Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

Κοκκινολαίμης, το αηδόνι του χειμώνα

Ο κοκκινολαίμης ή αλλοιώς,καλόγιαννος, αν και ιδιαίτερα κοινωνικός με τους ανθρώπους, είναι καχύποπτος με άλλα πουλιά
Όπου και αν στρέψει κανείς το βλέμμα του τον χειμώνα θα δει έναν κοκκινολαίμη να δίνει χρώμα στο τοπίο. Στο βουνό, στον κάμπο, στο δάσος, στην παραλία, σε πάρκα και κήπους, ακόμη και σε χαραμάδες. Θα τον δει να κινείται με τα μικρά, αλλά ψηλά σε σχέση με το σώμα του, πόδια ανασηκώνοντας με χαρακτηριστικό τρόπο την ουρά του. 
«Στολίδι» του χειμώνα, έρχεται στην Ελλάδα από τη Βόρεια και Κεντρική Ευρώπη, για να ξεχειμωνιάσει. Στις αρχές της Άνοιξης φτερουγίζει και πάλι για βορειότερες περιοχές. 
Εντούτοις, όπως αναφέρει ο δασολόγος και συνεργάτης της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας κ. Παναγιώτης Λατσούδης έχει παρατηρηθεί ότι ένα με δύο ζευγάρια παραμένουν στην καρδιά της Αθήνας, στον Εθνικό Κήπο και λίγα ακόμη στα βόρεια προάστια καθώς και σε περιοχές της χώρας με μεγαλύτερο υψόμετρο.
 Το λατινικό όνομα του είδους είναι Erithacus rubecula και προέρχεται από το ελληνικό όνομα Ερύθακος. Σύμφωνα με τον Πλίνιο, ο Ερύθακος ήταν ένα πουλί του χειμώνα το οποίο το καλοκαίρι μεταμορφωνόταν σε κοκκινούρη. Σήμερα ωστόσο οι επιστήμονες γνωρίζουν ότι ο κοκκινούρης είναι άλλο είδος που επισκέπτεται τη χώρα μας τους θερινούς μήνες. Απλώς η άφιξή του συμπίπτει με την αναχώρηση του κοκκινολαίμη για τον βορρά.

Ιδιαίτερα μοναχικό είδος, ο κοκκινολαίμης, ή καλογιάνος όπως είναι ένα από τα πολλά λαϊκά του ονόματα, γίνεται καχύποπτος κυρίως τον χειμώνα. Κι αυτό για να μη χρειάζεται να μοιρασθεί την τροφή του με άλλους. Ούτε καν τη σύντροφο που πέρασαν μαζί το περασμένο καλοκαίρι δεν θέλει κοντά του. Το χειμωνιάτικο κελάηδημά τους (είναι πιο μελαγχολικό από εκείνο του καλοκαιριού), τόσο του αρσενικού όσο και του θηλυκού, αποτελεί, όπως αναφέρει ο κ. Λατσούδης, μια σαφή δήλωση: «Μην πλησιάσει κανένας άλλος κοκκινολαίμης στην περιοχή μου γιατί θα λογαριαστούμε!».

Το αηδόνι του χειμώνα, αν και ιδιαίτερα μικρό σε μέγεθος (δεν ξεπερνά τα 14 εκατοστά) γίνεται ιδιαίτερα επιθετικό όταν απειλείται ο ζωτικός του χώρος και τα αποθέματα της τροφής που θα τον κρατήσουν στη ζωή τους κρύους μήνες του χρόνου.

«Ο κοκκινολαίμης ιδρύει όλο το χρόνο επικράτειες, τις οποίες υπερασπίζεται σθεναρά από εισβολείς και διεκδικητές, έτσι θα ακούσουμε το τραγούδι του όλο το χρόνο. Το παράδοξο όμως είναι ότι το χειμώνα κελαηδά και το θηλυκό που επιθυμεί και αυτό να έχει μια αποκλειστικά δική του επικράτεια! Έτσι, σε κάθε θέση βλέπουμε συνήθως μόνο ένα Κοκκινολαίμη, εκτός από την αναπαραγωγική περίοδο», λέει η υπεύθυνη δράσεων ευαισθητοποίησης της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας κυρία Ρούλα Τρίγκου..

Πάντως, χάρις του τολμηρού του χαρακτήρα όλοι μπορούν να δουν κατά την περίοδο του χειμώνα ένα κοκκινολαίμη. Αποτελεί ένα από τα δημοφιλέστερα και αγαπητά μικροπούλια. Κελαηδά το χειμώνα έναν από τους μελωδικότερους και μελαγχολικότερους σκοπούς.

Εξαιτίας της ιδιαίτερης συμπεριφοράς του, αλλά και της ομορφιάς του, έχει γίνει «ήρωας» σε πλήθος παιδικών βιβλίων, ελληνικών και ξένων και έχει εμπνεύσει μεγάλους Έλληνες ποιητές όπως τον Γεώργιο Δροσίνη, τον Ηλία Βενέζη και τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Χαρακτηριστική η πρώτη στροφή του ποιήματος του Βαλαωρίτη «Ο Καλογιάννος»:

«Μὴ μὲ ρωτᾷς ποῦθ᾿ ἔρχομαι, μὴ μὲ ρωτᾷς ποῦ τρέχω
πατρίδα ἐγὼ δὲν ἔχω
παρὰ τοῦ βάτου τ᾿ ἄγριο, τ᾿ ἀγκαθερὸ κλαρί.
Μὲ δέρνει τ᾿ ἀνεμόβροχο, εἶμαι φτωχὸ πουλί,
Ὁ λόγκος τὸ παλάτι μου, καὶ βιό μου εἶν᾿ ἡ χαρά,
πετῶ, κορνιάζω ξέγνοιαστος οσῶχω τὰ φτερά». 
Βασιλιάς των πουλιών κατά την παράδοση 
Η λαϊκή παράδοση τον θέλει βασιλιά των πουλιών. Σύμφωνα με ένα λαϊκό παραμύθι από το Αγρίνιο μια φορά τα πουλιά ζητούσαν βασιλιά και ο Θεός τους είπε ότι τη θέση θα πάρει εκείνος που θα πετάξει ψηλότερα. Τα περισσότερα πουλιά δεν ήθελαν να συμμετέχουν σε έναν άνισο αγώνα διότι γνώριζαν ότι θα κέρδιζε ο αετός. Μόνον ο καλόγιαννος επέμενε.
Έτσι όταν ο αετός πέρασε όλα τα πουλιά στο ύψος φώναξε: «Ποιος μπορεί να πετάξει ψηλότερα από μένα;» Και ο καλόγιαννος, που είχε κρυφτεί στη ράχη του, φτερουγίζοντας λίγο ψηλότερα φώναξε: «Εγώ». Έτσι έγινε βασιλιάς των πουλιών. 
Πώς να γίνετε «φίλος» με έναν κοκκινολαίμη 

Το λεπτό ράμφος του κοκκινολαίμη προδίδει την προτίμησή του στα έντομα, αλλά τρέφεται και με καρπούς. Κατά την περίοδο του χειμώνα τα πουλιά χρειάζονται πλούσια τροφή που θα τους δώσει ενέργεια ώστε να αντεπεξέλθουν στις δύσκολες καιρικές συνθήκες. Τότε μπορείτε να τοποθετήσετε στον κήπο σας επιτραπέζιες ταΐστρες με ξηρούς καρπούς όπως ηλιόσπορους, βρώμη, κ.ά. καθώς και με φρούτα όπως μήλα και αχλάδια. Οι κοκκινολαίμηδες της περιοχής σας θα τα εκτιμήσουν δεόντως!

8 σχόλια :

κουκος απο σφενταμακια είπε...

ο καλογιαννος
"Χειμώνιασε και φεύγουν τα πουλιά
γοργά ο πελαργός τα πελαγώνει
κι η φλύαρη χελιδονοφωλιά
χορτάριασε παντέρημη και μόνη.

Του σπίνου χάθηκ` η γλυκιά λαλιά
φοβήθηκε ο μελισσουργός το χιόνι
κι η σουσουράδα στην ακρογιαλιά
δεν τρέχει δεν πηδά δεν καμαρώνει.

Στης λυγαριάς τ` ολόξερο κλαδί
του φθινοπώρου φτωχικό παιδί,
ο καλογιάννος πρόσχαρος προβάλλει,

με λόγια ταπεινά και σιγανά.
Μικρός προφήτης, φτερωτός μηνά
την άνοιξη, που θα γυρίσει πάλι."

(Γεωργίου Δροσίνη) για την αντιγραφη κουκος

κουκος είπε...

Ὁ Καλογιάννος

Ἰωάννη Βαλαωρίτη
τῷ γλυκυτάτῳ μου υἱῶ

Μὴ μὲ ρωτᾷς ποῦθ᾿ ἔρχομαι, μὴ μὲ ρωτᾷς ποῦ τρέχω·
πατρίδα ἐγὼ δὲν ἔχω
παρὰ τοῦ βάτου τ᾿ ἄγριο, τ᾿ ἀγκαθερὸ κλαρί·
μὲ δέρνει τ᾿ ἀνεμόβροχο, εἶμαι φτωχὸ πουλί.
Ὁ λόγκος τὸ παλάτι μου, καὶ βιό μου εἶν᾿ ἡ χαρά·
πετῶ, κορνιάζω ξέγνοιαστος ὅσο ῾χω τὰ φτερά.

Λίγη δροσούλα τ᾿ οὐρανοῦ τ᾿ ἀκούραστο λαρύγγι
μοῦ τὸ ξεφρύγει, ὅταν διψῶ, καὶ ζῶ μ᾿ ἕνα μυρμήγκι.
Ξυπνῶ τὸ γλυκοχάραμα· τοῦ ἥλιου τὴν ἀχτίδα
φορῶ μαλαμοκέντητη βασιλικὴ χλαμύδα
κι ἀρχίζω τὸ τραγούδι μου. Στὰ σύγνεφ᾿ ἀνεμίζει
περήφανος σταυραϊτός, τὸν κόσμο φοβερίζει,
κ᾿ ἐγὼ τὸν βλέπω καὶ γελῶ... Δὲν τοῦ φθονῶ τὴν τύχη,
οὔτε μὲ σκιάζει τ᾿ ἄσπλαγχνο, τὸ φοβερό του νύχι,
γιατὶ δὲν καταδέχεται μ᾿ ἐμένα νὰ χορτάσει
θεριὸ ποὺ πρὸς τὴ δόξα του βρίσκει στενὴ τὴν πλάση.
Τὸ κράζουν αὐτοκράτορα... τοῦ φόρεσαν κορόνα,
μᾶς τό ῾πλασαν δικέφαλο... τοῦ γράφουν τὴν εἰκόνα...
Στὴ μιὰ τὴ φούχτα νὰ κρατεῖ χρυσὴ τοῦ δίνουν σφαῖρα,
στὴν ἄλλη του γυμνὸ σπαθί... κ᾿ ἐπῆρε ὁ νοῦς του ἀγέρα!

Τὸ πρῶτο τοῦ φθινόπωρου ποὺ φαίνεται λουλούδι
εἶν᾿ ἡ ξανθή μου κυκλαμιά. Ἐγὼ μὲ τὸ τραγούδι
τὴν ἀνακράζω ἀπὸ ψηλά, κ᾿ ἐκείνη στὴ φωνή μου
γοργὰ προβαίνει ὁλόχαρη. Πιστὸν προξενητή μου
τὸ πρωτοβρόχι δέχεται στὸ φτωχικὸ κρεβάτι
καὶ δείχνεται στὸ φίλο της ἐντροπαλή, δροσάτη...
Δὲν σὲ ζηλεύω σταυραϊτέ! Τοῦ πριναριοῦ μου ἡ μάζα
ἀξίζει τὴν κορόνα σου καὶ τὰ χρυσὰ τσαπράζα.
Δὲν ἀνεβαίνω σὰν ἐσὲ καὶ σὰν ἐσὲ δὲν πέφτω
στὴν ἁρπαγή, στὸ σκοτωμό, κι ἄλλο ποτὲ δὲν κλέφτω
παρὰ μὲ τὸ τραγούδι μου καμιὰ καρδιὰ καμένη.
Ἐσὲ σὲ βάφουν αἵματα, ἐμὲ ἡ δροσιὰ μὲ πλένει.
Ζῶ μὲ τὰ φύλλα τὰ χλωρά, μὲ τ᾿ ἄνθη θὰ πεθάνω,
κι ἀφήνω χωρὶς κλάματα τὸν κόσμο αὐτὸν τὸν πλάνο.

Μιὰ μόνη ἀγιάτρευτη πληγὴ ἔχω βαθιὰ κρυμμένη
στὴν ἄκακή μου τὴν καρδιά, καὶ κάποτε πικραίνει,
διαβάτη, αὐτή μου τὴ χαρά...
εἶχ᾿ ἀγαπήσει μία φορὰ
στὸ πρῶτο τὸ ταξίδι μου μιὰ καλογιαννοπούλα,
γκόλφι τοῦ λόγκου ἀτίμητο, καὶ σὰν ἐμὲ φτωχούλα.
Σ᾿ ἕνα κλαρὶ παράμερο, μακρὰ ἀπὸ κάθε μάτι,
ἐγὼ κ᾿ ἐκείνη ἐστήσαμε τὸ νυφικὸ κρεβάτι,
καὶ μὲ τραγούδια ἀδιάκοπα καὶ μὲ τὸν ἔρωτά μας
κρυφὰ κρυφὰ ἀναθρέφαμε, διαβάτη, τὰ παιδιά μας.
Μιὰ νύχτα ποὺ τὴν ἕσφιγγα γλυκὰ μὲ τὰ φτερά μου
κ᾿ ἔνιωθα μοῦ λαχτάριζε στὴ φλογερὴ ἀγκαλιά μου,
ἀκούω ποὺ τρέμει τὸ κλαρὶ καὶ βλέπω ἕναν ἀστρίτη
ποὺ κοίταζε νὰ καταπιεῖ τὸ φτωχικό μας σπίτι.
Τὰ μάτια ποὺ μοῦ κάρφωσε στὴν ὄψη τὸ θερίο,
ἡ γλῶσσα του ἡ διχαλωτή, τὸ χνότο του τὸ κρύο,
διαβάτη, μ᾿ ἐμαρμάρωσαν... ἐσβήστηκα... δὲν εἶδα
τὴ φοβερή μας τὴ σφαγή... Στὴν πρώτην τὴν ἀχτίδα
τοῦ ἥλιου, ποὺ μ᾿ ἐπύρωσε, ξυπνῶ στὴ γῆ ριμμένο...
Μοῦ λεῖπαν ὅλα τὰ παιδιά... βαρύ, κουλουριασμένο
τὸ σερπετὸ ἐκοιμότουνε μὲς στὴ φωλιὰ χορτάτο
κ᾿ ἡ μάνα ἑτοιμοθάνατη, ποὺ σπάραζε στὸ βάτο,
εἶχε τὴ σάρκα ὁλάνοιχτη... Ὁρμῶ, τὴν ἀγκαλιάζω·
τοῦ κάκου σκούζω, δέρνομαι· τοῦ κάκου τήνε κράζω...
K᾿ ἐκεῖ ποὺ τῆς ἐμάλαζα τὰ ξεσχισμένα στήθη,
διαβάτη μου, τὸ αἷμα της στὴν τραχηλιά μου ἐχύθη.
Κι ἀπὸ τὰ τότε μὄμεινε μὲς στὴν καρδιὰ ἡ πικράδα
καὶ στὸ λαιμὸ παντοτινὰ γραμμένη ἡ κοκκινάδα...

Ἀλλά... δὲ θέλω κλάματα· μακρὰ ἀπὸ μένα ὁ πόνος.
Βασιλικὸ παλάτι μου εἶναι τ᾿ ἀράμνου ὁ κλῶνος
καὶ βιό μου εἶν᾿ ἡ χαρά.
Θέλω νὰ ζήσω ξέγνοιαστος ὅσο ῾χω τὰ φτερά.

Ανώνυμος είπε...

καλημμερα!! -2 στο Χωριο!
πκ

Ανώνυμος είπε...

έριξε χιόνι ή μονοσκαμαγκίδα και τσιφουρίλα!

κουκος απο σφενταμακια είπε...

καλημερα πκ...αντε να κατεβουμε....
πως τοπες 08.52 μονοσκαμαγκιδα; χαχαχαχαχαχαχαχαχα καλημερα...καλημερα σ ολους ...αφου εβαλε ο νις κοκινολαιμη και θα επεφτε η θερμοκρασια και θα χιονιζε

Ανώνυμος είπε...

σκαμμαγγίδα το λέμε , είναι το ψιλό το χιόνι που το φέρνει ο πολύ κρύος αέρας του βοριά και δεν κολλάει στη γή.

το τσιφουρίλα ,είναι το ανυπόφορο κρύο με αέρα , το λέμε και αλλιώς τσιάφι

κουκος απο σφενταμακια είπε...

ναι καταλαβα....μονοσκαμαγκιδα που θα ελεγε μια μακαριτισα χωριανη μας ...χοχοχοχο.

Ανώνυμος είπε...

(σκαμμαγγίδα) πρέπει να βγαίνει από το σκάμμα (λάκος) +αγγίζω, γιατί μόνο σε σκαμμένα εδάφη έπιανε λίγο το χιόνι που έπεφτε με δυνατό αέρα .

.