Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

ΟΙ ΓΛΑΝΙΤΣΙΩΤΕΣ ΕΡΓΑΤΕΣ ΣΤΗΝ ΗΛΕΙΑ

Του "Νοσταλγού"
  Από τα τέλη του περασμένου αιώνα και μέχρι την κατοχή την πρώτη θέση ανάμεσα  στις καλλιέργειες της Ηλείας  είχε η μαύρη(κορινθιακή) σταφίδα. Στις αρχές του αιώνα μας, αναφέρει η πολιτική ιστορία, η Ηλεία και ειδικότερα η Μπαρμπάσαινα έριξε την κυβέρνηση Ράλλη για το σταφιδικό πρόβλημα.
     Το εύφορο χώμα και το ζεστό κλίμα ευνοούσαν την καλλιέργεια και την απόδοσή της κι έκανε πλούσιους τους νοικοκυραίους και τους εμπόρους. ΄΄…. Πόχει στον Πύργο χτήματα….΄΄
     Και η δουλειά γινόταν όλη με τα χέρια, άγνωστο το μηχάνημα προπολεμικά. Σήμερα η καλλιέργεια της σταφίδας έχει περιοριστεί πολύ και οι αγρότες στράφηκαν σ΄ άλλες αποδοτικότερες καλλιέργειες, που γίνονται με μηχανικά μέσα. Πουθενά χέρι.                                                                                                            

΄Υστερα μάλιστα από την κατασκευή δύο μεγάλων αρδευτικών έργων του Αλφειού και Πηνειού και την αποξήρανση των λιμνών Μουριάς και Αγουλινίτσας ο κόσμος στράφηκε προς την καλλιέργεια οπωροκηπευτικών και προς την οικόσιτη (εσταβλισμένη) κτηνοτροφία.
   Τον καιρό, λοιπόν, που η σταφίδα ήτανε στις δόξες της κι όλες οι καλλιεργητικές φροντίδες γινόσαντε  με τα χέρια, κατεβαίνανε παρέες-παρέες οι εργάτες από τα ορεινά χωριά.
   Οι Γλανιτσιώτες πρώτοι και καλύτεροι. Ο παντοτινός τους σύντροφος, η φτώχια, τους ανάγκαζε να βγαίνουν νωρίς στο ξενοδούλι. Παλληκαράκια αμούστακα και κοριτσόπουλα μαραμένα απάνου στον ανθό τους, μαζί με ψημένους και δυνατούς δουλευτάδες φτιάνανε παρέες. Κατά τη συγκρότηση της παρέας, που επικρατούσαν συγγενικοί και φιλικοί δεσμοί, φροντίζανε να μην υπάρχει ομοιογένεια. Ανάμεσα στους γερούς εργάτες ρίχνανε και καμιά γυναίκα αδύνατη, κανά νέο παιδί και καμιά τσιούπα ανύπαντρη,- ν΄αγοράσει  μπακέτα νέματα για τα προικιά της. Ξεκινάγανε, μπαίνοντας ο Φλεβάρης, για το σκάψιμο, τη βαρύτερη και δυσκολότερη δουλειά. Με τα πόδια και ζαλωμένοι το σάϊσμα, το ματαράτσι, τα παλλαξίματα και καμιά πουγανιά ψωμί. Τις περσότερες φορές την πληρώνανε οι γυναίκες της παρέας από ανάγκη,ντροπή ή φιλότιμο. Ο δρόμος που ακολουθούσαν ήταν ΄ Μύλος Κιάρνης - Κατσουλιά-Τρόπαια-Τουμπίτσι- Σεϊντάγα γιοφύρι- Ντοάνα-Λυκούρεσι-Μουριά-Λιναριά και φτάνανε στο Λαμπέτι. Εκεί είχε βαριά χώματα, γερά χτήματα και οι νοικοκυραίοι περίμεναν τους Γλανιτσιώτες, γιατί τους ήξεραν για καλούς εργάτες και φιλότιμους δουλευτάδες. Οι αδύνατες παρέες δεν την ΄΄ κολλάγανε΄΄ στο Λαμπέτι τραβάγανε κατά τα Φωναϊτικα, στ΄αμμουδερικά. ΄Αλλοι πηγαίνανε προς Αμαλιάδα-Χάβαρι.
   Βρίσκανε τ΄αφεντικά, κόβανε το μεροδούλι, κανονίζανε τη διαμονή στις χαμοκέλες και πιάνανε δουλειά. Φυσικά ούτε λόγος για οχτάωρο τότε. (Το οχτάωρο εφάρμοσε ο Μεταξάς στην προσπάθειά του να γίνει αγαπητός στο λαό και να πάρει μαζί του τους εργαζόμενους) Αστρια  μ΄ άστρια τα πρώτα χρόνια, ήλιο με ήλιο αργότερα.
     Πρώτος μπροστά, πήγαινε ο πρωτεργάτης (καπετάνιος),που ήταν ο αρχηγός της παρέας και ο συντονιστής της δουλειάς. Γνώριζε τις δυνάμεις της παρέας του και τις απαιτήσεις του αφεντικού. Προστάτης των εργατών, ήταν, για τους ανθρώπους του ενδιαφερότανε περσότερο. Κοντά στον καπετάνιο ο μασκαλιάρης, παραπίσω ο τριτομάσκαλος, στη σειρά οι άλλοι και τελευταίος ο κολαργάτης, που έφτιανε την αποσκαφή. Η αράδα, που έπαιρνε ο καθένας, ήτανε  κανονισμένη, ο ένας σκιστής, ο άλλος ξελακωτής. Στις γυναίκες και στους αδύνατους ρίνανε οι διπλανοί κουτρούλια, για να πηγαίνουνε κοντά.
    Τ΄ αφεντικό παράστεκε και παρακινούσε:΄΄ Αϊστε παιδιά, βαρείτε ΄΄. Σκοπός του να μαυρίσει περσότερο χτήμα την ημέρα και να μην το χώνουνε άσκαφτο. Ο ιδρώτας ποτάμι, οι πουκαμίσες αφρίζανε, η θεία κατάρα ΄΄με τον ιδρώτα του προσώπου σου να τρως το ψωμί σου ΄΄ καταξιώνεται. Σκληρή δουλειά, σπάει κόκκαλα, μουδιάζει τα μέλη του σώματος. Τα χέρια αγριεύουνε, ροζιάζουνε. Αίμα τρέχουνε τα τρυφερά. Τραβιόνται απόμερα για προσνερού τους οι πρωτάρηδες και τα κατουράνε να ψηθούνε. Έτσι τους ορμηνέψανε οι παλιότεροι.
Αϊντε παιδιά τραβάτε…..
Καταραμένη φτώχια!!!!
     Παρόλα αυτά δεν κοβότανε η μιλιά τους και η πειραχτική τους διάθεση. Το έξυπνο αστείο, καλαμπούρι, απαλαίνανε την κούραση. Καμιά φορά υπήρχε κέφι για τραγούδι. Το παίρνανε τότε, όσοι είχανε ανάκαρο, στα δύο, παραπονιάρικα και με μακρόσυρτες τις καταλήξεις:
Άιντε, μωρέ, ήλιε μου τι μαρμάρωσες,
Δε μπας να βασιλέψεις;
Σε κακοτρέχει η γιεργατιά
Κι οι ξενοδουλευτάδες.
Άλλος δουλεύει για ψωμί
Κι άλλος για το προσφάϊ….΄΄
Κι απλωνότανε γλυκά-γλυκά και ρυθμικά στον κάμπο πέρα.
     Δεν ήσαντε λίγες οι φορές, που μερικά αφεντικά, πονηρά κι αχόρταγα, ρίχνανε ανάμεσα στη Γλανιτσιώτικη παρέα και ντόπιους εργάτες, για να την παρασύρουν σε γληγορότερο σκάψιμο. Παίζανε το ρόλο του προβοκάτορα, όπως θα λέγαμε σήμερα. Μα στους Γλανιτσιώτες δεν χοράγανε αυτά. Δεν τους βγαίνανε οι ντόπιοι ούτε στη δούλεψη, ούτε στο φιλότιμο.
    Τότε ο καπετάνιος ή κάποιος άλλος της παρέας, που το λέγανε τα κότσια του, τους έπεφτε από κοντά και τους εξανάγκαζε να πετάξουνε τις αξίνες κιοτισμένοι. Και δεν ήσαν λίγες οι περιπτώσεις, που άστραφταν οι αξίνες στον ήλιο όχι για να πέσουνε στα κουτρούλια, αλλά σε μερικά κούφια κεφάλια. Ο καπετάνιος πλησίαζε τ΄ αφεντικό:
-΄Η εμείς, ή αυτοί. Κανόνισε. Δύο άτια σ΄ενα νταβλά δε χοράνε.
     Με το σούρουπο μαζευόσαντε στη χαμοκέλα, ετοιμάζανε το λιτό τους φαγητό, ο εργάτης θέλει χουλιάρι να χορτάσει- και κατεβάζανε μερικά ποτηράκια δυνατό καμπίσιο κοκκινέλι.  Εκεί ξαπλωμένοι στα σαϊσματα, παραφωτιά, ξεχνάγανε την κούραση της ημέρας το ρίχνανε στα πειράγματα, στ΄ αμίμητα Γλανιτσιώτικα αστεία και καλαμπούρια κι αποχτούσαν κουράγιο. Εκείνη τη ώρα νιώθανε το συναίσθημα της ύπαρξης τους σαν ελεύθερες προσωπικότητες κι ότι δεν αλλοτριωθήκανε, δεν γίνανε πράγματα άβουλα και υποταχτικά στα χέρια των άλλων.
    Μετά το καλαμπούρι ερχότανε και το τραγούδι. Αυτά  τα δύο είναι η ίδια η ζωή του Γλανιτσιώτη. Και το παίρνανε ένα καλά κι όμορφα βαριές αντρίκιες φωνές, μόλα τα τσακίσματα και τα γυρίσματα, γνήσια κι ανόθευτα Δημοτικά τραγούδια, ίδια κι΄ απαράλλαχτα, όπως έρχονταν από τα βάθη της λαϊκής μας παράδοσης, από τους αρματολούς και τους κλέφτες:
΄΄ Εμένα τόχε η τύχη μου, τόχει το ριζικό μου ….΄΄
΄΄ Τρείς ανδρειωμένοι βούλησαν να βγουν από τον Αδη …΄΄
΄΄ Τίποτα δεν εζήλεψα δω στον απάνου κόσμο….΄΄΄
΄΄ Χήρα ΄χεν όμορφον υγιό ….΄΄
΄΄ Μάνα με μικροπάντρεψες και μ΄ έδωσες στους κάμπους ….΄΄
και τους έπαιρνε γλυκά ο ύπνος, να τους δώκει δύναμη, να την αδειάσουν πάλε την άλλη ημέρα στην καλλιέργεια της ξένης γης, που, ποτισμένη με τον ιδρώτα τους τον τίμιο, γεννοβολούσε κι έφερνε άφθονο το βιός στ΄ αφεντικά.
     Στον Πύργο είχανε γνωστά τους μαγαζιά για το καθετί.
Κάνανε τίμια και παστρικά νιτερέσια και τους είχανε μεγάλη αναμπιστοσύνη. Ένα τέτοιο ήτανε για πολλά χρόνια του συμπατριώτη- μακαρίτη Πάνου Ροζή.
    Μόλις τέλειωνε το σκάψιμο, παίρνανε το δρόμο του γυρισμού. Με τη χαρά που δίνει ο γυρισμός στον τόπο σου, ζεστοί, γιατί αγροικάγανε το κομπόδεμα του ιδρώτα στην τσιέπη και με τα λίγα ψωνάκια τους, δόστου το γνωστό ποδαρόδρομο, που τόσες φορές τον είχανε περάσει. Μερικοί μένανε γι΄ αργότερα και γι΄ άλλες δουλειές.
     Αρκετοί αποφάσισαν να σταματήσουν το απάνου - κάτου και ρίζωσαν μόνιμα στην Ηλεία. Άλλες οικογένειες εγκαταστάθηκαν εκεί μεταπολεμικά και κυρίως μετά το ΄΄πνίξιμο ΄΄  του κάμπου από τα νερά της τεχνητής λίμνης του Λάδωνα.
Εκεί πρόκοψαν, απόχτησαν περιουσίες, δημιούργησαν οικογένειες, έδιωξαν από κει παιδιά για την ξενιτειά, έθαψαν γονιούς και δέθηκαν με τον τόπο.
     Έγραψα αυτές τις αράδες (θα μπορούσε να γίνει πάνω στο θέμα αυτό πλατύτερη και βαθύτερη έρευνα και ιστορικοκοινωνική μελέτη) από αγάπη προς το χωριό μου- το χωριό μας- και τους συμπατριώτες μου. Από λατρεία για το  παρελθόν των άξιων δουλευτάδων, των πατέρων μας, των παππούληδων και των προσπάπων μας, που με ιδρώτα και αίμα κατόρθωσαν να επιβιώσουν και να δημιουργήσουν. Που μπορεί να μην μας άφηκαν για κληρονομιά οικόπεδα και πολυκατοικίες, μας κληροδότησαν όμως την ανθρωπιά, τον τίμιο, αληθινό και ειλικρινή τρόπο ζωής, τον αισιόδοξο και χαρούμενο, το γνήσιο και παστρικό.
    Γεμάτο από μια πλούσια και αξιοζήλευτη λαϊκή παράδοση τα θαυμάσια πνευματώδη- έξυπνα ανέκδοτα, με το τραγούδι και το χορό, με ηθικοπνευματικές δυνάμεις τέτοιες, που στεκόμαστε σήμερα επάξια στην κοινωνία και με το κεφάλι ψηλά, όπου γης ,ΟΙ ΓΛΑΝΙΤΣΙΩΤΕΣ.                                                                                                                   
  Για την αντιγραφή Ροζής Σόλων


17 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

Γειά σας, Εμείς είχαμε σταφίδα στην Αμαλιάδα. Ξέρω όλη τη διαδικασία, παρ' όλο που έχω φύγει από το 1969 από εκεί,στα 19 μου. Σκάψιμο, κάθερο, κλάδεμα, σκάλισμα, χαράκι, ράντο [έτσι έλεγαν το ράντισμα] θειάφισμα, τρύγο, άπλωμα, σταφιδόπανα κ.λ.π. Γύρω στο 15αύγουστο είχαμε περίπου 10 εργάτες. Εγώ άπλωνα στα αλώνια και τους πήγαινα νερό με τήν βίκα εεεεε? Δύο μέρες κράταγε. Για φαγητό, το κολατσιό ντοματοσαλάτα, φέτα κι ελιές και το μεσημέρι, την μία μέρα χοντροφιδέ [ ή χοντρομενούδελο] με ντομάτα φρέσκια, και την άλλη μέρα κρέας με χυλοπίτες. Η μεγάλη μου στεναχώρια σε όλο αυτό ήταν το μεσημέρι πού ξάπλωναν κάτω από την κουκουναριά για να ξαποστάσουν κανένα μισάωρο και με έστελνε η μαμά μου να τους ξυπνήσω για την συνέχεια. Και τις σταφίδες με τις χοντρές ρώγες, τις χοντράδες, τις απλώναμε χώρια, να ξεραθούν να τις έχουμε στο σπίτι για το χειμώνα, αφού πρώτα τις περνάγαμε από το αλατόνερο, μάλλον για προστασία από τα σκουλήκια υποθέτω. Αυτά και τώρα δεν βλέπουμε ούτε τσαμπί σταφίδα μαύρη. Να είστε καλά !!!!!!!!!!!!!!!!
ΝΙΝΑ ΧΑΤΖΗ

Ανώνυμος είπε...

εεεετσι να ζωντανευουν μνημες....καλο σολωνα,προσπαθω να γνωρισω απο την φωτο αλλα...... νταμαρι.....ξαγοραρη...gerolykos

Ανώνυμος είπε...

ΒΡΟΥΣ ΠΛΙΑΜΙΚΑΣ ΜΠΟΥΡΕΚΑΣ ΣΤΕΛΙΟΣ ΖΑΡΟΣ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΟΣ.ΣΟΛΩΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΤΣΙ

Ανώνυμος είπε...

ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΓΡΑΦΕΙΣ! ΠΑΙΔΙ ΓΛΑΝΙΤΣΙΩΤΩΝ ΠΟΥ ΡΙΖΩΣΑΝ ΣΤΗΝ ΗΛΕΙΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΟΨΑΝ ΜΕ ΤΗ ΣΚΛΗΡΗ ΚΑΙ ΤΙΜΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟΥΣ!!ΠΟΥ ΟΜΩΣ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΞΕΧΑΣΑΝ ΤΟ ΤΟΠΟ ΤΟΥΣ ΚΑΙ Η ΓΛΑΝΙΤΣΑ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΑΓΑΠΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΝΟ!!! ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ ΟΤΙ ΚΥΛΗΣΕ ΚΑΙ ΕΝΑ ΔΑΚΡΥ ΣΥΓΚΙΝΗΣΗΣ ΜΕ ΟΛΑ ΑΥΤΑ!!!

Ανώνυμος είπε...

Νις ποιος σου έστειλε τη φωτογραφία;
πές του να σου πει και τα πρόσωπα και να τα γράψεις.

Ανώνυμος είπε...

ΣΟΛΩΝΑ ΑΚΟΜΑ Ν ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΥΜΦΩΝΕΙΣ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΛΕΩ.ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΤΟΝ ΕΚΤΟ

Ανώνυμος είπε...

Απ' τις λίγες φορές που η αντιγραφή είναι ισάξια του πρωτοτύπου.
Με συγκίνησες, Σόλωνα, γιατί φωτογράφισες τη πορεία και των δικών μου προγόνων. Η γιαγιά μου, Γιαννούλα Ροζή, καλή της ώρα εκεί πάνω, ήταν μέσα σ' αυτά τα κοριτσόπουλα, κι όπως μου διηγιότανε η ίδια με καμάρι ήταν ισοδύναμη με τους άντρες στο σκάψιμο...
Αργότερα, το 1950 μετανάστευσαν θάλεγα κι αυτοί στου Ρώμεσι, δίπλα απ' του Λαμπέτι.

Μέσα στον Πύργο το ξενοδοχείο "LETRINA" ανήκει σε Γλανιτσιώτες (Νίκος και Ιωσήφ Αντωνόπουλοι,του "Μπακαβέ").
΄Ολα σχεδόν τα χωριά γύρω απ' το Πύργο έχουν απογόνους Γλανιτσιωτών, που , όπως "πιστοποιούν" οι παραπάνω σχολιαστές, σκέφτονται και
αισθάνονται γλανιτσιώτικα.

Γιάννα

yiota είπε...

AN O PATRIWTHS APO PYRGO SYGNINHTHEI ....EGW TI NA PW APO TOTO MAKRYA !!!!!!! DAKRYA ASTAMATHTA KAI PONO !!!!!!!! OTAN SYNANTAW KANENA PYRGIWTH THS PROKOPHS .......TOU LEW OTI ""ESY EISAI KALOS GIATI EISAI GORTYNIOS POU METANASTEYSES STON PYRGO "" GIATI ETSI PANTA PISTEYA TWRA BLEPW OTI YPARXOUN KAI GLANITSIWTES EKEI !!! OPOU GHS PATRIS !!!NA EISASTE OLOI KALA !!!!

nis είπε...

Η φωτογραφία δεν έχει σχέση με το τρύγο της σταφίδας.
Αλλά και απο την πηγή που την προμηθεύτηκα δεν γνωρίζουν τα πρόσωπα

Ανώνυμος είπε...

ΡΕ ΝΙΣ ΤΑ ΛΕΩ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΔΕ ΣΑΣ ΚΑΝΕΙ;ΜΟΝΟ ΕΝΑ ΔΕ ΓΝΩΡΙΖΩ ΚΑΤΩ ΔΕΞΙΑ.Η ΦΩΤΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΠΑΣΑ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΤΡΟΦΗΣ ΠΟΥ ΜΠΑΙΝΟΥΜΕ ΑΠΟ ΓΛΑΝΙΤΣΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΕΡΠΙΝΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΔΗΜΗΤΡΗ

Γορτύνιος - ΙΣΒ είπε...

Ε …Ρε φίλοι Γλανιτσιώτες λεβέντες στο κορμί, με περίσσια λεβεντιά, φιλότιμο, στην ψυχή και εξυπνάδα στο πνεύμα!…
Παντού πρώτοι!...
Τότε, στην φτώχια…
Τώρα, στα γράμματα στον πολιτισμό στις επιστήμες!...
Μα και οι κοπέλες ισάξιες!...
Ώμο με ώμο!...
Η φωτογραφία, είναι στο νταμάρι κοντά στο σπαστήρα στο Μονοδέντρι, καλοκαίρι του 1960-1961, τότε γινόταν ο δρόμος Τρίπολη- Σπάρτη, από τον Ξαγοράρη.
Κάπου εκεί ήμουνα και εγώ, μαζί και με άλλους συμμαθητές τότε του γυμνασίου, δουλεύαμε για να πληρώσουμε την εγγραφή μας στο γυμνάσιο και να αγοράσουμε κανά παλιό βιβλίο και τετράδιο…
Ε ρε καταραμένη φτώχεια, βγάζει λεβέντες σε όλα!...
Όχι λειψούς…

Ανώνυμος είπε...

ΓΟΡΤΥΝΙΕ Ο ΜΑΚΑΡΙΤΗΣ Ο ΖΑΡΟΣ ΗΤΑΝ ΓΕΡΟΣ ΚΑΙ ΜΕ ΠΑΘΗΣΕΙΣ...ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ

Ανώνυμος είπε...

Η εύφορη και φιλόξενη γη της Ηλείας ,έχει ποτιστεί τον προηγούμενο αιώνα από τον ιδρώτα των χιλιάδων Γορτυνίων και φυσικά και πολλών συγχωριανών μας. Θυμήθηκα κι εγώ ,απ΄την ανάγνωση του κειμένου αυτού ,όσα η μάνα μου ,η Τζιουκολένη, μου διηγιόταν .Τότε όλοι οι συγγενείς μου ,οι Τζιουκαίοι,( Γιαννοπουλαίοι ) με τον ερχομό του χειμώνα ξεχείμαζαν με τα γιδοπροβατά τους σε πρόχειρες καλύβες και σπηλιές στη θέση Κούμανι ,κοντά στα καμποχώρια. Οι άντρες ροβόλαγαν από εκεί στον κάμπο και έσκαφταν όλο το χειμώνα μέχρι και το Μάρτη στις σταφίδες . Ύστερα ,την Άνοιξη ,με τα κοπάδια τους επέστρεφαν ματσωμένοι με λεφτά στα χωράφια τους στην Περαμεριά.
Ο " Νοσταλγός, " ποιος είναι άραγε δεν τον γνωρίζω.Όμως στο εργατικό του αφήγημα παρουσιάζει ανάγλυφα τον έντιμο αγώνα των συγχωριανών μας να δαμάσουν τη φτώχεια με αξιοπρέπεια με αλληλεγγύη και μπράβο τους τα κατάφεραν και μας έκαναν υπερήφανους γι΄αυτό τον άθλο.Με την άρτια δομή και το αναλυτικό περιεχόμενο ,με αδρές πιναλιές φώτισε το θέμα και μας μετέφερε νοερά στη μάχη του κάμπου για επιβίωση και προκοπή.Μας έδειξε και το δρόμο ,που πρέπει σήμερα να ακολουθήσουμε στη ζωή μας με τις πολύ ενδιαφέρουσες συμβουλές του,που έναι ένας ύμνος και για τη χειρωνακτική εργασία ,όπως πολύ εύστοχα έλεγε κι ο αρχαίος ποιητής Ησίοδος : Έργον ουδέν όνειδος ,αεργίη δε τ΄όνειδος. Παρότι η φωτογραφία στο κείμενο δε σχετίζεται άμεσα με την εργασία της σταφίδας ,έμμεσα όμως υποδηλώνει πως οι συγχωριανοί μας ήταν πάντοτε αγωνιστές , εργατικοί, προοδευτικοί και δημιουργικοί άνθρωποι . Δε φοβόνταν τη δουλειά και χύνονταν να κάνουν μεροκάματα .
Συγχαρητήρια και στο Σόλωνα,που επιμελήθηκε της ανάρτησης του κειμένου στην ιστοσελίδα του χωριού μας.
marpolix

Ανώνυμος είπε...

Σχετικά με τη φωτογραφία και τα πρόσωπα σας λέω τα εξής:
Είναι βγαλμένη στα Σέλα, όταν το Δασαρχείο έφτιαχνε φράγματα στα ρέματα. Από τα πρόσωπα γνώρισα το πατέρα μου Ανάστο, το Στέλιο του Ντούσια, το Ζάρο ως επιστάτη του Δασαρχείου, το Βασίλη του Τσιαγκρή κάτω δεξιά.Για τους δύο άλλους που αναφέρει ο φίλος σχολιαστής με τα κεφαλαία ότι είναι ο Μπουρέκας και ο Πλιαμίκας δε γνωρίζω.
ΣΟΛΩΝ

Ανώνυμος είπε...

ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΕΙΠΑ ΣΟΛΩΝ.ΜΟΝΟ ΤΟ ΒΑΣΙΛΗ ΤΟΥ ΤΣΙΑΓΚΡΗ ΔΕΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΑ.ΟΣΟ ΓΙΑ ΤΑ ΣΕΛΑ ΕΧΩ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ.ΤΑ ΘΕΟΚΟΤΡΩΝΑ ΜΟΙΑΖΟΥΝ ΓΙΑ ΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΚΕΡΠΙΘΝΗΣ ΚΑΙ ΒΑΡΔΑ ΦΟΥΡΝΕΛΛΟ

Ανώνυμος είπε...

Έχει δίκιο ο Σόλωνας για τη φωτογραφία.Είναι βγαλμένη στη θέση Σελά ,κάτω ακριβώς από τον Άγιο Ταξιάρχη ,στο ρέμα . Τη δεκαετία του ΄70 το Δασαρχείο Βυτίνας κατασκεύαζε αντιπλημμυρικά έργα στην περιοχή μας και για να τονώσει την τοπική οικονομία και να εμποδίσει τη διάβρωση του εδάφους από τους χειμάρους. Τότε εγώ πότιζα από το νερό των Σελών το περιβόλι μας εκεί και τους έβλεπα καθημερινά στην εργασία τους.Συμφωνώ και για τα πρόσωπα . Ο Σόλωνας ο Γλανιτσαίος δεν κάνει λάθος ,ελέγχει τις πηγές του . Δεν μας έγραψε όμως ποιος είναι ο " Νοσταλγός " ,που έγραψε αυτό το θαυμάσιο εργατικό αφήγημα ,που μας γοήτευσε και μας συγκίνησε με το περιεχόμενό του.Χωρίς υπερβολή και σήμερα στα καμποχώρια της Ηλείας ,άμα το ψάξουμε ,θα βρούμε πολλούς συγγενείς μας να διαμένουν.Η Γλανιτσιά έχει ριζώσει παντού . Είμαστε από γερή ράτσα, ψηλά το κεφάλι !!!
marpolix

Ανώνυμος είπε...

ΓΙΑΤΙ ΛΕΜΕ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΣΕΛΑ .ΜΟΙΑΖΟΥΝ Η ΕΤΣΙ ΤΟ ΛΕΜΕ