Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΙΑΣ ΘΕΙΤΣΑΣ


ΤΕΤΡΑΔΗ  ξημέρωσε σήμερα. Μωρέ μπράβo μας, τη μεσιάσαμε και τούτη. Τετράδη σήμερα, Πέφτη ταχιά. Μωρέ άμα μεσιάσει η βδομάδα, πάει έφυγε, σαν το κομποσκοίνι πες που σώνονται οι κόμποι και αρχινάνε τα ΄΄καλή ψυχή΄΄ μη και τους παραξηγήσεις άμα δεν σου πουν, λες και τόχουν υποχρέωση. Δεν μουτζώνεις λεω! Αλλά ας μην αρχινήσουμε πάλε τα ίδια, έχει ο θεός για παρέκει. Και να μην έχει, σκορδοκαϊλα μου, ας πα να βρει, δεν θα βάλω και τον κόπανο να κλάψει τώρανες... Του κερατά πλια!
Ουίχ ωχ ωχ…τι να πω και τι να μολοήσω… Και τι να γράψω; ΄Εχουμε και γράψιμο τώρανες σιαπέρα, γλέπεις. Ούλα τάχει η Μαργιορή, τα μελανο- κοντυλοφόρια της λείπανε. Κόρσεμ έγινε και η μούρη μου δεμοσιογράφος στο περιοδικό- τάχατες βγάλαμε κι εμείς περιοδικό. Μια σταλιά να λες κει χάμου, σα κείνες τις φυλλαδίτσες που σου βάνουν τζάπα στο χέρι κάτι παιδάκια και που διαφημίζουν από κάμποτο μέχρι λεχτρικά είδη διαθέτομεν.
 Και καλά δεν λέω, ούτε και κογιονάρω- ο Θεός να με κάψει. ΄Ισια- ίσια που χαλιουράω κάμποσο καιρό με δαύτο και γράφω κι εγώ κατιτίς μέσα στις άκρε του.  Κοραφέξαλα δηλαδή, αλλά αφού τα δίνουν για να τα διαβάσουμε, τι φταίω εγώ;  Γράψε κι άλλα θείτσα΄΄, μου λένε κείνα τα παιδάκια κει μέσα στο περιοδικό. Καλά, παιδάκι μου, λέω, καλά, δεν καβάληκε και η νύφη. Ούτε κι εύκολο είναι το ζήτημα. Πρέπει να υπάρχουν νέα, αλλά  και γραμματούλια κάμποσα για να γιομώσει το χαρτί,  δεν βρίσκονται έτσι καλοπίχερα στο δρόμο. Ούτε φουμερίδα είμαι, ούτε τελόραση...
Απέ να πω, η μαυρούλα, ότι χαλάνε κόσμο από νέα οι Αθηνιώτες στις τελόρασες – χαλάλι τους. Μένα μου λες! Ούλο τα ίδια και τα ίδια αναχαράζουν. Έννοια σου και ξέρω τι λέω φτου που μιλάω. Αφουγκράζουμαι  καμιά βολά στην τεόραση, όταν παγαίνω στο μαγαζί,  για να  ιδώ κι εγώ τι γένεται στον παλιόκοσμο, αλλά  δεν μουτζώνεις...  μπλου μπλου μπλου και μπλου μπλου μπλου ακούς συνέχεια για Μαύρους, Γάλλους Πορτογάλλους - ότι τούτο  κάναν, τούτο ράναν και ύστερις έρχονται τάχατες στα δικά μας τα νέα, τούτο η κυβέρνηση, το άλλο  η κυβέρνηση.  Απέ βγαίνει, εκεί που μιλάνε, φράααστ ένα τσιουπάκι μορφοχτενισμένο και σοβαρούλι και λέει τούτο η Κενή Αγορά, τ άλλο η Κενή Αγορά, το παρ άλλο η Κενή Αγορά. Ούλα καλά η δική μας η Κενή Αγορά. Απέ  ακούτε και λίγο, λέει, τον κύριο από δω – αν θέλετε- που θα ομιλήσει περί το τόπι. Μπλι μπλι μπλι και  ο κύριος με το τόπι και τελεύει και κείνος.  Απέ παρουσιάζεται, τότενες, πάλε το τσιουπάκι στο τζάμι, χαμογελάει ένα καλά και ... καληνύχτα σας και φχαριστούμε πολύ που μας παρακολουθήσατε.  Καληνύχτα, μάτι μου, άειντε μου στο καλό, μας υποχρέωσες...  Αυτούνο ήταν! Κρίμας στην τσιουπίτσα δηλαδή κι είναι σαν τα κρύα νερά τρομάρα μου.
Παλιόκαιρος πρ..πρ..πρ.. το πάει από μπονώρα με νεροκοκοσιάλια. Ξουρίζει, παιδάκι μου, άλλο είδος. Και έλεγα να πεταγόμουνα μέχρι την Καλλιόπη να μου τήραγε λιγούλι τούτο το ξεράδι μου που πάει κουλάθηκα, η μαύρη που ΄μουνα. Μα που να ξεμυτίσω η δόλια με τέτοιο αγιάζι. Σου παίρνει τη μύτη φραπ και στην κόβει πέρα-πέρα. Απέ κάθουμαι κι εγώ στο παραγώνι, τι να κάνω; Τσιάτρα-πάτρα υφαίνω κι ένα φυλλαράκι κουρελού που έχω στο λάκκο από τον καιρό του Νώε. Να μη λησμονήσω να φτιάξω και λιγούλι άλεσμα για το μύλο που με ΄φαγε με την γκρίνια του ο παλιόγερος…
-Τι στο διάβολο έκανες με κείνο το άλεσμα πλιά;..
-Στο ντάδε, έκανα λέω. Με μπαϊλντισες .Ούτε στου Ρεντεζέλα θα πας, ούτε στην ΄΄πέρα μεριά΄΄ στον Πρόσφυγα. Δω χάμου στο Νικολή του Μπρη θα πας, δυο δρασκελιές δρόμο είναι…. Κακοπόπαθα με δαύτον, Παναϊα μου!
Συγύρισα και λιγούλι ένα γύρο, τέλεψα. Α, στο διάτανο, λέω, χίλιες βολές καλύτερα στο χωράφι, παρά στο σπίτι. Μέσα δω δεν τελειώνουν ποτές οι μαγκούφες οι δουλειές. Πότε τη μία, πότε την άλλη σε θέλουν συνέχεια απίκο.  Απέ τις παρατάω κι εγώ- ας κάνει και η κατσούλα δουλειές λέω - και τσακώνω το βολύμι να γράψω δύο σπειριά γραμματούλια  στο μερολόγιο. Τούτο μας μάρανε γλέπεις!  Απέ πάω να γράψω, τίποτα. Το ΣΑΛΙΩΝΩ λιγούλι, τίποτα. Τηράω πλαϊνά τις πλεύρες μπας και κατεβάσει τίποτα το ξερό μου, τίποτα. Γιόκ. Κλαράκι δεν κουνιέται. Για μια στιγμούλα μόνο είδα τον θεριακομένο τον Γιάννη τον αγροφύλακα ν΄ άπηδάει κάτι τούφες, Παναϊα μου, ίσιαμε κει πάνου. Κάποιο λαγό κενήγαγε φαίνεται κι ήταν σαν κείνον τον αρχαίο Έλληνα που λεγε ο Στάθης-καλή του ώρα- στα παιδιά. Τον λησμονάω, μωρέ παιδάκι μου! Ένας θεόρατος ήταν λέει, που σούκοβε το αίμα άμα σε τήραγε με κείνο το μάτι του στο κούτελο. ΄Ας είναι, δεν θα σκάσω κιόλανες. Νερομπουμπούλιασε το μυαλό, τι περιμένεις…
Δεν λέμε, δηλαδή, που ξέμεινε κι ο κακομοίρης ο Γιάννης δω χάμου και κυκλοφορεί άνθρωπος το καταχείμωνο όξω. Θα μας πλακώσει καμιά βολά το χιόνι και θα μας ψάχνει το αερόπλανο και το λικόφτερο  να μας βρουν και δε θα μας βρίσκουν. Τουλάχιστο θα δούνε πουθενά το Γιάννη όξω με τα σκυλιά του και θα διοποιήσουν τα πουργεία τους ότι ζιούμε και μεις, μαυρούλα πούμουνα, εν ζωή. Λίγο το ‘χεις; ΄Ασε πια το σαματά που κάνει. Μαυλάει τα σκυλιά του, τα χαϊδεύει, τα μαλώνει, τα οδηγάει δω δω δώωω...Κείνα γαυγίζουν, γκλαφουνάνε, ρίχνει και καμιά ντουφεκιά εδώ γύρω, ντόρος να γίνεται δηλαδή μη πέσει η αστράχα και μας πλακώσει από τη βουβαμάρα, Παναϊτσα μου. Στασιό δεν έχει ο κακομοίρης, από τ΄ άγρια μεσάνυχτα σηκώνεται κι ας ξουρίζει όξω ο καιρός βαρβάτο καλόγερο.
-Πωπώ παιδάκι μου, τι ώρα είναι τούτη;
-Τι έχει η ώρα θειά; Ούλες ίδιες είναι.
Ψέματα; Οι ίδιες και τα ίδια βράδυ-πρωϊ. ΄Ακόμα και η γκρίνια του γέρου η ίδια έμεινε τόσα χρόνια. Καλή ώρα με φούντωσε πάλε ο ΄΄όξαποδώ΄΄ σήμερα. ΄Αρχισε από του Θεού το χάραμα μ΄ ένα παλιοκαφέμπρικο, γκζού,γκζου που μου τάγδαρε τ ΄άντερα. Τάχαμου έφτιαχνε το χερούλι του ό ….μάστορας! Απέ τούδωκε-τούδωκε το αποχάλασε.
-Άει στη λώβα, λέω, τι θέλεις και πεχειριέσαι μπίτι;
-Μωρή δεν μπάς στο γεροδιάβολο, μου κάνει και πάει πλαϊνά .
Τα παράτηκε ούλα τα συμπράγκαλα κατάλακα - έργαλεία, πρόκες, μπρίκια, ούλα και έσιαξε κατά την Μπαναγιά. . Πλια σκας, πλαντάζεις ή βάνεις τις φωνές να φρίξει η γειτονιά; Αλλά για ποια γειτονιά λέω η άραχνη;  Εμείς είμαστε η γειτονιά, εμείς κι ο κόσμος ούλος.
Ουίχ ωχ ωχ τι να ειπούμε και τι να μολοήσουμε,  που ούλο τα ίδια λέμε, τα ίδια μολογάμε. Όμως, γιάτραμου  δω η βασκαντούρα, είχα δεν είχα,  το γιόμωσα πάλε το χαρτί. Έδωκα πήρα το γιόμωσα και τούτη τη βολά. Κι έχει ο Θεός για παρέκει. Για ούλα έχει.
Σας φιλιώ σταυρωτά
η θείτσα σας.
                                                                        







2 σχόλια :

ΠΑΛΙΑΚΑΚΟΣ είπε...

Τη θυμάμαι αυτή τη θείτσα του Αβαδαίου που έμπαινε σε συνέχειες στο περιοδικό ΛΙΑΣΚΟΒΑ πριν από 35 χρόνια περίπου. Πώς πέρασαν τα ρημάδια !!;; που θα ΄λεγε και η θειά μου.

ζερντες είπε...

αυτος ο μεγας γλωσσικος πλουτος μονο στο βιβλιο αντιλαλοι του κωστα μαρινη συναντιεται.ο αβαδαιος κατεγραψε πιστα σα μαγνητοφωνο την ντοπιολαλια της γλανιτσιας του 1960 και ανεδειξε τη θειτσα ,προφανως ειναι η λαλια της μητερας του, σε θησαυρο λεξικογραφιας της γλανιτσιας..ζωντανα ενεργα με αμειωτο ενδιαφερον για τον αναγνωστη ακομα και για τον λαογραφο που ψαχνει περιγραφοντας ταυτοχρονα και την αδρη καθημερινοτητα...μπραβο αβαδαιε πολλες φορες..το γραπτο σου ειναι εφαμιλο των σκιτσων του συγγενη σου αρκα...ψαχτε στο γεννεαλογικο δεντρο πουθε κραταει το ταλεντο σας