, να φυσάω να σε πηγαίνω παντού,
σ” έχουν ακούσει τα κύματα πως χαϊδεύεις,
πως φιλάς, πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε.»
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά.
Πάντα εσύ τ” αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτάδι,
πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει.
Το κλειστό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού το ανοίγει εγώ.
Επειδή σ” αγαπάω και σ” αγαπάω.
Πάντα εσύ το νόμισμα και εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει
τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο.
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή που πια
δεν έχω τίποτε άλλο μες στους τέσσερις τοίχους,
το ταβάνι, το πάτωμα να φωνάζω από “σένα
και να με χτυπά η φωνή μου
να μυρίζω από “σένα και ν” αγριεύουν οι άνθρωποι.
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ” αλλού φερμένο
δεν τ” αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ακούς;
Είναι νωρίς ακόμη μέσα στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
να μιλώ για “σένα και για μένα.
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ” ακούς;
Είμ” εγώ, μ” ακούς; Σ” αγαπάω, μ” ακούς;
Πού μ” αφήνεις, που πας, μ” ακούς;
Θα “ρθει μέρα, μ” ακούς; για μας, μ” ακούς;
Πουθενά δεν πάω, μ” ακούς;
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ” ακούς;
το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και μ” ακούς;
Της αγάπης μια για πάντα το κόψαμε
και δεν γίνεται ν” ανθίσει αλλιώς, μ” ακούς;
Σ” άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ” ακούς;
δεν υπάρχει το χώμα δεν υπάρχει ο αέρας που αγγίξαμε,
ο ίδιος, μ” ακούς;
και κανείς δεν κατάφερε από τόσον χειμώνα
κι από τόσους βοριάδες, μ” ακούς;
Νά τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ” ακούς;
Μες στη μέση της θάλασσας
από το μόνο θέλημα της αγάπης, μ “ακούς.
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ” ακούς.
Άκου, ποιος μιλάει στα νερά και ποιος κλαίει, ακούς;
Είμαι εγώ που φωνάζω κι είμαι εγώ που κλαίω, μ” ακούς;
Σ” αγαπάω, σ’ αγαπάω, μ” ακούς;
Για “σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
και γιατί, λέει, να μέλει κοντά σου να “ρθω.
Που δεν θέλω αγάπη αλλά θέλω τον αέρα που αναπνέεις
και για “σένα κανείς δεν είχε ακούσει.
Μόνη να περιμένω που θα πρωτοφανείς
σαν από μια εικόνα καταστραμμένη.
Που κανείς να μην έχει δει για σένα για “σένα μόνο εγώ,
μπορεί, και η μουσική που διώχνω μέσα μου
αλλά αυτή γυρίζει δυνατότερη για “σένα,
όλα για “σένα, για “σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή.
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
έτσι σ” έχω κοιτάξει που μου αρκεί.
Να” χει ο χρόνος όλος αθωωθεί μες σε αυτά που το πέρασμα σου αφήνει.
Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί πριν από εσένα και μαζί σου.
Πήγαινε, και ας έχω εγώ χαθεί ένα κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μέσα μια φωνή κι έναν καθρέφτη να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ.
Να σε βλέπω μισό να περνάς από μπροστά μου
και μισή να κλαίω για αυτό που χάνω, σ” αγαπάω… Μ” ακούς;


Σ” αγαπώ, σ” αγαπώ, μ” ακούς.

1 σχόλιο :

κουκος είπε...

την ποιηση του ελυτη σημαδεψαν ο γαλλικος σουρεαλισμος το βυζαντινο μελος και τα βιωματα του