Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΙΑΣ ΘΕΙΤΣΑΣ

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ σήμερα, λαχτάρα μου! Ώστε Παρασκευή ειν΄ ακόμα; Αιώνας ολάκερος μου φάνηκε πια εδώ στην Αθήνα. Πέφτη και Πέφτη χθες οχτώ, Παρασκευή σήμερα εννιά – εμ καλά το λογαριάζω. Εννιά μόνο μερούλες Αθηνιώτισσα και μού ΄ρχεται να πα να δώκω έναν υπόδουλο στο μπαλκόνι! Πω πω, ζωή που κάνει ο κοσμάκης εδώ και δε το μολογάει...
«Ξενιτεμένο μου πουλί, έλαβα τη γραφή σου/ την έβαλα στον κόρφο μου κι είπα καρδιά ραγίσου».
Με ‘φαγε, παιδάκι μου, η τσιούπα με τα γράμματα και τις πιστολές : «έλα, μάνα, να μας δεις και σε δούμε - ούλοι πια  ΄ρχόνται στην Αθήνα σήμερα». Απέ τι να ΄κανα κι εγώ πλιά... Κάθε φορά κι ένα γράμμα, θυμήθηκα τον Πίκουλα τότε που ήταν στρατιώτης κι΄ έστελνε με τον ταχεδρόμο ΄΄κυρίαν Μηλίτσα Νταρζάνου΄΄ και ξανά  ΄΄ κυρίαν Μηλιτσα Νταρζάνου΄΄. Αριά και που άκουγες : ΄΄δεσποινίς ΄Αθανασία Ευσταθίου Μποσμή΄΄. Μου ΄φαγε το κεφάλι, με ντριβέλισε το παλιότσιουπο: «δεν πονάς μπίτι, ρε μάνα, συ;»  Εμ εγώ και η ψυχή μου το ξέρει ! Άμα δεν πονάει η μάνα , ποιος  πονάει τότε;  Ο  αρούκατος που κάνει πλαϊνά κλάνοντας ;
Και διάκα, τι να ΄κανα… Ήρθα Αθήνα θέλω να πω, που να μην ερχόμουνα, Χριστούλη μου.  Και που ήρθα τι; Εδωπανά με ξεφορτώσανε, έδωπανούλια κάθουμαι. Μοναχούλα και ξενούλα.  Μισεύω απ΄ τη γειτονιά και πάω σ΄ άλλον τόπο . Μήτε λαλιά, μήτε μιλιά. Μονάχα το καζάνι, κείνου του από πάνου κάνει καμιά βολά μπρρρ... και πετάγουμαι όρθια. Άει στο διάτανο λέω, πάλε τ΄ άντερά του βγάζει κείνος ο από πάνου! Σου ΄ρχεται μια αναγούλα πλια και παγαίνω στο μπαλκόνι μπας και δω κανένα βουναλάκι σιαπέρα και ξελεγράρω. Αλλά τι να δεις και τι να μολοήσεις ! Ψηλά βουνά και πράσινα και δέντρα φουντουμένα πάνου στις ταράτσες. Τελεόόόρασεεες...να δουν τα μάτια σου! Σαν τα κέρατα του ΄΄έξαποδώ΄΄ , Παναϊα μου!
Απέ δεν είναι και μπαλκόνι τούτο, παιδάκι μου, σου κόβεται η ανάσα όταν τηράς σιακάτου.  Είναι σαν να βρίσκεσαι  στο χείλι του γκρεμού, όπως γλες κάτου την Κάτω Λιάσκοβα  από το βράχο του Γληγορέα και σούρχεται σκοτούρα. Άσε πλια το χερότερο: βολές βολές μου ΄ρχεται να λαλήσω σαν  ΄΄τσοπανάκος΄΄ ! Α, στο διάτανο λέω, θα φρίξει ο  κόσμος με μένα  έτσι που γεράντησα. Και ματαμπαίνω μέσα, τι να κάνω;
Παγαίνω στη μια κάμαρα, παγαίνω στην άλλη, περνοδιαβαίνω κι από την κοζίνα κόρσεμ (μια χεσιά κοζινάκι) να κάνω καμιά δουλειά, αλλά τι δουλειά, ούλα λαμπίκο είναι δω. Να σου πω την μαύρη μου αλήθεια, καλύτερο δωμάτιο από κείνο που πάνε  «προς νερού τους» δεν υπάρχει. Κλειέμαι  καμιά φορά κει μέσα και μαζεύεται λιγούλι το μυαλό μου και σκέφτομαι. Μακάρι να ΄ταν ούλη η Αθήνα έτσι, τι να πω πια η μαύρη, το ΄χασα μπίτι και λέω μουρλαμάρες,  μουρλάθηκα ! 
Δεν παραπονιέμαι, παιδάκι μου, μη το παρεξηγείς. Αλλά να, πώς να το κάνουμε τώρα... Φυτρώνει καυκαλίδα στην αμμουδιά;   Και γίδα να φέρεις στο σπίτι άπ΄ το μπουλούκι, θα πλαντάξει στο βέλασμα - άλλο η μαρτίνα. Ξέρω, με χρειάζεται το τσιουπάκι , θα μου πεις, τουραγνισμένο είναι και τούτο: σπίτι-δουλειά, δουλειά-σπίτι κι έχει και τον Αρίστοφο από πάνου να λέει τα «να πούμε» του. Μακάρι να μπόραγα όμως. Ο Θεός, λέει, σ΄ έστειλε, ρε μάνα. Θα κάτσεις λίγο με τα παιδιά να πάω κι΄ γώ  λίγο στις έκφτώσεις. Λίγο το λέει τούτο! Χάαανεται όλημερίς στις έκφτώσεις. Τάχα μου κάτι κάνει. Κουβαλάει κάτι συμπράγκαλα  και τα στουμπώνει δώθε κείθε, να βρίσκονται λέει. Κόρσεμ τα πέτυχε φτηνά τούτη δω, λες και ο κύριος ΜΙΝΙΟνος είναι μουρλός και μόνο η δική μου δεχατέρα είναι σπίρτο αναμμένο. Αλλά αφού της αρέσει, άστην λέω, σάματι θα μ΄ έχει και ταχιά εδώ ; Αύτούνο να μου πεις.
-Ήρθα, μάνα, μου λέει έναν καιρό.
-Καλώς όρισες, τον βρήκες το δρόμο;
-Άστα, μάνα, ταλαιπωρία! Να σου ΄φερα κι ένα μπλουζάκι.
Στην κουβέντα πάνω, πάρτον και τον Αρίστοφο. «Με γειά, μητέρα, είναι απίθανες  να πούμε, αυτές οι μπλούζες». «Να ΄σαι καλά, Αρίστοφε, δεν ήταν ανάγκη τώρα να μπείτε σε έξοδα για μένα». Πιάνω κι εγώ  το μπλουζί στα χέρια μου, μέχρι ένα πούπουλο ήταν κι έκανε γκζ γκζ γκζ ... ανατριχιάστηκα η δόλια. Έτσι λες, λέω, να είναι τώρα στην Αθήνα οι μπλούζες; Και κει που πάω να τη βάλω πάνω μου... μαυρούούούλα τι ήταν τούτο!!  Μου ανασήγκωσε ούλια την κατσομαλίδα που είχα στο τομάρι μου, λες κι έκοβε κανα τσίγκο ο παλιόγερος με το παλιομάχαιρο. Αναμπουμπουλιάστηκα συμπούμπουλη.
-Τι μου φέρατε δω, παιδάκι μου, μαγνήτη;
-Χε χε χε… κάνει ο Αρίστοφος. Έχει πυρηνική ενέργεια, να πούμε.
-Από κείνη που ΄χει ο Κρούτσεφ, Άρίστοφε;
-Χε χε χε...γούστο έχεις, ρε μητέρα, να πούμε. Να μας έρχεσαι , σε θέλουν και τα παιδιά να πούμε.
Ουχίιιχ... ωχ ωχ και πάλε ωχ !  Αχ, παιδάκια μου, λέω μέσα μου,  τον λύκο τον βλέπουμε, τον ντορό γυρεύουμε.  Καλά να είμαστε και βλέπουμε για το ταχιό, πρώτα ο Θεός.  Και ΕΝ ΠΑΣH ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙ, αυτά για σήμερα .   
Σας φιλιώ, η θειά σας.




Δεν υπάρχουν σχόλια :