Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

Ο ΘΕΡΙΣΜΟΣ

του Πάνου Σπηλιώτη Πολύδερα
Μεστώσαν τα γεννήματα και γέρνουνε τα στάχια
ο γεωργός τοιμάζεται να πάει για να θερίσει,
για να μαζέψει τον καρπό, των κόπων του ρεγάλο.Έχει να θρέψει φαμελιά και ζώα να ταΐσει,να δώσει και περίσσεμα στον κόσμο που δεν έχει.Συνάζει όλα τα σύνεργα, του θερισμού τ΄ ανάχρια και μιαν αυγή πουρνό-πουρνό συφάμελος πεζεύει στου χωραφιού το πλάτωμα, στην αχλαδιά πο κάτω.
Κρεμάει τα τράϊστα στη σειρά με τη ξερή τροφή του,
σκεπάζει κάτω το νερό στη γη μη του ζεστάνει,
βάζει και δίπλα το κρασί στην τσίτσα τη βρεγμένη,
παρηγοριά και δύναμη στον κόπο του αντιστύλι
.Ύστερα κάνουν το σταυρό ξέσκεποι οι θεριστάδες
κι εύχονται μέσ΄ απ΄την καρδιά  στου χωραφιού τον Κύρη:
-Καλά μπερκέτια και πολλά, καλή αρχή και τέλος,
να ζήστε ν΄απολαύσετε την πλούσια τη σοδειά σας!
Ο Νοικοκύρης θεριστής με το δραπάνι πρώτος,
κόβει αστάχια σταυρωτά για το καλό του θέρου
και κάνει το χερόβολο το πρώτο της σοδειάς του.
Αρχίζουν ούλοι πρόθυμοι, θερίζουνε τ΄αστάχια
χεριές-χεριές χερόβολα, χεροβολιές και στράτες,
θ΄αγκαλιαστούνε κι ύστερα δεμάτια θα γινούνε
και στράτες θα ταιριάξουνε για να κουβαληθούνε.
Τραβάει η δουλειά αδιάκοπα, με κέφι και τραγούδι,
πότε σκύφτουν οι θεριστές θερίζουνε τα στάχυα
και πότε ορθά  τα δένουνε, χερόβολα τα κάνουν.
Σαν τσούξει ο ήλιος για καλά κι έχει η δουλειά τραβήξει,
θα σταματήσει η εργατιά, πυρή και ιδρωμένη,
θα  μαζωχτούν στην αχλαδιά, στον ίσκιο να καθίσουν,
να δροσιστούν με το νερό, να βγάλουν τα μαντήλια
άντρες, γυναίκες και μ΄ αυτά σκουπίζουν τον ιδρώτα,
που τρέχει από το μέτωπο λευκό μαργαριτάρι.
Παίρνουν ανάσα στη δροσιά και κολατσιό θα κάνουν,
θα πιούν νερό οι κοπελιές, κρασί τα παλληκάρια,
θα ξαποστάσουν και θα πουν πειράγματα κι αστεία,
τα φρέσκα νέα του Χωριού, και θα κουρκοσουρέψουν.
Η μικρομάνα του μωρού, που κρέμεται στη νάκα,
θα βρει το χρόνο το βυζί να δώσει στο βλαστό της
που μ΄ ευλογία του Θεού κι εκείνο φασκιωμένο
σωπαίνει χαλτουρίζοντας στον ίσκιο της αχλάδας,
νανουρισμένο απ΄ το νηχό των εργατών του θέρου,
των τζιρτζιλιών το τζίρτζισμα, το βόμβο των εντόμων,
κρατά σιγόντο στη δουλειά της προκομμένης μάνας!
Μα δε θα κάτσουνε πολύ στον ίσκιο της αχλάδας,
γιατί έχουν έργο δύσκολο και σοβαρό να κάνουν,
ο χρόνος δεν τους καρτερεί κι οι έγνοιες, περισσεύουν,
να κόψουνε το γέννημα τ΄αμπάρια να γεμίσουν.
Ο θέρος και το τρύγημα κι ο πόλεμος αντάμα
είναι δουλειές που χρειάζονται και κόσμο και βιασύνη.
Σηκώνεται η εργατιά το έργο της να πιάσει
με τη σειρά, όπως και πριν, που τ΄έθιμο ορίζει,
να μην τους πιάσει η μέση τους και κόψουν κάνα χέρι.
Αστράφτουν τα δραπάνια τους, γυαλίζει ο ίδρωτάς τους
και φτάνει το τραγούδι τους ως τις κοντοραχούλες.
Τους συντροφεύει ο τζίρτζιλας μονότονα στα δέντρα,
ολημερίς τραγουδιστής, χωρίς να πάρει ανάσα,
κρατάει ρυθμό στους θεριστές τον κόπο να μη νιώθουν,
κι αυτοί κεφάτοι, δυνατοί, μ΄ ενθουσιασμό κι ελπίδα,
γι΄ ανταμοιβή των κόπων τους, ξεπλήρωμα του μόχθου,
μαζεύουνε το μάλαμα, μαζεύουνε το μόσχο,
μαζεύουν την  απαντοχή, το στήριγμα του κόσμου,
τροφή για τη φτωχολογιά, βάλσαμο του ανθρώπου!
Μέχρι το γιόμα να σταθεί, τραβούν διπλούς τους έργους.
Θα σταματήσουν, σα βρεθεί στου ουρανού τα ζύγια
ο ήλιος ο ατσίγγανος με τα καυτά δοξάρια,
θα μαζευτούνε στην ισκιά της αχλαδιάς, του δέντρου.
Ρίχνουν νερό στα μούτρα τους, δροσίζονται, ανασαίνουν,
κάθονται γύρο, μαλακά, πα στο παχύ το σάισμα,
πούχει η Κυρά απ΄τον αργαλειό και το νερό βγαλμένο
και το΄χει στρώσει στην ισκιά να κάτσουν οι εργάτες,
για το μεσημεριάτικο το φαγητό να κάνουν.
Είναι κοτόπουλο γιαχνί με φρέσκιες χυλοπίτες,
που μόλις έφερε η κυρά απ΄ το χωριό, της ώρας,
αυγά, τυρί τους έφερε, σαρδέλες μυρωδάτες
με βαρελόξυδο αγνό, με λάδι κεχριμπάρι,
ψωμί αφράτο, ζυμωτό με τα δικά της χέρια,
καλοψημένο και γλαρό, καθάριο, σιταρένιο.
Τους έφερε και κρύο νερό ολόκληρη βαρέλα
από το Κεφαλόβρυσο, της Λιάσκοβας τη βρύση
ή του Κουρπού, της Καστανιάς, Σελά κι Αι-Θοδώρου,
να δροσιστεί το σώμα τους, να ευφρανθεί η ψυχή τους,
να φαν΄, να πιούν, ν, αναπαυτούν, να ξεμεσημεριάσουν,
τι είναι το κύριο φαγητό στου Θερισμού τη μέρα.
Δε λείπουνε και τα γλυκά, δίπλες, κουραμπιέδες
με την αιθέρια τη ρακή, του τσίπουρου δροστάλι,
του σπιτικού της φτιάγματα, κοχέματα δικά της!
Σα φάν΄σαν πιούν κι αναπαυτούν και κιώσουν  τις κουβέντες,
κι αφού δροσίσει ο καιρός κι οι ίσκιοι μεγαλώσουν,
θα σηκωθούνε οι θεριστές να συνεχίσουν τ΄ έργο!
Γυαλίζουν τα δραπάνια τους, λάμπει το πρόσωπό τους,
με τις γλυκές τους τις φωνές τραγούδια αραδιάζουν.
Όμορφη που΄ναι η ζωή μες στην καλή της ώρα!
Μες στις καρδιές των θεριστών μες στου ουρανού τα ύψη,
στη φύση γύρο, στα βουνά, στους κάμπους, στα Λαγκάδια
με τα βαθύσκια δέντρα τους, τις δροσερές πηγούλες,
των λουλουδιών τις μυρωδιές και των πουλιών τραγούδια,
με τη λαχτάρα της καρδιάς, την ομορφιά της σκέψης!
Με τέτοιες έγνοιες και καημούς, τέτοιες χαρές κι ελπίδες
τραβάει ο θέρος στους αγρούς ως να βραδιάσει η μέρα.
σχολάνε τότε οι θεριστές και στο χωριό γυρίζουν,
Στο σπίτι να ξεκουραστούν, δύναμη για να πάρουν,
της άλλης μέρας πρόγραμμα του θερισμού να κάνουν.
Ως να τελειώσει ο θερισμός να μαζευτούν τα στάχυα,
την πάσα ημέρα οι γεωργοί την έγνοια τούτη θα  χουν.
Για την αντιγραφή
                                                                                               ΡΟΖΗΣ  ΣΟΛΩΝ


4 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

καλά τα λες δάσκαλε.
μου θυμίζει εκείνες τις βλαχοπούλες που χορεύουνε με τις πλουμιστές φορεσιές, που ποτέ δεν τις είδα στην πραγματικότητα,
και τέλος πάντων
εμένα με έφαγε η άγανη

Ανώνυμος είπε...

ΗΤΑΝ ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ Ο ΠΑΝΟΣ...ΑΦΗΣΕ ΕΠΟΧΗ

Ανώνυμος είπε...

Σόλωνα θα διαβάσουμε καμια φορά, ηλεκτρονικά τη λαογραφική μελέτη του Πάνου Σπηλιώτη, ΤΑ ΓΕΩΡΓΙΚΑ ΤΗΣ ΜΥΓΔΑΛΙΑΣ;

Ανώνυμος είπε...

Η ΑΓΑΝΗ!!!!!!!!!!!ΕΛΕΟΣ,ΑΚΟΜΑ ΔΕΝ ΣΒΗΣΑΝΕ ΤΑ ΑΓΝΑΡΙΑ ΜΑΣ.