Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

Τ ΄ΑΗ-ΓΙΑΝΝΙΟΥ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ……

                  Συνέχεια απο το προηγούμενο 
  Κατακαμπίς ακούσαμε θόρυβο από πατήματα ζώων και  ανθρώπινες ομιλίες. Γρήγορα ξανάφανε μια  μεγαλύτερη ομάδα  από τη δική μας ανθρώπων και ζώων. Τους γνωρίσαμε αμέσως και νοιώσαμε όλοι μας αγαλλίαση και μεγαλύτερη ασφάλεια μέσα μας.  ΄Ηταν  οι συμμαθητές μας από το γειτονικό χωριό, την Κερπινή  και κάποιοι με τους  γονείς τους ,που  συνόδευαν κι αυτοί τα παιδιά τους για το Σχολείο. Δεν πέρασαν απ’ το χωριό μας ,γιατί  προτίμησαν για συντομία  το  μουλαρόδρομο που  το παρέκαμπτε . Πριν έλθουνε στις Πάνω Ράχες,  κοντά στου Γιωργίλα το αμπέλι  πήραν το δρόμο  που περνούσε στου Σούφη το πηγάδι, έφτανε στα Μπαρουνέικα  τα αμπέλια  και  οδηγούσε στην Αγια- Παρασκευή  και στον Αγιο -Αιμιλιανό . Έπειτα διέσχιζε τα Παλιάμπελα του Βαλτεσινιώτικου κάμπου  και συναντιόταν  με τον αμαξιτό δρόμο  Βαλτεσινίκου –Μυγδάλιάς  στο σημείο που τους απαντήσαμε . 
Λες και είχαμε κλείσει εκεί ραντεβού  να βρεθούμε όλοι  μαζί.!!!  Μερικούς τους θυμάμαι και σήμερα ,αν και έχει περάσει σχεδόν  μισός αιώνας από  τότε. Χαιρέτησα τον ακούραστο μπαρμπα- Βασίλη το Ζαφειρόπουλο  με τους γιους του  και γκαρδιακούς μας φίλους,  Γιάννη και Λεωνίδα , τα αδέλφια Λέτα και Βασίλη Κωνσταντόπουλο , το Θωμά Πυρπυρή , τα αδέλφια Παύλο και Γιάννη Οικονομόπουλο  ,τον Κώστα Τζουτζούκο και κάποιους άλλους ακόμα, που όμως  δε θυμάμαι .
        Ο αρχηγός μας ,ο μπαρμπα –Γιώρης  ,τους χαιρέτησε και τους ευχήθηκε  υγεία  και καλή χρονιά και  πρόοδο στα παιδιά τους και συνέστησε σε όλους μας να βιαστούμε, γιατί  ο δρόμος είναι μακρύς , η ημέρα είναι μικρή και πως πρέπει ,αν  μπορέσουν ,να επιστρέψουν οι μεγάλοι στη βάση τους και συνέχισε . - Πού καιρός να  κάνουμε  κανά τσιγάρο ;
Ο χωρατατζής και κοινωνικός  μπαρμπα –Βασίλης , θέλοντας να δημιουργήσει κάπως πιο ευχάριστη  την κρύα ατμόσφαιρα  απευθύνεται στη μάνα μου ,που πρόσεχε πολύ  που πατάει, γιατί υπήρχαν πολλές  λούμπες  στον κάμπο . 
  -  Ελένη, από το νερό και το χιόνι  σίγουρα θα πάμε χορτάτοι . Τα βάλαμε στο πετσί μας. Ας  καζαντίσουνε  τουλάχιστον  τα παιδιά μας  και ας  πιάσουνε τόπο τα τούραγνά μας.
-  Από το στόμα σου και στου Θεού το αυτί Βασίλη , μακάρι να προκόψουνε στη ζωή τους και να ΄χουνε καλύτερες ημέρες από μας.
  - Βλέπουν τα βάσανά μας , δεν είναι κουτά. Ας  διαβάσουν τα μαθήματά τους και τότε θα προκόψουν , συμπληρώνει ο μπαρμπα –Βασίλης.
        Σε λίγο αφήνουμε τον αμαξιτό  και ίσιο δρόμο και στρίβουμε δεξιά προς του Κακαβούλι το καλύβι. Καθώς ζυγώνουμε  στα Πατερά ,στο ελατοσκέπαστο βουνό , το χιόνι  ήταν περισσότερο κι άρχισε να  πέφτει  κι άλλο πιο πυκνό .Θυμήθηκα τότε τα προφητικά λόγια του μπαρμπα – Μήτσιου ,του ταχυδρόμου,  και δαγκώθηκα μονολογώντας: –Λες να βγούνε αληθινά  και τότε….. τη βάψαμε !!! Τότε μια λύση έχουμε , να ξαναγυρίσουμε στη βάση μας σα βρεγμένες γάτες!
         Προηγείτο  πάντα της ομάδας μας ο μπαρμπα –Γιώρης  ,που  κρατώντας πάντα το καπίστρι του μουλαριού του διάλεγε προσεχτικά  το μουλαρόδρομο με τη μαγκούρα του και δημιουργούσε αχνάρι για να περάσουμε και οι υπόλοιποι . Αυτό λεγόταν τότε , πως « ΄Εκοβε τον  καπινό  » ,αν θυμάμαι καλά. Μας μυρίστηκαν κάτι μαντρόσκυλα ,μας γαύγισαν για λίγο, αλλά   φαίνεται, πως  βλέποντάς μας  πολλούς ,δεν αποπειράθηκαν να μας χιμήξουν.  Άλλωστε  ο  αρχηγός μας  τα χούγιαξε με την αγριοφωνάρα του .
         Ανηφορήσαμε στα Πατερά με πολύ δυσκολία , και βρεθήκαμε  μπροστά σε ένα ειδυλλιακό, μαγευτικό τοπίο ,με  ψηλά και πυκνά χιονισμένα έλατα. Έμοιαζαν με πραγματικές  καμαρωτές νυφούλες.  Ποιος όμως από εμάς το χαιρόταν αυτό μες το κρύο και την αποστασίλα μας;     Ο αρχηγός μας  μάς  ανακοίνωσε χαρούμενος πως βρισκόμαστε στη μέση περίπου  του δρόμου μας. Αυτό μας γέμισε χαρά και ανακούφιση .  Σιωπηλοί και προσεχτικοί διαβήκαμε το διάσελο και κατηφορίσαμε προς την  Άρβιτσα.  Το βήμα μας έγινε πιο ταχύ  .Έβαλα το παγωμένο μου χέρι στην τσέπη του παντελονιού μου και μάζεψα με τα δάχτυλα όσες σταφίδες και μύγδαλα είχα εκεί βάλει. Άλλες τις  μάσησα  και τις κατάπια και άλλες τις μοίρασα στους συμμαθητές μου .   Χαμηλά ακουγόταν  το  μουρμουρητό  του  νερού , που έτρεχε στο ρέμα . Περάσαμε  τα περιβολάκια με τις γυμνές τώρα  καρυδιές ,που του Αη-Δημητριού ,πηγαίνοντας στο χωριό μας , βρίσκαμε καρύδια και τρώγαμε  και  σε λίγο φτάσαμε στο ρέμα. Τα μουλάρια το πέρασαν  πατώνας  μέσα στο νερό ,ενώ οι πεζοί πατώντας προσεχτικά  πάνω σε  μεγάλες πέτρες , το  δρασκέλισαν  . 
          Πιάσαμε και πάλι την ανηφόρα και πλησιάσαμε  στην πηγή της  ΄Αρβιτσας, που έβγαζε από τα σπλάχνα της   αχνιστό νερό αυτή την εποχή. Αλήθεια πόσοι από εμάς δεν ξεδίψασαν στο δρόμο τους από το διάφανο και  δροσερό νερό της ; Τώρα ούτε ένας μας  έσκυψε να δροσιστεί.  . Αλλού ήταν ο νους μας , να μη χαθεί πολύτιμος χρόνος ,ακόμη ούτε για μια γουλιά νερό!!  Ζεστοί όλοι ζοριστήκαμε  παίρνοντας την ανηφόρα πάλι  για να πλησιάσουμε στην  πασίγνωστη για τους διαβάτες  περιοχή  του  Παπά τη Λάκα.  Ίσως  στην τοποθεσία αυτή να υπήρχε χιόνι  πολύ ,καθώς και βρισκόταν σε μεγάλο υψόμετρο και ήταν βορινό και υπήρχε ο κίνδυνος ,λόγω του ψύχους να παγώσει ,οπότε θα ήταν απροπέλαστη και για τον πεζό ,αλλά πολύ περισσότερο και για τα ζώα.
          Ο μπαρμπα –Βασίλης μας το τόνισε αυτό :- Αν περάσουμε του Παπά τη Λάκα και το διάσελο με μια πηδουλιά  φτάνουμε στα Λαγκάδια με το καλημέρα. Στον κατήφορο λύνονται τα πόδια και πάνε μόνα τους χωρίς καμιά προσπάθεια. Σε αυτό συμφώνησε και ο αρχηγός μας ,  και  σαλάγησε την « κοπέλα » του, έτσι ονόμαζε το μουλάρι του ,για  να επιταχύνει την περπατησιά της.
          Θα μας πήρε μισή ώρα ώσπου μπήκαμε στο πιο επικίνδυνο σημείο της μέχρι τώρα  διαδρομής μας. Εδώ τα μουλάρια και οι άνθρωποι μικροί και μεγάλοι θα αναμετρηθούν με τα ακραία καιρικά φαινόμενα και θα φτάσουν στα όρια της αντοχής τους. Το χιόνι ξεπερνούσε το μισό μέτρο και σε κάποια σημεία ίσως και παραπάνω και το χειρότερο ,ολοένα δυνάμωνε. Με δυσκολία σηκώναμε το ένα πόδι να δρασκελίσουμε  ,καθώς το άλλο βούλιαζε  μέσα στο αφράτο και ακόμη  απάγωτο χιόνι. Έπρεπε να πατάμε μόνο στο αχνάρι, που άνοιγε ο αρχηγός για σιγουριά .  Πυκνές τώρα  κουρελούδες έπεφταν ορμητικά παντού και σκοτείνιαζαν τον γύρω τόπο  και  περιόριζαν την ορατότητα. Ούτε στα πέντε μέτρα δε  βλέπαμε ο ένας τον άλλο .  Ο κίνδυνος να βουλώσουμε ήταν υπαρκτός. Το άσπρο πέπλο του χιονιού μάς θάμπωνε τα μάτια. Πεφτοσηκωνόμαστε μέσα στο χιόνι , στραβοπατώντας πότε  σε κοντακιανά πουρνάρια και πότε  σε μυτερούς  βράχους  και  βγαίναμε έξω από το μουλαρόδρομο , αφού τα ίχνη του πλέον  δεν τα διακρίναμε. Τα ρούχα μας μα περισσότερο τα παπούτσια  και οι κάλτσες μας  γέμισαν με νερό ,από το χιόνι που έλιωνε πάνω μας. Είχαμε  όλοι ,ζα και ανθρώποι ,γίνει μούσκεμα  μέχρι το κόκκαλο.
     – Κουράγιο παιδιά και στα διακόσια μέτρα φτάνουμε στην κορφή ,μας φωνάζει ο αρχηγός.  Πιαστείτε  χέρι με χέρι  και σε ανάγκη από την ουρά των ζώων και τραβώντας ο  ένας τον άλλο   να βγούμε πάνω. 
  - Μπρεε , άκουσα να μονολογεί  η μάνα μας ,τόσο χιόνι δεν το πίστευα .  Γραφτό μας είναι να αφήσουμε την τελευταία μας πνοή  στα  κακοτράχαλα και φαλακρά  λαγκαδινά βουνά γιούλιι!! Ποιος τώρα στην κατάσταση που είμαστε θα μπορούσε να βοηθήσει  ,σκέφτηκα για μια στιγμή.
       Πιασμένοι χέρι με χέρι για να μη χαθούμε με την ψυχή στο στόμα ,πότε βουλιάζοντας και πότε  ξαναβγαίνοντας  πάνω  φτάσαμε επί τέλους στο ψηλότερο σημείο  της διαδρομής. Γείραμε προς τον κατήφορο, που όλοι λαχταρούσαμε να βρεθούμε. Αμίλητοι ,χωρίς ανάκαρα , δε γυρίσαμε το κεφάλι μας πίσω να δούμε το αλπικό αυτό τοπίο, που ομολογουμένως ήταν εντυπωσιακό.!!!
      Χωρίς σταματημό παίρνοντας την κατηφόρα  προς την πλευρά των  Λαγκαδίων  απαντιάσαμε  λίγο ,  γιατί  και  το  ύψος του χιονιού  ήταν λιγότερο  και  πιο αραιό έπεφτε και ο παγωμένος βορεινός  αέρας έκοβε , καθώς σκόνταφτε  πάνω στον ορεινό όγκο.
– Σωθήκαμε παιδιά μου ,αναφώνησε κι ο μπαρμπα –Βασίλης  . Για μια στιγμή νόμιζα πως θα βουλώσουμε από τις πυκνές κουρελούδες που λες και  έρχονταν  κατ΄ ευθείαν από το Χελμό.
        Λες και τα πόδια μας πήραν φτερά , όλοι  οι  μαθητές αρχίσαμε τα σφυρίγματα και τις επευφημίες .  Κάποιοι από εμάς   σχολίαζαν και μιμήθηκαν    τη συμπεριφορά  και τους τρόπους των καθηγητών τους  και  άλλα πολλά ευτράπελα της σχολικής μας ζωής . Σαν αντικρίσαμε  από ψηλά τα πρώτα λαγκαδινά  αρχοντόσπιτα   του πάνω  Μαχαλά, κάποιος μας αναφώνησε το περίφημο των Μυρίων του Ξενοφώντα :    « θάλαττα ,θάλαττα » που όλοι  οι άλλοι  επαναλάβαμε  και αντήχησαν τα λαγκάδια και οι ρεματιές. Λες και γυρίσαμε από τον κάτω Κόσμο  στη  γλυκιά ζωή  και βρήκαμε τη σωτηρία μας !!! 
        Βλέπαμε χαμηλά ,κάτω απ’ τα πόδια μας τα Λαγκάδια ,το ιστορικό  και ένδοξο αυτό κεφαλοχώρι της Γορτυνίας, που  επιβλητικό φάνταζε ριζωμένο στην πλαγιά του Αρτοζήνου. Κτισμένο αμφιθεατρικά  με  καλοδουλεμένη πέτρα  και από  τους έμπειρους λαγκαδινούς κτίστες  προκαλούσε δικαιολογημένα  το δέος και το θαυμασμό μας. Εδώ ήταν  φωλιά των κλεφτών και  των καπεταναίων κατά την τουρκοκρατία, που σήκωσαν το μεγάλο βάρος  της Επανάστασης του απελευθερωτικού Αγώνα του Έθνους μας.Αυτός ο  τόπος ο τραχύς και δυσπρόσιτος αλλά περήφανος   γέννησε   και τη μεγάλη αρχοντική και πολιτική οικογένεια των Δεληγιανναίων. Θυμήθηκα και το Νικήτα το Στρατολάτη με το σχετικό του  βιβλίο ! « Και τα βουνά λεβέντες!!»
        Πλησιάζαμε προς το ρέμα, που κατέβαζε άφθονο  νερό, γιατί  ψηλότερα και δεξιά μας  ήταν το κεφαλόβρυσο  του Ράπη,  που υδρεύει  ολοχρονίς και  όλα τα Λαγκάδια . Πιο κάτω φαινόταν  και  ο ομώνυμος μύλος. Χαμηλότερα  σχηματιζόταν ένας μικρός καταρράχτης ,που έπεφτε με πάταγο από ψηλά  και αντιλαλούσαν οι ρεματιές και τα διάσελα στην   εποχή  μάλιστα αυτή, που σπάζανε οι πηγές και η πέτρα αναβλύζει νερό!   Στη ρεματιά δρασκελίσαμε με μικρό άλμα το άφθονο τρεχούμενο νερό . Ο Κώστας  της Ρηνιώς  το δρασκέλισε  τελευταίος . Ο αδελφός του, ο Δήμος,  του  έδωσε  το δεματάκι με τα αυγά,  δρασκέλισε  πρώτα με μικρό πήδημα  το νερό  και ύστερα άπλωσε το χέρι του  και το πήρε με ασφάλεια απ΄ τα χέρια του Κώστα. Μια μικρή δοκιμασία μέσα σε τόσες άλλες μεγάλες .     
       Κατεβαίνουμε στις Σφάκες . Σε λίγο μπαίνουμε  στο χωριό  .  Τότε το ρολόγι  των Αγίων Ταξιαρχών σήμαινε δώδεκα. Πριν χωρίσουμε ο καθένας για τη βάση του ο αρχηγός μας κρατάει το μουλάρι του και απευθυνόμενος στους μεγάλους και συνοδούς μας τους λέει:
 – Με τη βοήθεια του θεού φέραμε τα παιδιά μας ασφαλή στο Σχολείο τους. Ας κανονίσουμε γρήγορα τις δουλειές μας  και σαν το ρολόγι βαρέσει δυο φορές ξεκινάμε για τα χωριά μας .Προτείνω να συναντηθούμε  στου Ανθούλη το μαγαζί . Εγώ με το χτύπημα του ρολογιού ξεκινάω και  όποιος θέλει ακολουθεί. Οι περισσότεροι συμφώνησαν ,εκτός από  έναν Κερπινιώτη, που φαινόταν εξαντλημένος  και δήλωσε ,πως θα μείνει για να δει και το γιατρό αύριο  μιας και ήρθε τόσο δρόμο.
         Στη συνέχεια η μάνα μου ροβόλησε ,κρατώντας το μουλάρι απ΄  το καπίστρι   προς το σπίτι της σεβάσμιας  γρια -Μπαριάμενας ,που βρισκόταν καμιά πενηνταριά μέτρα κάτω από τους Άγιους Ταξιάρχες. ‘Εδεσε το μουλάρι στην κολώνα της ΔΕΗ ,το ξεφόρτωσε προσεχτικά και  το τάισε με καρπό . Μαζί  της  και με τα ταγάρια  στα χέρια μας ανεβήκαμε τα είκοσι πέτρινα σκαλιά και χτυπώντας την  εξώπορτα   φωνάξαμε το όνομά της .
-Θεια  Μπαριάμενα – θεια Μπαριάμενα ,  ήρθαμε ,άνοιξέ μας  .
 Από μέσα ακούστηκε η βραχνιασμένη  φωνή της .
–  Μάικοοο , περίμενε  έρχομαι .Ακούγαμε τα βαριά της βήματα να πλησιάζουν.
       Ξεκλειδώνει την σκεβρωμένη πόρτα της εισόδου και μας υποδέχεται  χαρούμενη.
 – Καλώς τα  παιδάκια μου ,τα μάτια μου τα δυο. Χρόνια πολλά και καλή πρόοδο . Οι Άγιοι Ταξιάρχες  μας να σας φωτίζουν.  Βλέποντας και τη μάνα μας  ,τη χαιρετάει και την ασπάζεται σταυρωτά  .Μας βάζει γρήγορα στο χειμωνιάτικο ,κοντά στο τζάκι και μας φτιάχνει  και μας προσφέρει τσάι του βουνού για να ζεσταθούμε   και βάζει χοντρά  ξύλα στο τζάκι και μας προτρέπει γρήγορα να αλλάξουμε ,να φορέσουμε στεγνά ρούχα  για να μην πάρουμε καμιά πούντα. Εμείς  εύκολα βολευτήκαμε ,γιατί είχαμε ρούχα  να αλλάξουμε. Αλλά και η  μάνα μας ψευτοβολεύτηκε  ,φορώντας κάποια  δανεικά στεγνά  ρούχα της σπιτονοικοκυράς μας. Ύστερα  κρέμασε την μπαλαρίνα  και το μαντήλι της στην καρέκλα δίπλα στο τζάκι και   πλησιάζοντας όρθια  τη δυνατή φλόγα πρόχειρα στέγνωσε  και τα εσώρουχά της .
 -Να πω την αλήθεια και βλέποντας το σημερινό καιρό δε σας περίμενα,  μας λέει η γριά- Μπαριάμενα .   Κάνατε μεγάλη αποκοτιά .  Είπα πως θα ήταν φρονιμότερο να κοπιάστε καλύτερα αύριο που ,καθώς έμαθα , θα κόψει ο χιονιάς και θα ανέβει και η θερμοκρασία.  Τέλος  όμως καλό ,όλα καλά.
 Η μάνα μου της έδωσε το φίλεμά της και παίρνοντάς την απ΄  το χέρι  προχώρησε απόμερα , προφανώς για να μην ακούμε εμείς , και μάλλον της ζήτησε να μας ορμηνεύει  και να μας φροντίζει ,όσο βέβαια μπορεί.  Την  Μπαριάμενα  άκουσα  μόνο να τη ς λέει..
– Μείνε ήσυχη Γληγόρενα  . Σου συνιστώ  όμως να κοιμηθείς μαζί μας απόψε , γιατί είσαι κουρασμένη και δε βλέπω το λόγο  να ταλαιπωρηθείς  κι άλλο. Αδειανό κρεβάτι  έχουμε  και βαριά κλινοσκεπάσματα μπόλικα να  ζεσταθείς. Μα αν σκέφτεσαι να επιστρέψεις  πρέπει γρήγορα να ετοιμαστείς . Εγώ όμως δε σου το προτείνω.
 Η μάνα μου την ευχαρίστησε .Μα δε θα μείνει ,γιατί στο καλύβι την περιμένουν  τόσα στόματα να τους πάει ψωμί από αυτό που είχε ζυμώσει και ψήσει  στο χωριό  και μάλιστα σε βαριά γιορτή ,ανήμερα των Φώτων.  Ύστερα  έκοψε μια φέτα ψωμί και  το προσφάγισε με ένα σβώλο  τυρί .Μας φίλησε και  λύνοντας το μουλάρι   ανέβηκε πάνω στο κεντρικό δρόμο και προχώρησε κατά του Ανθούλη το μαγαζί.   Εκεί συναντήθηκε  με την παρέα της , αγόρασε απ΄ το μαγαζί  του  ένα μπιτόνι φωτιστικό πετρέλαιο για τον τσιμπλί μας στο καλύβι  και λίγες καραμελίτσες και όλοι μαζί ξεκίνησαν ,πριν χτυπήσει το ρολόγι δύο, για το αγαπημένο μας  χωριό.
   Αξέχαστες  και συγκλονιστικές πραγματικά για  μένα  αναμνήσεις  απ ΄ τα μαθητικά μου  χρόνια στο  ιστορικό Γυμνάσιο – Λύκειο Λαγκαδίων .
               
   ΓΥΜΝΑΣΙΟ –ΛΥΚΕΙΟ ΛΑΓΚΑΔΙΩΝ

             Πέρασα απ΄ τα Λαγκάδια  με τα σπίτια μισoάδεια.
             Ανηφόρισα για το Σχολειό μα το βρήκα σφαλιστό ,
             βουβό και μελαγχολικό Γυμνάσιο το ιστορικό.
             Είχε στέρεα θεμέλια με τέχνη καμωμένα.
             Παραθύρια είχε πολλά για να βλέπουν τα παιδιά ,
             τον  Ήλιο  διαφεντευτή  το  Δάσκαλο ποιητή,
             μετάδιναν τη γνώση, τον έφηβο να λευτερώσει.
             Τα  βιβλία σαν τα κρίνα ανάβλυζαν Αρχαία Σοφία ,
             το μέτρο και την αρμονία  του Θεού την ευλογία.
             Μέσα από την Ιστορία   διδάσκονταν φιλοπατρία.
             Σμίλευε ο Δάσκαλος ψυχές για να είναι ταπεινές.
             Να πολεμάνε την αδικία  πανταχού στην κοινωνία.
            Ξεκινούσαν τα παιδιά να πάνε και στην εκκλησιά
             με την εθνική τους φορεσιά όλο χάρη κι ομορφιά.
            Από  φωνές και ιαχές χαίρονταν   οι ρεματιές,
            αγάλλιαζαν τα βουνά του απάνω Μαχαλά ,
           τις  σάλπιγγες να παίζουν ,το ΄21 να ανασταίνουν.
           Χάραξες ορθή πορεία στων Ελλήνων την Παιδεία ,
            Γράφοντας λαμπρή ιστορία στην ωραία Γορτυνία.
            Δίδαξε τώρα , αλλάζοντας προσανατολισμό ,
            απλόχερα   πανανθρώπινο πολιτισμό.
            Στο Σχολειό  μου το λιτό  το αφιέρωμα αυτό,
            που  βαλε το λιθαράκι να ανεβώ κι εγώ λιγάκι.

                Μαρίνης Πολυχρονόπουλος  ,Φιλόλογος - Ιστορικός


11 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...


¨Ενα καλοβαλμένο οδοιπορικό (με λογοτεχνικά καλούδια) που όμως για όσους περασαν από τα Λαγκάδια, είναι διαχρονικό.Όλοι σχεδόν έχουν να ειπούν τα ίδια εν μέρει ή εν όλω. Ήταν για όλους μας μια γλυκιά (;) θύμηση. Ευνόητη η μελαγχολία μας για το σήμερα του Γυμνασίου.

ΑΡΗΣ ΤΣΙΡΙΜΟΠΑΝΟΥ είπε...

ΕΞΑΔΕΡΦΕ ΜΑΡΙΝΗ ΤΟ ΤΙ ΜΑΣ ΘΥΜΗΣΕΣ ΜΕ ΤΑ ΓΡΑΦΟΜΕΝΑ ΣΟΥ ΔΕΝ ΠΕΡΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΜΕ ΛΟΓΙΑ . ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΙΣ ΟΤΙ ΑΥΤΑ ΓΙΝΟΝΤΑΝ ΤΟ 1966 ΠΟΥ Η ΖΩΗ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΕΙΧΕ ΛΙΓΟ ΚΑΛΛΥΤΕΡΕΥΣΗ ΣΚΕΨΟΥ ΤΙ ΤΡΑΒΑΓΑΜΕ ΟΣΟΙ ΠΗΓΑΙΝΟΕΡΧΟΜΑΣΤΕ ΣΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΣΤΑ ΛΑΓΚΑΔΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΣΤΡΕΖΟΒΑ ΠΡΙΝ 10 ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΝ 10ΕΤΙΑ ΤΟΥ 1950 ΟΠΩΣ ΕΓΩ ΕΑΝ ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΜΟΥ ΕΧΕΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΕΣ ΑΣ ΓΡΑΨΕΙ

Ανώνυμος είπε...

Α, ρε Μααρίνη.....τη θυμάσαι τη θεια Μήτσαινα???? Θος συγχωρές την, καλή γυναίκα!!! Νάσαι καλά για το ταξίδι που μας χάρισες. Σα να ΄ταν χτες, σα να μυρίζω τώρα, σαν να ΄κούω τις ανάσες τους.....

Μπορεί σε άλλες αναρτήσεις να κάνουμε ότι σχόλια θέλουμε και να διαφωνούμε (ειδικά εγώ να είμαι πολύ επιθετικός και να σας νευριάζω), σε τέτοιες αναρτήσεις όμως είμαστε όλοι ΕΝΑΣ, ο ίδιος ο εαυτός μας σε περιγραφή "ζωής Μαρίνη,Θανάση" Μια 10ετία πριν, μια 10ετία μετά το ίδιο, λες και βλέπω την ίδια και την ίδια ταινία.....

Ανώνυμος είπε...

ΜΙΑ ΑΠΟΡΙΟΥΛΑ....ΑΛΛΑ ΔΕ ΜΠΟΡΕΣΑ ΜΕΤΑ ΑΠ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΛΕΕΙ ΝΑ ΤΗΝ ΑΠΟΦΥΓΩ...ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1950 ΕΤΣΙ ΗΤΑΝ..ΚΑΙ ΠΩΣ ΑΝΤΕΧΑΤΕ ΒΡΕ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ......ΕΝΝΟΩ ΗΤΑΝ ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΣ;

Ανώνυμος είπε...

Ανοιχτή πρόσκληση προς όλους τους αποφοίτους του Γυμνασίου-Λυκείου Λαγκαδίων. Το καλοκαίρι να οργανωθούμε και να ξανακάνουμε πεζή τη διαδρομή Γλανιτσιά - Λαγκάδια ( βαλτεσινιώτικος κάμπος -Κακαβούλη - Πατερά- Άρβιτσα- Παπά Λάκα - Διάσελο Αρτοζήνου -Σφάκες -Επίσκεψη στο Γυμνάσιο -Λύκειο Λαγκαδίων ,ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο του οδοιπορικού του Μαρίνη . Θα χρειαστούμε βέβαια ελαφρά ρούχα,μαγκουρίτσα και λίγο κολατσιό για το δρομο και φυσικά τα φάρμακά μας μερικοί.
Ίσως να ξαναβιώσουμε τις ίδιες συγκινητικές στιγμές της πορείας μας μέσα στη χιονοθύελα ξαναφρεσκάροντας τη μνήμη μας με φόντο το θαυμάσιο αλπικό τοπίο των πανύψηλων λαγκαδινών κορυφών με τον απεριόριστο ορίζοντα , με το γαλάζιο του ουρανού μας και της γαλαζοπράσινης και δαντελωτής λίμνης του Λάδωνα. Ας πάμε λοιπόν για να μετρήσουμε τις φυσικές μας δυνάμεις. Για τους ταλαίπωρους θα έχουμε και εφεδρικό 4Χ4 στο δρόμο για να συνεχίσουν ως τα Λαγκάδια .Στην ταβέρνα του Μανιάτη ύστερα θα απολαύσουμε την ψητή γουρνοπούλα και στην πλατεία τα νοστιμάτατα σπιτικά γλυκά .Περιμένω δηλώσεις συμμετοχής στην ιστοσελίδα μας. Τι λέτε προχωράμε;

Ανώνυμος είπε...

ΜΙΑ ΧΑΡΑ ΙΔΕΑ ΕΙΝΑΙ

Ανώνυμος είπε...

Ευχαριστώ όλους τους φίλους αναγνώστες της ιστοσελίδας μας επώνυμους και ανώνυμους που με διάβασαν και έγραψαν και τα διάφορα σχόλιά τους σχετικά με το κείμενο.Εύχομαι από καρδιάς στους απανταχού Γλανιτσιώτες και φίλους μας Χρόνια πολλά ,καλά και ευλογημένα με υγεία ,με θετική ελπίδα ,με άδολη αγάπη και αισιοδοξία για το νέο έτος το 2014. Το οδοιπορικό μου, που πρόθυμα ανάρτησε στο διαδύκτιο ο διαχειριστής και φίλος Νις,είναι για μένα μια προσωπική κατάθεση ψυχής και νοασταλγίας στο απώτερο παρελθόν μου , στα γυμνασιακά -μαθητικά χρόνια της νιότης μου. Στα ευαίσθητα χρόνια της εφηβικής μου αθωότητας καταγράφηκε ο θανάσιμος κίνδυνος που διέτρεξε όλη η ομάδα να αφανιστεί ,"να βουλώσει" μέσα στη χιονοθύελα στα ψηλά ,κακοτράχαλα και φαλακρά λαγκαδινά βουνά. Ο κίνδυνος που βιώσαμε τότε ήταν ορατός ,υπαρκτός χωρίς υπερβολή,αλλά και ο στόχος μας αδιαπραγμάτευτός οδηγός. Αποδεικνύεται περίτρανα πως, όποιος έχει ΠΙΣΤΗ ,ΘΕΛΗΣΗ και ΣΤΟΧΟ σ'αυτό που κάνει ,πετυχαίνει σίγουρα στη ζωή του και ξεπερνά όλα τα εμπόδια . Το μήνυμα προς τους ανέργους νέους μας,τα παιδιά μας, είναι πως πρέπει να έχουν ψηλά το κεφάλι , να ορθώνουν το ανάστημά τους , να είναι μαχητές της ζωής και όχι ρίψασπεις.Να αφήσουν το καναπέ , να μπουν στο στίβο της ζωής ,αφήνοντας τη μοιρολατρεία κατά μέρος. Η ζωή δε χαρίζεται ,αλλά ,όπως και η ελευθερία ,καταχτιέται.

marpolix

ΡΕΝΤΕΖΕΛΑΣ είπε...

ΚΑΙ ΠΡΟ ΠΑΝΤΩΝ ΝΑ ΜΑΥΡΙΣΟΥΝ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΜΑΥΡΙΣΑΝ ,ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ Θ ΑΝΑΠΝΕΑΜΕ ΛΙΓΟ ΑΠΟ ΤΗ ΣΦΟΔΡΗ ΧΙΟΝΟΘΥΕΛΛΑ ΤΟΥ ΔΙΑΣΕΛΟΥ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ

Ανώνυμος είπε...

Το χαβά του ο κούκος.....

Ανώνυμος είπε...

ρε μουρλος εισαι?? να ξαναιδω να παρουμε τραιστινα γιοματη ψωμοζυμαρο στον ωμο????ασε που θα με ξαναβαρεσει στη μουρη κεινος ο καραγιαλις που φυσαγε μολις εβγαινες στο ξαγναντο στη ραχη...ακομα κριενω.......λειπουνε και καμποσοι............gerolykos

Ανώνυμος είπε...

καααααααααααλα, μαρεντζες τελειως ....ΙΙ αν δεν εισαι ο σχετος