Τρίτη, 13 Αυγούστου 2013

Η Τροφή των Θεών!

Το σκοτάδι κυοφορεί όνειρα, φτιάχνει όνειρα, μέσα σε τρελές από έξαψη σκιές και λόγια που σιώπησαν μπροστά στον ενθουσιασμό. Το σκοτάδι είναι φίλος, εξευγενίζει τα θέλω και τα ντύνει όμορφα με φεγγαρόσκονη, πλάθει υποσχέσεις που ποτέ ίσως δεν θα τολμήσουν να λεχθούν και θα ξεψυχήσουν ηρωικά στο πρώτο φως της αυγής. Το σκοτάδι είναι μαγικό τελικά, συντροφεύει τα πάθη και τις επιθυμίες, όχι από θέμα σεμνοτυφίας, αλλά σχεδόν θεατρικά, συνυφαίνοντας ηδονικά τον αισθησιασμό μαζί με τις καυτές ανάσες και τα ατελείωτα φιλιά.
Και ο κόσμος ξαφνικά αποκτά φορτωμένες κερασιές, καραμέλες βουτύρου και ευτυχισμένα χαμόγελα, χάρτινα καραβάκια και ατίθασα γυαλιστερά μπαλόνια, μητέρες που αγκαλιάζουν τα  βρέφη τους και παχιά τεμπέλικα σύννεφα που περιδιαβαίνουν τους ουρανούς. Ο κόσμος ξάφνου γίνεται ροζ, μα και μπλε, και κόκκινος, γίνεται γλυκός σαν την Μερέντα των παιδικών μας χρόνων, ο κόσμος γίνεται τόσος δα, σαν ένα σπυρί σιτάρι έτοιμο να βλαστήσει, και είναι δικός σου, κατάδικός σου, τι Θεϊκή ψευδαίσθηση…

Τα μάτια παλεύουν και αγωνιούν, κλείνουν μόνο φευγαλέα γιατί δεν αντέχουν την ομορφιά, τρώνε ασταμάτητα την εικόνα, τον πόθο, το πάθος, αδηφάγα ξελογιασμένα μάτια, πανάθεμα σας.   :twisted:

Θυμάμαι κάτι υπέροχα χέρια, κάτι παλάμες αγκαλιές σωστές, χέρια που έμοιαζαν να χόρευαν βαλς στον αέρα, θυμάμαι πως τα πόθησα πολύ αυτά τα χέρια ένα στρυφνό Καλοκαίρι, θυμάμαι πικρά πως δεν τα χάιδεψα αρκετά, όσο θα ήθελα, γιατί φύγαν όπως όπως μακριά από τις πεινασμένες ρώγες των δακτύλων μου, τρομαγμένα ίσως θαρρώ. Μερικοί πόθοι μένουν ανεκπλήρωτοι, τι να κάνουμε, είναι πόθοι δοκιμασίες, είναι πόθοι τιμωρίες ίσως, δεν ξέρω, απλά σου αφήνουν ένα παντοτινό κενό.

Οι αναμνήσεις των πόθων, παλιών και νέων, δεν έχει σημασία, εκπληρωμένων και ανεκπλήρωτων, πάλι δεν έχει σημασία, είναι αυτές που σε κάνουν να ζεις, να αναπνέεις, μη μπερδεύεσαι, δεν είναι έρωτας, είναι η τροφή των Θεών.

Ο κόσμος που μας κληροδότησαν είναι άκαρδος, έχει ανώμαλες και απάνθρωπες ηθικές που μας στραγγίζουν, μας πεθαίνουν, μας κάνουν σκιές του εαυτού μας. Ο κόσμος είναι φτιαγμένος από ηλίθια “μη”, είναι φοβικός και παράλληλα γεμάτος υποκρισία, είναι ένας κόσμος δήθεν και του έχω γυρίσει επιδεικτικά την πλάτη. Προτιμώ να ζω παιδικά, αθώα, αθώα όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι, και όχι όπως το καταλαβαίνουν πιθανόν οι ανοργασμικοί και ανοργασμικές όλου του κόσμου.

Η Δημιουργία είναι ένα χάρισμα, ένα θεϊκό χάρισμα, μας αναδεικνύει και μας εξυψώνει, αλλά αυτό που δεν καταλαβαίνουν οι μικρόψυχοι, είναι πως για να δημιουργήσεις πρέπει να ρουφάς την ζωή, να την πιπιλίζεις αφήνοντας της σημάδια που θα μαρτυράνε τις επιθυμίες σου. Δημιουργία μέσα σε συντηρητικά στεγανά, δημιουργία με χαλινάρια, είναι απλά στείρα, ήδη πεθαμένη, άνευ ενδιαφέροντος. Αυτός ο κόσμος τελικά, για να επανέλθω στα προηγούμενα, μας έχει διδάξει πως να ευνουχιζόμαστε με τα ίδια μας τα χέρια, πως να αυτοαναιρούμε τον λόγο της ύπαρξης μας. Και καταλήγουμε οι περισσότεροι έτσι να ζούμε από συνήθεια, να αγαπάμε από συνήθεια, να αναπνέουμε από συνήθεια, αξιολύπητα αντροειδή με σάρκες και αίμα.


Το σκοτάδι πέρασε και έφυγε μαζί με την μικρή μεγάλη ιστορία του, αλλά άφησε πίσω του και μέσα μου ενέργεια, καλή ενέργεια, ενέργεια που με γεμίζει αγάπη για όλα και για όλους, αγάπη που μπορώ αβίαστα να προσφέρω σε αυτούς που νοιάζομαι. Τι πιο ωραίο; Μασάω αργά και αυτάρεσκα την τροφή των Θεών και χαίρομαι που έχω καταφέρει να ξεφύγω από αυτόν τον κόσμο που έφτιαξαν για μένα χωρίς εμένα.

6 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Αρεσμω και παλι Αρεσμω
ντροπη σας κυριε

Ανώνυμος είπε...

Σε ποιον ντροπή και γιατί? Τι εννοείς?

Ανώνυμος είπε...

Θέλω σουβλάκια να φάω.
Θα υπάρχουν;

Ανώνυμος είπε...

στραγάλια με τσίπουρο δεν σου κανουν?

Ανώνυμος είπε...

Αλλοτινές μου εποχές
αλλοτινοί μου χρόνοι

Αχ και να ‘ρχόσαστε ξανά..

δεν περίμενα να αναπολήσω τη μιζέρια
των περαμ΄σνων χρόνων, αλλά και εγώ δε θέλω πια οδοντογλιφίδες σε ζελατίνη στο πανηγύρι του χωριού ,προτιμώ τα παλά ξύλινα τραπέζια με ότι είχε η φτώχια μας πάνω στη λαδόκολα.

Ανώνυμος είπε...

Εκείνη η μιζέρια δεν ήταν απογυμνωμένη και μόνη της. Συνοδευόταν από κάποια συναισθήματα και μια ανεμελιά.
Εκεί είναι και όλη η ουσία
πκ