Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΙΑΣ ΘΕΙΤΣΑΣ


Όσα φέρνει ο καταός
 Πέφτη σήμερα...μπρε μπρε μπρε…πότε κιόλανες! Εμ βέβια, Τετράδη ήταν χθες, Πέφτη σήμερα, καλά το λέω. Περνάνε, παιδάκι μου, οι μέρες χωρίς να τις καταλαβαίνουμε, σαν το νεράκι που βιάζεται να πέσει στη θάλασσα να χαθεί. Ας είναι βλοημένο τ΄ όνομα του Θεού! Κατ’ έτσι-κατ΄ έτσι  την ψωμοφάγαμε και τούτη τη βδομάδα, και αφού ζιούμε, καλά είμαστε να λέμε. Γιατί από καλά-καλά άλλο τίποτα! Πλαντάξαμε στην υγεία γλέπεις και στο καλά.
Τι χειμώνας και τούτος φέτος! Να πάει και να μη ματαγυρίσει άλλη βολά που μας μούχλιασε τους δόλιους, μας χαντάκωσε. Καταχωνιαστήκαμε μέσα σαν τους ποντικούς τέσσερους ολάκαιρους μήνους, νισάφι πλια! Άνοιξαν οι ουρανοί : νερά, χιόνια, τσιάφια ,ούλα σε μας βρήκε να ρίξει ο Μεγαλοδύναμος, λες και δεν υπήρχε άλλος κόσμος ένα γύρω να τα μοιράσει. Άμα είναι για κάτι τέτοια, μας αγαπάει γλέπεις η Χάρη Του - Θέμου σγχώραμε την αμαρτωλή, ούτε ξέρω τι λέω πλια! Σαπίσαμε μπίτι, παιδάκι μου, άλλο είδος.
 Ούλα μου πλια με πονάνε: χέρια, πόδια, σωθικά, κόκκαλα, καύκαλο, ούλα . Απέ έχεις και το παιδάκι τον αγροτικό να σου λέει ΄΄ άστα γιαγιάκα δεν περνάνε αυτά  έτσι αμέσως ΄΄. Ναι, δεν περνάνε, γιατρούλη μου, αλλά άμα δεν γιαίνουνε κιόλας  να πάω στον τάδε κι ακόμα πέρα καλύτερα, τι τη θέλω τέτοια ζωή πλια. Γλυκιά είναι η μαγκούφα, δεν λέω, τουλάχιστο να μην κουρβουλιαστώ μπίτι η μαύρη τώρα  απάνου που πήρε και η γιάνοιξη. Το ξέρω υπάρχουν και χειρότερα ακόμα - από  γκιντέρια ο κόσμος, άλλο καλό, μα ο καθένας τον δικό του κώλο τηράει. Δηλαδή να ειπώ και την αλήθεια μου, πάλε καλά έν  σχέσει. Ναι, σωστά το είπα  «εν σχέσει» το λένε οι γραμματιζούμενοι εκεί στο περιοδικό.
Άσε πια τ΄ άλλο ψες βράδυ! Απάαανου κει που μούχρωνε, τηράω και βλέπω μπροστά μου στην αυλή την Τούλα την τελεφωνού. Μαυρούλα που ΄μουνα! Πρέπει τώρα να το γράψω στο περιοδικό και τούτο ; Πάει ξεβρακώθηκα μπίτι η δόλια, τίποτα δεν κρατάω πλια μέσα μου. Ούλα τα λέω και να ιδείς που θα με παραξηγήσουνε στο τέλος. Μα τι να κάνω παιδάκι μου; ΄Αμα δεν πεις το ένα και δεν πεις το άλλο, τότενες τι θα ειπείς και τι θα γράψεις σε φτούνο το περιοδικό. Και πρέπει να τα κειώσω ΄΄σε έφτά συνέχειες΄΄, καθώς μου έγραψε την άλλη βολά κείνο το παιδάκι του Θανάση, το σοβαρούλι . Με ρώτησε όμως εμένα ο Βασιλάκος που θα τα βρω τα τόσα; Ας έχει χάρη που το υπολήφτομαι  φτούνο το παιδάκι έτσι που τα λέει λιγούλια και σιγανούλια, απε άμα ήταν αλλιώς ήξερα ΄γώ τι θάκανα. Θα γύριζα το άλλο πλευρό και δώθε πάνε οι γιάλλοι...΄Αλλωστε σε ούλα τα ζητήματα έτσι γίνεται- δεν είναι τίποτα μυστικό. Στο παλιοχώρι τούτο τίποτα δεν μένει μυστικό. Δεν το κρατάνε οι αστράχες γλέπεις. Από τις αστράχες  περνοδιαβαίνουν ποντίκια, κατσούλια, νυφίτσες,  άχερα, μυγδαλόφυλλα...Η φωνή και το μυστικό θα σταματήσει;
Χαλουπώνοντας που λέτε, για να μη το λησμονήσω κιόλας,  ήρθε η Τούλα και μου λέει ΄΄τρέχα γριά έχεις τελέφωνο από την τσιούπα σου στην Αθήνα΄΄. Μαυρούλα, κάνω, τι να τρέχει άραγες τέτοια ώρα; ΄΄ Τίποτα δεν τρέχει, λέει η Τούλα, μόνο κάνε γρήγορα και πλερώνει ο κόσμος΄΄.Παρατάω κι έγώ κάτι τσαματσίδια  που ΄χα στα χέρια μου και σιάγνω πλαϊνά άναμπουμπουλιασμένη και συφοριασμένη έτσι όπως ήμουνα. Μου κόπηκε η ανάσα, παιδάκι μου και ασκόφερνα σαν παλιοπρόατο χλεμπονιάρικο. Κάποτε μπαίνω στο μαγαζί και τηράω ένα γύρω που γύρισαν ούλοι το κεφάλι τους και με τηράγανε σαν να ήμουν άνιφτη. ΄Αειντεστε  στο δαίμονα, λέω, άλλη δουλειά δεν κάνετε σεις δω μέσα. Και φραπ τσακώνω το τελέφωνο στο χέρι.
-Μπρόοοος...κάνω, ποιος είναι κει;
-Έλα ρε μάνα και περιμένω μια ώρα… Πού είσαι, είσαι καλά;
-Εσύ΄σαι μώρ΄τσιούπα; Εδώ ΄μαι, που θες νά ΄μαι. Καλά είστε σεις;
-Α, ρε μάνα και μας λιμάρισες! Ήσουν άρρωστη, λέει, είσαι καλά τώρα;
-Ας τα λέμε καλούλια. Σεις τι κάνετε, τα παιδιά τα ΄χετε καλά;
-Άειντε μωρ΄μάνα και μας κοψοχόλιασες.Τι είχες δηλαδή, κρύωμα είχες;
-Τι νάχω παιδάκι μου, τα συνηθισμένα. Τίποτα πέσε. Κάτι πονίδια.
-Άκου μάνα. Μάνα μ΄άκους; Μάναααα…
-Μη φωνάζεις έτσι, μωρ τσιούπα και φρίζει ο κόσμος εδώ μέσα στο μαγαζί.  Σε ακούω, κουφή είμαι;
-Τήρα να δεις, μ’ ακούς; Να πάρε και τον Αρίστιππο που θέλει να σου μιλήσει ο ίδιος.
-Έλα, ρε μητέρα, να πούμε, Αρίστιππος εδώ.
-Εσύ ΄σαι, παιδάκι μου Άρίστοφε;
-Ο ίδιος να πούμε. Πάντως, αλλιώς μας τα είπαν ,ρε μητέρα να πούμε, εγώ καλά σ΄ άκούω. Έλα πάρε και την κόρη σου τώρα. Γειά χαρά, να πούμε.(--΄΄μίλα της λίγο της δόλιας ρε Αρίστιππεεε!΄΄-- τι να της πω, να πούμε, καλά είναι, δεν σου παθαίνει τίποτα. Έλα τλείωνε, να πούμε΄΄).
-Μ΄άκούς μάνα ; Μάνααα...
-Έλα, ρε τσιουπίτσα , ακούω. Άειντεστε τώρα και το χρειάζονται κι άλλοι το τελέφωνο  εδώ.
-Τήρα να δεις, μάνα. Εδώ έχουμε καλούς γιατρούς, να το αποφασίσεις να έρθεις. Το λέει και ο Αρίστιππος.
-Καλά ,παιδάκι μου, θα ιδούμε...Αφού το λέει ο Αρίστοφος...                                -Όχι ΄΄θα ιδούμε΄΄. Να το αποφασίσεις, γιομάτη γιατρούς είναι η Αθήνα. ΄Εχει κι ο Άρίστιππος έναν γνωστό του.
-Το ξέρω παιδάκι μου. Για να, ιδούμε... Θα καλέσω συμβούλιο ταχιά κι΄ όποια απόφαση πάρει.
-Μπράβο ρε μάνα. Αυτή είσαι να πούμε.
-Όπως  το λέει και ο Αρίστοφος να πούμε;
-Μπράβο, ρε μάνα, τα τσακώνεις κάτι τέτοια, μέσα είσαι . Άντε γειά σου  και πρόσεχε. Τ΄ακούς, μάνα; Πρόσεχε κακομοίρα μου, μη μας βάλεις σε μπελάδες , δεν έχουμε όρεξη για τέτοια.  Πρόσεχε. Ακούς ;

Αύτούνο ήταν ούλο!΄Ισια-ίσια που με λιμάρισαν τζιάπα οι Άριστοφαίοι. Ας ειν΄καλά  Παναϊτσα μου κι ας μου κόπηκε η πινογά με δαύτους...
Τώρανες από δουλειές βέβαια, τι να γράψω; Χαλάω κόσμο πλια. Το κογιονάρω; ΄Εννοια σου και μπίτι μη το κογιονάρω.
Τσιάτρα-πάτρα ούλα τα κάνω η μαύρη. Μάζωξα λιγούλια μυρωνολάχανα, έλα μου να φτιάξω και λιγούλι κηπάκο, του κόσμου τα σπορίδια έχω μαζεμένα να μη πάνε χαράμι. Κάτι λεποντιές, κολοκύθια, σέσκουλα, αντίδια, τέτοια. Να μη λησμονήσω να βάλω και σε μιαν άκρη λιγούλι σινάπι για τρίψιμο. ΄Ασε πια κρεμμυδάκια, σκόρδα και τέτοια. Ποιος έχει χέρια παιδάκι μου, άλλα έλα μου που ούλα χρειάζονται. Κοπάνισα και κάτι παλιόσκουτα προχτές και μου ΄φυγε ένα βάρος. Το ζόρι με το παλιαμπελάκι είναι. Πάμε αντάμα με τον κακομοίρη τον παλιόγερο και φτιάχνουμε πέντε έξη κουτρούλια τη μέρα σαν την κατσούλα που βρίσκεται σε ΄΄άνάγκη΄΄και τα σκεπάζει  χι χι χί… Γελάω; Τι να κάνω η δόλια έτσι που γεραντήσαμε. Να κλάψω;  Καλύτερα να γελάς  παρά να κακοπαθιέσαι στο βρόντο όταν δεν   σ΄ ακούει κανένας.
Απέ έρχονται και γιορτάδες μεθαύριο, να προλάβω να τοιμάσω όσα μπορέσω. Νάρθει και κανένα παιδί να κάνουμε και μείς Λαμπρή κόρσεμ οι δόλιοι. Να βγάλουν και καμιά βρασιά βορβιά να τα δοκιμάσουμε και μεις φέτος. Μούρχεται κάπως ανάποδο ν΄ ακούς τον κούκο και να μην έχεις κάνει ΄΄μεγειά΄΄ βορβό. Παντεσπάνι πλια γενήκανε και οι βορβοί... Δεν το γλέπεις;  Παντεσπάνι!
΄Αειντεστε, παιδάκια μου και πολλά είπαμε και τούτη τη βολά. Απόστασα, λιγώθηκα, αναμπουμπουλιάστηκε το κεφάλι μου. Υγειά να λέτε, τίποτα άλλο. Υγείαν έχουμε, το αυτό επιθυμούμε, που λέει και ο λόγος.  Υγεία και καλή Λαμπρή να ΄χουμε  Παναϊα μου.

Σας φιλιώ πολύ  
 η θείτσα σας

Δεν υπάρχουν σχόλια :